Iσχυρή κεφαλαιακή θέση, επιθετική πολιτική διανομών έως και του 100% των κερδών στους μετόχους, συντηρητική διαχείριση κινδύνου, επέκταση δανείων με ετήσιο ρυθμό 4% ετησίως (και 5% το 2026), αυξημένες επενδύσεις στην τεχνολογία (περίπου 80 εκατ. ευρώ ετησίως), αλλά και στοχευμένες επιλεκτικές εξαγορές σε bancassurance, fintech και asset management, στοχεύει η Τράπεζα Κύπρου σύμφωνα με το business plan της για την περίοδο 2026-2028.
Τους στόχους του τριετούς business plan παρουσίασε σε εκπροσώπους του Τύπου, μετά την παρουσίαση που είχε προηγηθεί σε 300 αναλυτές, η Διοίκηση της τράπεζας Κύπρου, με τον Πρόεδρο Τάκη Αράπογλου και τον CEO Πανίκο Νικολάου.
Ο CEO της Τράπεζας έθεσε τις προτεραιότητες της διοίκησης για τα επόμενα χρόνια που εστιάζουν στη διατήρηση ανθεκτικής κερδοφορίας, η οποία θα επιτρέψει ισχυρές, ελκυστικές και σταθερές αποδόσεις στους μετόχους της Τράπεζας.
Εστίασε δε στο ότι η τράπεζα Κύπρου έχει να παρουσιάσει ένα ισχυρό equity story, με λογιστική αξία ανά μετοχή που ενισχύεται κατά 7% ετησίως την τελευταία δεκαετία, διανομές από το 2022 που ισούνται με το 87% της κεφαλαιοποίησης εκείνης της χρονιάς και πενταπλασιασμό της τιμής της μετοχής από το 2022.
Δεν παρέλειψε δε να αναφερθεί στη υψηλή πολιτική διανομών για την περίοδο 2026 – 2028 που σχεδιάζει η τράπεζα Κύπρου, με payout έως 90% το 2026 και έως 100% το 2027 – 2028 και να σημειώσει ότι ακόμη και μετά από αυτές τις διανομές το κεφαλαιακό buffer της τραπεζας είναι υψηλότερο των 600 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, η απόδοση των ενσώματων ιδίων κεφαλαίων αναμένεται σε επίπεδα mid-teens (ή υψηλότερα του 20% με CET1 στο 15%). Σημειώνεται ότι η τράπεζα στοχεύει σε κεφαλαιακούς δείκτες σταθερά άνω του 15%.
Η ανάπτυξη θα συνεχιστεί με πειθαρχία, με δανειακή επέκταση περίπου 4% ετησίως (5% το 2026) και αύξηση του διεθνούς χαρτοφυλακίου έως περίπου 16% το 2028, μέσα από επιλεκτικές κινήσεις.
Οι καταθέσεις αποτελούν βάση κερδοφορίας με μερίδιο αγοράς περίπου 40% και από τα χαμηλότερα κόστη καταθέσεων στην Ευρώπη.
Επιπρόσθετα σε ό,τι αφορά το κεφάλαιο και τις εξαγορές, προτεραιότητα δίνεται στην οργανική ανάπτυξη και την τεχνολογία, με δυνατότητα για πρόσθετα μερίσματα, επιλεκτικά bolt-on M&A (όπως η Εθνική Ασφαλιστική) και επενδύσεις όπως στη Wealthyhood για την ενίσχυση της ψηφιακής πρόσβασης σε μετοχές και ETFs.
Με βάση τα παραπάνω κατέστη σαφές ότι η Τράπεζα Κύπρου ενδιαφέρεται για επιλεκτικές εξαγορές στον κλάδο των ασφαλειών, στο asset management και το fintech.
Μάλιστα όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο Πανίκος Νικολάου, η πρόκληση του ανταγωνισμού εστιάζεται πλέον στις neobank και σημείωσε πως η Τράπεζα Κύπρου προσφέρει ακόμα και στεγαστικά δάνεια, όπως και ασφαλιστικά προϊόντα μέσα από τα digital κανάλια της.
Οποιαδήποτε εξαγορά, όπως σημειώθηκε εμφατικά θα γίνει εφόσον έχει στρατηγική λογική, συμβάλλει στην επιτάχυνση της ανάπτυξης της Τράπεζας, γίνεται σε κατάλληλο τίμημα, δεν επηρεάζει την πολιτική διανομών προς τους μετόχους και πληροί τα χρηματοοικονομικά κριτήρια (όπως συνέβη με την περίπτωση της εξαγοράς της Εθνικής Ασφαλιστικής).
Αναφερόμενος στους νέους στόχους της Τράπεζας Κύπρου, υπογράμμισε πως «είναι πολύ καλά εξοπλισμένη σε επίπεδο ρευστότητας και διαθέτει από τους υψηλότερους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας στην Ευρώπη».
Όσον αφορά στη γεωπολιτική αναταραχή σημείωσε πως η Τράπεζα είναι σε θέση να αντιμετωπίσει αυτήν την αβεβαιότητα, σημειώνοντας πως το νέο επιχειρηματικό πλάνο δεν σχεδιάστηκε με βάση ευνοϊκά σενάρια, αλλά με συντηρητικές παραδοχές.
Η διοίκηση της Τράπεζας Κύπρου ξεκαθάρισε πως δεν έχει σκοπό να εισέλθει στην ελληνική αγορά retail, ούτε να ενασχοληθεί με μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενώ ο Πρόεδρος του ΔΣ, Τάκης Αράπογλου διαβεβαίωσε πως δεν υπάρχει πρόθεση για καταστήματα στην Ελλάδα.
Όπως ανέλυσαν οι εκπρόσωποι της Τράπεζας η δραστηριότητα στην Ελλάδα θα περιοριστεί στις ήδη υφιστάμενες συνεργασίες που θα συνεχιστούν, καθώς και στη χρηματοδότηση μεγάλων εταιρικών σχημάτων που σχετίζονται με την Κύπρο, με περίπου 200 εκατ. ευρώ τον χρόνο.
