Η περασμένη εβδομάδα ανήκε ολοκληρωτικά στην Alpha Bank. Με τους επενδυτές του Χρηματιστηρίου Αθηνών να επικροτούν την μετοχή της με μια άνοδο της τάξης του +9,3% ως αποτέλεσμα των τριών διαδοχικών θετικών επιχειρηματικών ειδήσεων, από την πλευρά της τράπεζας, μέσα σε ένα έντονα αρνητικό κλίμα για τις χρηματιστηριακές αγορές.
Η νέα επιχειρησιακή σύμβαση εργασίας, στην οποία προχώρησε η Διοίκηση της Τράπεζας, ήταν η πρώτη είδηση. Με την καθιέρωση του πρώτου μισθού στα 1.600 ευρώ για τους νέους εργαζόμενους και με την υιοθέτηση μιας σειράς από παροχές και ενισχύσεις ανοίγει έναν διαφορετικό τρόπο προσέγγισης προς το ανθρώπινο δυναμικό όχι μόνο του τραπεζικού τομέα αλλά του συνόλου της εγχώριας επιχειρηματικότητας.
Έτσι και μόνο ο τίτλος της σύμβασης, «Όταν η εργασία συναντά την οικογένεια», έρχεται να πιστοποιήσει την ταχύτατη αναπροσαρμογή της ίδιας της τράπεζας στις ανάγκες των καιρών. Η Διοίκηση αφενός ανεβάζει συνολικά τον πήχη στα πλαίσια της αναζήτησης ταλέντων από την αγορά εργασίας και αφετέρου διευκολύνει και στηρίζει τις οικογένειες των εργαζομένων. Και μπορούμε να πούμε κάλλιστα ότι οι μέτοχοι και οι επενδυτές υποδέχτηκαν με θετικό τρόπο την συγκεκριμένη εξέλιξη. Καθώς είναι πολύ πιο χειροπιαστή, από τις πολιτικές των ESG σε θέματα Περιβάλλοντος, Κοινωνικής Ευθύνης και Εταιρικής Διακυβέρνησης, οι οποίες τις περισσότερες φορές δεν γίνονται αντιληπτές, από τους πολίτες.
Η δεύτερη είδηση της Alpha Bank, αφορά την νέα έκδοση προνομιούχων ομολογιών κύριας εξασφάλισης, συνολικού ύψους 750 εκατ. ευρώ, επταετούς διάρκειας με επιτόκιο 3,5% και με δυνατότητα ανάκλησης στα έξι έτη. Παράλληλα με την τρέχουσα έκδοση, η Alpha Bank απηύθυνε πρόσκληση για την εξαγορά των προνομιούχων ομολογιών κύριας εξασφάλισης σταθερού επιτοκίου ύψους Ευρώ 450 εκατ., που είχε εκδώσει τον Δεκέμβριο του 2022. Με την τακτική του δικαιώματος ανάκλησης να μειώνει το κόστος της εξυπηρέτησης από το κουπόνι του 7,5% στο κουπόνι του 3,5%.
Η επιτυχία της ομολογιακής έκδοσης εδράζεται πάνω στο χαμηλό κουπόνι της τάξεως του 3,5%, στην επταπλάσια ζήτηση που άγγιξε τα 3,5 δισ., στη συμμετοχή 127 επενδυτών με το 86% της έκδοσης να καλύπτεται από θεσμικούς επενδυτές, τραπεζικά ιδρύματα και εταιρείες διαχείρισης περιουσίας, εκ των οποίων το 80% να προέρχεται από το εξωτερικό. Σαν αποτέλεσμα. η τράπεζα αυξάνει την ρευστότητα της, ισχυροποιεί το «μαξιλάρι» ασφαλείας, επιτυγχάνει τα κεφαλαιακά της πλάνα και ταυτόχρονα ξεπερνά τους στόχους που έχει θέσει όσον αφορά τα MREL, δηλαδή τις ελάχιστες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων. Γιατί είναι σημαντική η επίτευξη των συγκεκριμένων στόχων; Διότι με αυτόν τον τρόπο, η τράπεζα μπορεί να απορροφά ζημίες χωρίς να έχει την ανάγκη προσφυγής σε κρατικά κεφάλαια και παράλληλα, οι καταθέσεις των αποταμιευτών είναι πιο ασφαλείς από ποτέ.
Κατά την γνώμη μας, η τρίτη είδηση της περασμένης εβδομάδας είναι η πιο σημαντική, καθώς συνοδεύεται από ένα ισχυρό επενδυτικό αποτύπωμα. Ποια είναι η είδηση; Η ανακοίνωση ότι η JP Morgan κατέχει συνολικά 7,25% δικαιωμάτων ψήφου στην Alpha Bank μέσω άμεσων μετοχών και παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων. Αυτά τα παράγωγα προϊόντα περιλαμβάνουν κυρίως put options (δικαιώματα προαίρεσης) με περίοδο άσκησης έως τον Ιούλιο του 2027.
Τα options είναι ένα είδος χρηματοοικονομικού εργαλείου που δίνει σε έναν επενδυτή το δικαίωμα, αλλά όχι την υποχρέωση, να αγοράσει ή να πουλήσει μια μετοχή, της Alpha Bank στη περίπτωση μας σε μια συγκεκριμένη προκαθορισμένη τιμή, μέσα σε ένα προσδιορισμένο χρονικό διάστημα. Το put option είναι ένα «στοίχημα» ότι μια μετοχή θα πέσει κάτω από μια συγκεκριμένη και προκαθορισμένη «τιμή άσκησης» μέχρι την ημερομηνία λήξης, που επίσης έχει προκαθοριστεί. Στην περίπτωση που φτάσει αυτή η ημερομηνία και η μετοχή δεν έχει υποχωρήσει χαμηλότερα από αυτήν τιμή, το option λήγει και με μηδενική αξία. Αν η μετοχή όμως έχει πέσει χαμηλότερα, τότε το option είναι κερδοφόρο.
Κάποιοι επιμένουν στην λέξη «στοίχημα». Εμείς αφού το περιγράψαμε με αυτόν τον όρο, όσο πιο απλά γίνεται, ώστε να γίνει κατανοητός, θα πούμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια κίνηση «hedging», δηλαδή σε μια κίνηση αντιστάθμισης του κινδύνου ή εξασφάλισης απέναντι στον κίνδυνο να υποχωρήσει η μετοχή της Alpha Bank μέχρι τον Ιούλιο του 2027, όπου αναμένεται να διεξαχθούν οι εθνικές εκλογές.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αναλυτών βρισκόμαστε μπροστά σε μια - σύνθετη για τα μάτια του απλού επενδυτή – συμφωνία / συναλλαγή ανάμεσα στην JP Morgan και την UniCredit που είναι ο στρατηγικός επενδυτής της Alpha Bank. Μια συμφωνία που δείχνει ότι UniCredit προνοεί για τυχόν ζημίες στις οποίες μπορεί να οδηγήσει η στρατηγική συμμετοχή της στο μετοχικό κεφάλαιο της Alpha Bank, εν όψει των εθνικών εκλογών του 2027 που θα διεξαχθούν μέσα σε κλίμα αβεβαιότητας, αστάθειας και τοξικότητας. Ή ακόμα και λόγω μιας πιθανής διόρθωσης της αγοράς, δεδομένης της παρατεταμένης ανοδικής πορείας διαρκείας που θα μπορούσε να συμπαρασύρει στην πτωτική της κίνηση και την τιμή της μετοχής της Alpha Bank. Έτσι μέσω της συμφωνίας η UniCredit αγόρασε στην ουσία ένα «επασφάλιστρο» πάνω στον κίνδυνο πτώσης της μετοχής. Το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει και απέναντι στις εποπτικές αρχές της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που ελέγχουν τους ενδεχόμενους κινδύνους από τις συμμετοχές σε άλλα νομικά πρόσωπα.
Αυτό σημαίνει ότι η UniCredit έχει έρθει για να μείνει την Alpha Bank σαν στρατηγικός εταίρος. Και ότι δεν προτίθεται να μειώσει το ποσοστό συμμετοχής της στην Alpha Bank, ακόμα κι αν η τιμή της μετοχής, υποχωρήσει. Επομένως δεν είναι ευκαιριακή η παρουσία της. Έχει έρθει για να μείνει στην Ελλάδα, κι ας μεταβληθεί η πολιτική εικόνα. Κι ας χειροτερέψουν τα οικονομικά δεδομένα.
Όλα τα υπόλοιπα σενάρια που γράφονται, ακούγονται και κυκλοφορούν σχετικά με την αύξηση της συμμετοχής της UniCredit στο μετοχικό κεφάλαιο της Alpha Bank και με το ενδεχόμενο εκδήλωσης δημόσιας πρότασης για την έξοδο της Alpha Bank από το Χρηματιστήριο Αθηνών, κινούνται στην σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας.
