«Μεταξύ λιμενικών και μεταναστών, εμπιστεύομαι τους μετανάστες», έλεγε προχθές σε τηλεοπτική εκπομπή πρώην στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ — ενός κόμματος που κυβέρνησε τη χώρα.
Τέτοιες αντισυστημικές απόψεις έχει το δικαίωμα να διατυπώνει οποιοσδήποτε πολίτης σε μια δημοκρατία. Συνιστά, όμως, παραδοξότητα να εκφράζονται από κάποιον που ανήκε στον σκληρό πυρήνα διαχείρισης της εξουσίας ενός συστήματος, έστω και αν αυτό είναι μια δημοκρατία ανοιχτής κοινωνίας.
Κάθε σύστημα, για να επιβιώσει, χρειάζεται την αποδοχή της πλειοψηφίας και, σίγουρα, τη στήριξη εκείνων που συγκροτούν τον σκληρό πυρήνα των δομών εξουσίας: υπουργών, βουλευτών, αστυνομικών, λιμενικών, κρατικών υπαλλήλων.
Η Αριστερά επιχειρεί να μας πείσει ότι εμείς ευθυνόμαστε για το γεγονός ότι μερικά εκατομμύρια άνθρωποι σήμερα —και σύντομα μερικές δεκάδες εκατομμύρια κάθε χρόνο— εγκαταλείπουν τις χώρες τους και επιθυμούν, χωρίς την άδειά μας, να εγκατασταθούν στις δικές μας. Στο ιδεολογικό της πλαίσιο, τα κράτη θεωρούνται τεχνικά κατασκευάσματα του καπιταλισμού και η ελεύθερη μετακίνηση όλων παντού παρουσιάζεται ως αυτονόητο δικαίωμα.
Υπό αυτό το πρίσμα, όσοι εισέρχονται χωρίς την άδεια των αρχών σε μια χώρα δεν είναι «παράνομοι» ή «λαθρομετανάστες», αλλά απλώς «παράτυποι».
Ποιες είναι, όμως, οι διαφορές αυτών των λέξεων και πώς θα έπρεπε να χρησιμοποιούνται;
Παράτυπος είναι κάποιος που δεν τηρεί τους τύπους — όχι κατ’ ανάγκην τους νόμους. Αν, για παράδειγμα, εμφανιστώ σε γάμο ντυμένος με βερμούδα και σαγιονάρες αντί για κοστούμι, δεν παραβιάζω κάποιον νόμο, αλλά τους κοινωνικούς τύπους και τις συνήθειες.
Αντίθετα, κάποιος που εισέρχεται σε μια χώρα χωρίς διαβατήριο και βίζα, εκτός σημείων ελέγχου, παραβιάζει τους νόμους της χώρας και είναι παράνομος. Αν μάλιστα εισέλθει κρυφά, τη νύχτα, από αφύλακτες διαβάσεις, εισέρχεται λαθραία.
Η ετυμολογία είναι σαφής:
- Παράτυπος: παρά- (εκτός) + τύπος (καθιερωμένη διαδικασία)
- Παράνομος: παρά- (εκτός) + νόμος
- Λάθρα: κρυφά, στα μουλωχτά, με πρόθεση αποφυγής ελέγχου, εκτός θεσμικού και νομικού πλαισίου
Επομένως, κάποιος που εισέρχεται σε μια χώρα χωρίς την έγκριση των αρμόδιων αρχών δεν είναι απλώς παράτυπος· είναι παράνομος, χρησιμοποιώντας μάλιστα λαθραίες μεθόδους.
Κι όμως, στις ανεπτυγμένες δημοκρατίες, ενώ μιλούμε χωρίς ενδοιασμό για λαθρεμπόριο, λαθραία ποτά ή τσιγάρα, αποφεύγουμε τον όρο όταν αναφερόμαστε σε ανθρώπους. Ο όρος «λαθρομετανάστης» είναι περισσότερο πολιτικός και δημοσιογραφικός και αποφεύγεται σε δικαστήρια, επίσημα κείμενα και διεθνείς οργανισμούς, καθώς θεωρείται απαξιωτικός.
Με νομικούς όρους, παράνομη είναι η πράξη — η είσοδος ή η παραμονή — όχι το πρόσωπο. Γι’ αυτό και ο ακριβέστερος όρος είναι «μετανάστης με παράνομη είσοδο ή παραμονή». Στην καθομιλουμένη, ωστόσο, χρησιμοποιείται και ο όρος «παράνομος μετανάστης», ο οποίος είναι σαφώς εγγύτερος στην πραγματικότητα από το «παράτυπος».
Γιατί, λοιπόν, κάποιοι επιμένουν επιδεικτικά να καταγγέλλουν τον όρο «παράνομος» και να υιοθετούν το «παράτυπος»;
Η απάντηση σχετίζεται με ιδεοληψίες και πολιτικές σκοπιμότητες. Ο Τζορτζ Όργουελ – 1984 προσφέρει χρήσιμες εξηγήσεις μέσω της έννοιας της «Νέας Ομιλίας». Πρόκειται για μια ελεγχόμενη και συρρικνωμένη μορφή γλώσσας, σχεδιασμένη ώστε να περιορίζει το εύρος της σκέψης. Στόχος της δεν είναι απλώς η επικοινωνία, αλλά η αδυναμία διατύπωσης «επικίνδυνων» ιδεών που αμφισβητούν την εξουσία.
Χαρακτηριστικά της Νέας Ομιλίας είναι η κατάργηση των αποχρώσεων, η γλωσσική απλοποίηση και η αντικατάσταση σαφών εννοιών — το «κακό» γίνεται «ακαλό». Όταν κάτι δεν μπορεί να ειπωθεί, δεν μπορεί και να σκεφτεί. Όταν η γλώσσα φτωχαίνει, η κριτική σκέψη εξαφανίζεται και η διαφωνία καθίσταται αδιανόητη.
Η επιμονή, λοιπόν, στον όρο «παράτυπος» για κάτι που είναι προφανώς παράνομο ενδέχεται να μην είναι αθώα. Αν παρατηρήσει κανείς το λεξιλόγιο αλλά και το εκλογικό ακροατήριο συγκεκριμένων πολιτικών χώρων, δεν είναι παράλογο να υποθέσει ότι πίσω από αυτή τη γλωσσική επιλογή υποκρύπτονται σκοπιμότητες που σχετίζονται με τη διαχείριση — και τη νομή — της εξουσίας.
