7ος χρόνος, ημέρα 2095η
Τρίτη, 27 Ιουλίου 2021

Το σχέδιο ανάκαμψης της Βουλγαρίας: Ό,τι μπορούσε να πάει στραβά, πήγε

Το σχέδιο ανάκαμψης της Βουλγαρίας: Ό,τι μπορούσε να πάει στραβά, πήγε

Του Andrian Nikolov*

Διανύουμε το καλοκαίρι του δεύτερου έτους της πανδημίας του COVID-19, και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει γενναιόδωρα ανοίξει τα ταμεία της για δαπάνες στην κατεύθυνση της ανάκαμψης μετά την πανδημία. Διάφορες κυβερνήσεις της ΕΕ σπεύδουν να υποβάλλουν τις καλύτερες ιδέες τους για να χρηματοδοτηθούν από το νέο πρόγραμμα στήριξης.

Στο πλαίσιο αυτό, η ακέφαλη Βουλγαρία φαίνεται χαμένη και αδύναμοι να αντιμετωπίσει την κατάσταση και να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες για να μεταρρύθμιση την οικονομία της. Έχοντας αποτύχει να σχηματίσει μία κυβέρνηση, και περιμένοντας τις επόμενες εκλογές στις αρχές του Ιουλίου, και Βουλγαρία έχασε την προθεσμία να καταθέσει το σχέδιο της στην Ευρωπαΐκή Επιτροπή μέχρι τις 30 Απριλίου 2021. 

Δεν εξετάζουμε εδώ το αν οι στόχοι πολιτικής και οι κατευθύνσεις ορίστηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση για τις επενδύσεις ανάκαμψης είναι ορθοι ή όχι. Κάποιες από τις ενστάσεις είναι σίγουρα έγκυρες, και ακόμη δεν έχει κριθεί το αν όντως υπάρχει ανάγκη για δημόσιες επενδύσεις στην καινοτομία (οτιδήποτε κι αν μπορεί να σημαίνει αυτό το κούφιο σύνθημα σήμερα) ή αν η πράσινη μετάβαση της ευρωπαϊκής οικονομίας θα επαρκέσει για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Η συζήτηση για τους στόχους ως επί το πλείστον είναι άσκοπη, καθώς αυτοί αποφασίστηκαν πριν από πολύ καιρό και η αλλαγή τους δεν βρίσκεται στο τραπέζι. Συνεπώς, τα κράτη μέλη αφέθηκαν να ταιριάξουν σ’ αυτούς τους ευρείς στόχους τις όποιες μεταρρυθμίσεις, δαπάνες, και σχέδια.

Και σ’ αυτο ακριβώς το σημείο αποτυγχάνει η Βουλγαρία - την ώρα που συντάσσεται αυτό το άρθρο, η τρέχουσα μορφή του βουλγαρικού εθνικού μεταρρυθμιστικού σχεδίου δεν έχει την υποστήριξη της πλειοψηφίας του πολιτικού φάσματος, και αν παρουσιαστεί στους θεσμούς της ΕΕ με τη σημερινή του μορφή δεν είναι ιδιαίτερα πιθανό να επιφέρει ιδιαίτερες αλλαγές στη βουλγαρική οικονομία. 

Αυτό είναι εν μέρει μια συνέπεια της πολιτικής αστάθειας της χώρας. Ξεκίνησε μόλις λίγους μήνες μετά την έναρξη της πανδημίας και της οικονομικής κρίσης, με μαζικές διαμαρτυρίες εναντίον της κακοδιαχείρισης και της γενικευμένης διαφθοράς στα τέλη του καλοκαιριού του 2020.

Οι γενικές εκλογές του 2021 απέτυχαν να αναδείξουν μια λειτουργική πλειοψηφία, καθώς η προηγούμενη κυβέρνηση έχασε την στήριξή της και ο εθνικιστικός κυβερνητικός της εταίρος δεν κατάφερε να εισέλθει στο κοινοβούλιο, ενώ ούτε τα νεοεισελθέντα κόμματα δεν μπόρεσαν να συμφωνήσουν στον σχηματισμό κυβέρνησης. Έτσι, θα γίνουν νέες γενικές εκλογές στις αρχές του Ιουλίου, με την ελπίδα ότι θα αναδειχθεί ένας ξεκάθαρος νικητής.

Αυτό αφήνει το σχέδιο ανάκαμψης σε μια κάποια περίεργη θέση. Οι αρχικοί του συντάκτες δεν βρίσκονται πλέον στην εξουσία, και δεν μπορούν να αναλάβουν την ευθύνη της εφαρμογής και της υπεράσπισής του ενώπιον της ΕΕ. Η σημερινή υπηρεσιακή κυβέρνηση ήδη διατύπωσε την επιθυμία της να εισαγάγει σημαντικές αλλαγές και βελτιώσεις στο σχέδιο, αλλά δεν διαθέτει τη δημοκρατική εντολή προς τούτο, ούτε και την εγγύηση ότι αυτοί που να αναλάβουν την εξουσία μετά τις επόμενες εκλογές θα συμμερίζονται τις προτεραιότητές της και το όραμά της για το μέλλον.

Ακόμη, υπάρχουν σημαντικά ζητήματα με το ίδιο το σχέδιο (τουλάχιστον στη σημερινή του μορφή. Ο πρωταρχικός του σκοπός, τουλάχιστον σύμφωνα με τις προθέσεις της ΕΕ, είναι η επιτάχυνση της ανάκαμψης και η διασφάλιση ότι τα κράτη μέλη θα μπορέσουν να δαπανήσουν σήμερα περισσότερο χωρίς να ανησυχούν ιδιαίτερα για ζητήματα όπως τα χρέη και τα ελλείμματα. Το βουλγαρικό σχέδιο όμως στη σημερινή του μορφή, αντί να εστιάζει στο εδώ και τώρα, κοιτάζει μακριά προς το μέλλον, κατανέμοντας τις δαπάνες του σε ένα διάστημα που υπερβαίνει τη μισή δεκαετία.

Βεβαίως, όταν πραγματοποιηθούν αυτές οι δαπάνες στα μέσα της δεκαετίας, η κρίση θα έχει πλέον ξεχαστεί και δεν θα υπάρχει ιδιαίτερη ανάγκη για βοήθεια (θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει βεβαίως το ίδιο και για τη συνολική αργή και καθυστερημένη αντίδραση της ΕΕ, αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα).

Το πιο ανησυχητικό όμως χαρακτηριστικό του σχεδίου είναι η απουσία ουσιωδών μεταρρυθμίσεων. Από την οπτική της ΕΕ, το πακέτο δαπανών είναι μια σπουδαία ευκαιρία να χορηγηθούν στα κράτη πόροι ώστε να εφαρμόσουν αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που θα βελτιώσουν τις οικονομικές τους επιδόσεις εν μέσω της κρίσης και μετά από αυτή.

Αντί γι’ αυτό, αυτό που προτείνει η Βουλγαρία είναι ένας σωρός από σχέδια που η κυβέρνηση είχε στο ντουλάπι, συρραμμένα  βιαστικά μεταξύ τους σε ένα ενιαίο πακέτο με μια αόριστη σύνδεση με τους διατυπωμένους στόχους της ΕΕ. Είναι προφανές ότι η προσέγγιση είναι ταυτόσημη με αυτή των πόρων συνοχής, αλλά το πακέτο ανάκαμψης και αντοχής είναι κάτι το τελείως διαφορετικό, γεγονός που δημιουργεί τον σημαντικό κίνδυνο οι προτάσεις της Βουλγαρίας να απορριφθούν από την ΕΕ.

Μετά, υπάρχει και το ζήτημα της λαϊκής υποστήριξης. Τα ενδιαφερόμενα μέρη - οι επιχειρηματικές οργανώσεις, τα συνδικάτα, οι ΜΚΟ, μέχρι και κάποιοι κλάδοι του ίδιου του κράτους - έχουν εκφράσει διάφορες ανησυχίες σε ό,τι αφορά την επιτακτικότητα και την σκοπιμότητα των διάφορων μέσων που προτείνουν οι συντάκτες του βουλγαρικού σχεδίου.

Ένα μεγάλο μέρος της κριτικής εστιάζει στις προτάσεις για τη βελτίωση της ενεργειακής αποτελεσματικότητας των κατοικιών, τη βελτίωση της άρδευσης και τα αόριστα σχέδια για τη μεταρρύθμιση των περιοχών των ανθρακωρυχείων και παραγωγής ενέργειας, που αναπόφευκτα θα πέσουν θύματα των πράσινων πολιτικών της ΕΕ.

Προς το παρόν, υπάρχουν λίγες ενδείξεις ότι η πλέον αποχωρήσασα κυβέρνηση έλαβε υπόψη της αυτές τις ανησυχίες, αλλά αυτό μπορεί να αλλάξει με την επόμενη κυβέρνηση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Βουλγαρία είναι η μόνη χώρα που δεν αξιοποιεί επαρκώς αυτή την ευκαιρία. Αντιθέτως, ιστορίες πολύ παρόμοιες με τη βουλγαρική ακούγονται για διάφορες χώρες της ΕΕ, ενώ και η ίδια η Ένωση απέχει πολύ από το να θεωρηθεί άμοιρη ευθυνών.

Προς το παρόν πάντως, οι προοπτικές ως προς το τι μπορεί να αποκομίσει η χώρα από το σχέδιο είναι ζοφερές - η Βουλγαρία δεν διαθέτει ηγεσία, δεν προτείνει ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις ούτε στο μεσοπρόθεσμο επίπεδο, και απέτυχε να συγκεντρώσει τη λαϊκή υποστήριξη.

--

*Ο Andrian Nikolov είναι ερευνητής στο βουλγαρικό Institute for Market Economics, την παλαιότερη ανεξάρτητη δεξαμενή σκέψης για την οικονομική πολιτική στη χώρα.

**Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στις 19 Μαΐου 2021 και παρουσιάζεται στα ελληνικά με την άδεια του 4Liberty.eu και τη συνεργασία του ΚΕΦίΜ - Μάρκος Δραγούμης.