7ος χρόνος, ημέρα 2230η
Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2021

Τα κεϋνσιανά οικονομικά και το ιταλικό σχέδιο ανάκαμψης

Τα κεϋνσιανά οικονομικά και το ιταλικό σχέδιο ανάκαμψης
φωτογραφία αρχείου
AP newsroom

Από το Ινστιτούτο Μπρούνο Λεόνι

Η ιταλική κυβέρνηση παρουσίασε πρόσφατα στο κοινοβούλιο της χώρας το Πρόγραμμα Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Στις 30 Απριλίου εστάλη στις Βρυξέλλες για αρχικές εκτιμήσεις. Πρόκειται για ένα μεγάλο σε έκταση κείμενο γεμάτο από προτάσεις για επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις για τα επόμενα χρόνια, φιλοδοξώντας να περιγράψει έναν μονοπάτι ανάπτυξης για την Ιταλία. Σε ότι αφορά τα επόμενα πέντε χρόνια, οι καταγεγραμμένες προβλέψεις θα δεσμεύουν και τις μελλοντικές νομοθετικές πρωτοβουλίες. Θα μπορέσει αυτό το πρόγραμμα να σταματήσει την επί δεκαετίες παρακμή της Ιταλίας;

Η σύντομη απάντηση είναι: όχι.

Υπάρχουν τουλάχιστον τρία προβλήματα στη δομή του Προγράμματος. Πρώτον, ορθά δίνει προτεραιότητα στη μεταρρύθμιση του δημοσίου τομέα, η αναποτελεσματικότητα του οποίου θεωρείται από πολλούς μελετητές ως η βασική αιτία της οικονομικής τελμάτωσης. Σε μια πρόσφατη συνέντευξή του στο Il Sole 24 ore, ο Υπουργός Renato Brunetta δήλωσε ότι “η μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης μπορεί να αντιστοιχεί στο 70% του αποτελέσματος των δομικών μεταρρυθμίσεων”. Το πρόγραμμα έχει πολλά θετικά στοιχεία: παρ’ όλα αυτά, φαίνεται πως είναι απλώς ένα μεγάλο πρόγραμμα προσλήψεων. Είναι σωστό να αναζωογονηθεί ο δημόσιος τομέας, αλλά η δημιουργία νέων θέσεων πρέπει να είναι αποτέλεσμα μιας αναδόμησης της δημόσιας διοίκησης - χάρη στην οποία θα μπορούμε να παρακολουθούμε τα χαρακτηριστικά και τον αριθμό αυτών των νέων επαγγελματιών - και όχι το σημείο αφετηρίας.

Δεύτερον, οι επενδύσεις είναι ετερογενείς και συχνά φαίνονται να είναι το αποτέλεσμα πιέσεων από εμπεδωμένα συμφέροντα. Μια εμπεριστατωμένη ανάλυση των αναγκών της Ιταλίας δεν φαίνεται να προηγήθηκε. Για παράδειγμα, το Πρόγραμμα διακηρύσσει τον στόχο της ανάπτυξης “διεθνούς, βιομηχανικής και ερευνητικής ηγετικής θέσης” για τους κλάδους των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, των μπαταριών και του υδρογόνου. Στην κατεύθυνση αυτή, το πρόγραμμα κατανέμει ένα δισεκατομμύριο ευρώ στους κλάδους των ανανεώσιμων και των μπαταριών, και 450 εκατομμύρια ευρώ στον κλάδο του υδρογόνου. Ωστόσο φαίνεται ανέφικτη η επίτευξη “παγκόσμιας ηγετικής θέσης” με μόνο λίγα εκατομμύρια ευρώ επενδύσεις σε πέντε χρόνια. Αυτοί οι κλάδοι ήδη χρηματοδοτούνται καλά παγκοσμίως, τόσο από δημόσια, όσο και από ιδιωτικά κεφάλαια. Μπορεί κανείς να υποπτευθεί ότι αυτά τα χρήματα είναι απλώς ένα δώρο, που μεταμφιέζεται ως αποτέλεσμα ευγενών αρχών. Ακόμη, η ιταλική κυβέρνηση παρέκαμψε την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κατανέμοντας ένα συμπληρωματικό κονδύλι ακόμη 30 δισεκατομμυρίων ευρώ για τη χρηματοδότηση αυτού του είδους των δαπανών που ειδάλλως δεν θα εγκρίνονταν από την ΕΕ.

Γενικότερα, το Πρόγραμμα φαίνεται ότι βασίζεται σε έναν “υδραυλικού τύπου κεϋνσιανισμό” - από μια μηχανιστική ιδέα του λόγου μεταξύ δαπανών και ανάπτυξης. Δεν εξετάζει ούτε αν πραγματικά αξίζουν οι επιμέρους προτάσεις, ούτε τις προσδοκίες των ατόμων. Φαίνεται να λέει: “Δαπανήστε χρήματα και τα πράγματα θα γίνουν αποτελεσματικά”. Το οικονομικό σύστημα όμως είναι πιο περίπλοκο: οι επιλογές κατανομής συνεπάγονται κόστη ευκαιρίας καθώς εκτρέπουν χρήσιμους πόρους από άλλες πρωτοβουλίες. Τα χρήματα που θα δαπανηθούν για την κατασκευή μιας νέας άχρηστης σιδηροδρομικής γραμμής δεν θα δοθούν για τη χρηματοδότηση ενός χρήσιμου δρόμου. Όχι μόνο δαπανώνται έτσι δημόσια χρήματα, αλλά και η χώρα χάνει ευκαιρίες ανάπτυξης που διαφορετικά θα της ήταν διαθέσιμες αν τα χρήματα δαπανούνταν κατά έναν πιο εύλογο και ανταγωνιστικό τρόπο. Με λίγα λόγια, φαίνεται ότι από την έκθεση απουσιάζουν συγκριτικές εκτιμήσεις. Επιλέχθηκαν στόχοι, και προτάθηκε μια εκτίμηση συνεπειών. Τα κριτήρια όμως με τα οποία έγινε η επιλογή της μίας έναντι της άλλης επένδυσης είναι πολιτικά και όχι οικονομικά. Αυτό επιβεβαιώνεται από τη μεγάλη επίδραση που είχαν οι δημόσιες εταιρίες στη διατύπωση του προγράμματος, το οποίο υπερβολικά συχνά φαίνεται απλώς να εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους.

Σίγουρα το πρόγραμμα έχει και κάποια θετικά μέτρα. Πολλές από τις μεταρρυθμίσεις που ανακοινώθηκαν - αν υιοθετηθούν και εφαρμοστούν αποτελεσματικά - θα συμβάλλουν στην αύξηση της παραγωγικότητας. Στο τέλος όμως, το Πρόγραμμα φαίνεται σαν μια μεγάλη λίστα για ψώνια με τις εξηγήσεις γι’ αυτά να απουσιάζουν.


* Το Istituto Bruno Leoni είναι κορυφαία φιλελεύθερη δεξαμενή σκέψης στην Ιταλία.

* Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στις 20 Σεπτεμβρίου 2021 και παρουσιάζεται στα ελληνικά με την άδεια του δικτύου Epicenter και τη συνεργασία του ΚΕΦίΜ - Μάρκος Δραγούμης.