Η λαίλαπα του λαϊκισμού

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2018, 09:56 - Τελευταία ενημέρωση: 11:36
-A +A
Η λαίλαπα του λαϊκισμού

Του Matyas Koppany

Τα τελευταία δύο χρόνια, οι δυνάμεις του λαϊκισμού σαρώνουν την Ευρώπη σαν μια θύελλα, παρασέρνοντας στο πέρασμά τους τη μεταπολεμική συναίνεση και τα ιδανικά της διεθνούς συνεργασίας. Η λαϊκιστική λαίλαπα, αφού έκανε μια στάση στα βρετανικά νησιά μια καλοκαιρινή μέρα του 2016, έφτασε στις Ηνωμένες Πολιτείες μόλις τέσσερις μήνες μετά, πριν διασχίσει ξανά τον ωκεανό για να φτάσει στην “Πόλη του Φωτός” την επόμενη άνοιξη. Στις Βρυξέλλες και τη Γενεύη, οι πολιτικές και χρηματοπιστωτικές ελίτ σίγουρα είχαν αφορμές να λερώσουν μέσα στην ταραχή τους με τους καφέδες τους αντίτυπα των Financial Times και του Economist.

Μεταξύ των υπόλοιπων πληγεισών περιοχών συγκαταλέγεται η Ολλανδία, όπου οι ζημιές περιορίστηκαν, η Δανία, η Ιταλία και οι Αυστρία, όπου οι δυνάμεις του λαϊκισμού λίγο ως πολύ χαλιναγωγήθηκαν. Στην Ουγγαρία και την Πολωνία στο μεταξύ, η λαίλαπα μαίνεται ανεξέλεγκτη παρά την επίκληση της λεγόμενης “διαδικασίας του άρθρου επτά” από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στις δύο περιπτώσεις σε μια προσπάθεια να αποφευχθεί η περαιτέρω ζημιά. Ακόμη και ο πιο έμπειρος μετεωρολόγος θα δυσκολευόταν να εξηγήσει την εξέλιξη αυτού του περίεργου καιρικού φαινομένου.

Με την ανάδυση του λαϊκισμού, ο δημόσιος διάλογος μετατοπίστηκε σε διάφορα ζητήματα, μεταξύ των οποίων και η μετανάστευση, το ελεύθερο εμπόριο και το ευρωπαϊκό εγχείρημα, προς έναν συντηρητικότερο τόνο που ευνοεί τα εθνικά κράτη και τις κυβερνήσεις έναντι των υπερεθνικών και διεθνών οντοτήτων. Με τις ευρωεκλογές του Μαΐου του 2019 να πλησιάζουν, αυτές οι μετατοπίσεις θα επηρεάσουν τη σύνθεση του επόμενου Ευρωκοινοβουλίου.

Σύμφωνα με τον Δείκτη Απολυταρχικού Λαϊκισμού του 2017 που συνέταξε η σουηδική δεξαμενή σκέψης και μέλος του Epicenter, Timbro “ο απολυταρχικός λαϊκισμός ξεπέρασε σε δημοφιλία τον φιλελευθερισμό και αναδύθηκε στην τρίτη ισχυρότερο ιδεολογική δύναμη στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή”.

Οι ερευνητές του Timbro, αφού ανέλυσαν μοτίβα και δεδομένα εκλογικής συμπεριφοράς της περιόδου 1980-2017, συμπέραναν ότι η υποστήριξη των αντισυστημικών κομμάτων στην Ευρώπη (τόσο των δεξιών όσο και των αριστερών), έχει κορυφωθεί τα δύο τελευταία χρόνια, με περίπου το ένα πέμπτο του εκλογικού σώματος να ψηφίζει κατά μέσο όρο τέτοια κόμματα.

Αν αυτές οι τάσεις συνεχιστούν, τότε η ισορροπία μεταξύ των φιλοευρωπαϊκών και των ευρωσκεπτικιστικών φωνών στο Ευρωκοινοβούλιο είναι πιθανό να μετατοπιστεί υπέρ των δεύτερων. Καθώς τέτοιες φωνές απηχούν ολοένα και ισχυρότερα εντός του Ευρωκοινοβουλίου εκπροσωπώντας τους Ευρωπαίους πολίτες συνολικά, η επιρροή τους αναμένεται να οδηγήσει το ευρωπαϊκό εγχείρημα σε ένα μονοπάτι που θα ευνοεί περισσότερο τα εθνικά κράτη, θα απορρίπτει την απόδοση μεγαλύτερης κυριαρχίας στους θεσμούς της ΕΕ και θα προκρίνει την διακυβερνητική συνεργασία.

Η υποβόσκουσα λαϊκιστική ιδεολογία είναι κατά μία έννοια ένας ανταγωνισμός μεταξύ δύο ομάδων όπως αυτές γίνονται αντιληπτές: του ομογενούς και ενοποιημένου “λαού” και της διεφθαρμένης κυβερνώσας “ελίτ”. Στο υπερεθνικό επίπεδο αυτή η “ελίτ” είναι συνήθως η γραφειοκρατία της ΕΕ, που γίνεται αντιληπτή ως μια υπερδιογκωμένη μάζα γραφειοκρατών και υπερβολικά υψηλούς μισθούς που εργάζονται στην προστατευμένη φούσκα της ΕΕ, απομακρυσμένοι από τα ζητήματα που απασχολούν τους καθημερινούς ανθρώπους. Ή αλλιώς είναι διεθνείς φορείς όπως τα Ηνωμένα Έθνη και το ΝΑΤΟ. Πίσω από αυτή τη δυσαρέσκεια είναι η αποστροφή έναντι των υπερεθνικών φορέων που καλούν τις εθνικές κυβερνήσεις να λογοδοτήσουν για ζητήματα ελευθερίας του τύπου, νομοκρατίας ή πολιτικών για τη μετανάστευση και πεδίων στα οποία οι κυβερνήσεις απολάμβαναν στο παρελθόν πλήρη αρμοδιότητα.

Τα λαϊκιστικά κόμματα της δεξιάς έχουν ορθά εντοπίσει τη μετανάστευση ως μια σοβαρή πρόκληση με την οποία είναι αντιμέτωπη η ΕΕ, αλλά οι λύσεις που προτείνουν χαρακτηρίζονται από απομονωτισμό και μερικές φορές από ανοιχτή ξενοφοβία. Δεν αναγνωρίζουν τις τεράστιες ευκαιρίες που συχνά φέρνει μαζί της η μετανάστευση από τρίτες χώρες. Η ίδια λογική εντοπίζεται και στην ιδέα ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις εκμεταλλεύονται τους ανθρώπους, καθώς ένα αυστηρά ρυθμισμένο περιβάλλον που ευνοεί τις τοπικές επιχειρήσεις όχι μόνο αποθαρρύνει την καινοτομία αλλά και αποστερεί την οικονομία από νέες ξένες επενδύσεις.

Απ’ ό,τι φαίνεται ο λαϊκισμός ήρθε για να μεινει. Μολονότι δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις σ’ αυτές τις ολοένα και εντεινόμενες τάσεις, οι πολιτικοί μπορούν να ξεκινήσουν από την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα προβληματικών ζητημάτων όπως η αύξηση της ανεργίας των νέων ανθρώπων. Καθώς οι νέοι ψηφοφόροι είναι πιο επιρρεπείς στην αντισυστημική ρητορική και γενικά χαρακτηρίζονται από χαμηλότερα επίπεδα εμπιστοσύνης στους θεσμούς, ήδη αποτελούν ένα σημαντικό μερίδιο των υποστηρικτών των λαϊκιστικών κομμάτων και πολιτικών. Αυτό, σε συνδυασμό με τα χαμηλά επίπεδα απασχόλησης των νέων και τις περιοριστικές ρυθμίσεις για την είσοδο των νέων στην αγορά εργασίας συνθέτουν μια συνταγή ιδεολογικής καταστροφής.

Οι εργασιακές ρυθμίσεις που έχουν ως στόχο την προστασία συγκεκριμένων ομάδων έχουν συχνά αντίθετα αποτελέσματα και αποβαίνουν εις βάρος μη προνομιούχων ομάδων όπως οι νέοι άνθρωποι. Υπάρχουν ισχυρά επιχειρήματα υπέρ της μείωσης των ρυθμίσεων και της εφαρμογής συνολικών μεταρρυθμίσεων στο μεγάλο σώμα των υφιστάμενων εργασιακών ρυθμίσεων ώστε μέσω της διευκόλυνση της πρόσβασης σε θέσεις εργασίας να δοθεί στους νεότερους ψηφοφόρους μια νέα αίσθηση σταθερότητας.

Καθώς τα λαϊκιστικά κόμματα προσφέρουν υπεραπλουστευτικές απαντήσεις σε περίπλοκα ζητήματα, μπορούν να συγκεντρώνουν υποστήριξη για τις πολιτικές τους και να αυξάνουν την επιρροή τους, όμως μακροπρόθεσμα οι λύσεις που προτείνουν - όπως η επέκταση του κρατικού ελέγχου επί της δικαστικής εξουσίας ή η νομοθετική απαγόρευση της λειτουργίας οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών - είναι σίγουρο πως θα πλήξουν τη νομοκρατία και τη δημόσια εμπιστοσύνη στους θεσμούς, ενώ ταυτόχρονα θα βαθύνουν ήδη υφιστάμενες διαιρετικές τομές εντός της κοινωνίας χωρίς να προσφέρουν λειτουργικές εναλλακτικές λύσεις.

--

Ο Matyas Koppany είναι Ούγγρος μεταπτυχιακός φοιτητής Ευρωπαϊκών Σπουδών στο πανεπιστήμιο του Άαρχους στη Δανία, με ειδικό ενδιαφέρον στην ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική, τις σχέσεις ΕΕ-Ουγγαρίας και την άνοδο του λαϊκισμού. Κάνει την πρακτική του άσκηση στο δίκτυο Epicenter.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στις 12 Οκτωβρίου 2018 και παρουσιάζεται στα ελληνικά με την άδεια του δικτύου Epicenter και τη συνεργασία του ΚΕΦΙΜ “Μάρκος Δραγούμης”.

-A +A

Δημοφιλέστερα Άρθρα