Δευτέρα 28 Αυγούστου 2017, 08:39
Τελευταία ενημέρωση: 09:11

-A +A

«Αγοράστε τοπικά» - Είναι καν εφικτό αυτό;

Δευτέρα 28 Αυγούστου 2017, 08:39
Τελευταία ενημέρωση: 09:11
«Αγοράστε τοπικά» - Είναι καν εφικτό αυτό;
-A +A

Του Anthony Gill

Οι κάτοικοι του Duvall, της βουκολικής μου πόλης που βρίσκεται στις παρυφές των Cascade Mountains, λατρεύουν το τοπικό φαγητό. Οι ντόπιοι καλλιεργούν διάφορα φρούτα και λαχανικά, εκτρέφουν αγελάδες και πρόβατα, φτιάχνουν μπύρα και αποστάζουν ποτά. Οι συγκεντρώσεις “από το αγρόκτημα στο τραπέζι” είναι δημοφιλείς στην περιοχή και ταμπέλες και ολόκληρη την πόλη καλούν τους πολίτες να “αγοράζουν τοπικά”.

Οι γείτονές μου ακολουθούν ολοένα και περισσότερο αυτή την τάση να παρακινούν τους καταναλωτές να “ψωνίζουν τοπικά” προκειμένου να τα χρήματα να μένουν την κοινότητα και/ή να μειώνονται τα “μίλια τροφής” που υποτίθεται πως βλάπτουν το περιβάλλον.

Φανταστείτε λοιπόν την έκπληξή μου όταν συνάντησα μια ταμπέλα που προωθούσε ένα “τοπικό” τρόφιμο στο ράφι με τα αρτοποιήματα του Safeway (μια εταιρική αλυσίδα παντοπωλείων) της πόλης μου. Επρόκειτο μήπως για μια νόστιμη τάρτα με μύρτιλλα από την τοπική “U-Pick” φάρμα λίγο πιο κάτω; Όχι! Ήταν μια πίτα με κρέμα σοκολάτας για ένα άτομο με ξύσματα καρύδας στην κορυφή.

Φανταστικό! Οι γείτονές μου πρέπει τώρα να στήνουν αγροκτήματα με κακαόδεντρα και να φυτεύουν φοίνικες

Γρήγορα, ρώτησα στον πίνακα συζητήσεων της πόλης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πού βρίσκονται αυτά τα αγροκτήματα κακάο και καρύδας, αλλά η μόνη απάντηση που πήρα ήταν ότι γίνομαι ανόητος, καθώς αυτά τα τρόφιμα δεν αναπτύσσονται καλά στο ψυχρό και υγρό κλίμα της δυτικής Ουάσινγκτον. “Τότε γιατί αυτή η λαχταριστή πίτα έχει την ταμπέλα του τοπικού προϊόντος;” ξαναρώτησα απορημένος. Η απάντηση ήταν απλή: γιατί ψήθηκε εδώ.

275 μίλια μακριά

Εντάξει τότε! Το επόμενο βήμα μου ήταν να ανακαλύψω την τοποθεσία αυτού του υπέροχου αρτοποιείου. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να κάνω μια βόλτα στο κατάστημα και να συγχαρώ τους ιδιοκτήτες τους γιατί κατάφεραν να ικανοποιήσουν τις γευστικές μου απαιτήσεις. Ψάχνοντας όμως την ετικέτα, με έκπληξη διαπίστωσα ότι η πίτα είχε φτιαχτεί στα Airway Heights της Ουάσινγκτον. Ύστερα από περαιτέρω έρευνα ανακάλυψα ότι η τοποθεσία αυτή ήταν κοντά στο Spokane, μόλις 275 μίλια ανατολικά της πόλης μου.

Για μισό λεπτό! Πώς μπορεί κάτι που απέχει χονδρικά πέντε ώρες ταξίδι να είναι “τοπικό”; Πώς θα “κρατήσουμε τα χρήματα στην τοπική μας κοινότητα” αν το αγοράσουμε, εφόσον η πιθανότητα κάποιος από τα Airway Heights να ψωνίσει το Duvall είναι κοντά στο μηδέν;

Ψάχνοντας περισσότερο, ανακάλυψα ότι τα Safeway ονομάζουν “τοπικό” το οποιοδήποτε προϊόν που κατασκευάζεται και πωλείται στην Ουάσινγκτον. Μια πίτα που ψήθηκε μόλις 25 μίλια μακρύτερα στο Άινταχο, μόλις 30 λεπτά παραπάνω σ' αυτό το ταξίδι των πέντε ωρών, δεν θα είχε την ταμπέλα του “τοπικού” προϊόντος.

Τι συμβαίνει όμως με το Βανκούβερ της Βρετανικής Κολομβίας; Αυτή η καναδική πόλη απέχει την μισή απόσταση (130 μίλια) μολονότι βρίσκεται σε κάποια μακρινή “ξένη” χώρα. Ένα κομμάτι μπέικον από το Βανκούβερ που αγοράστηκε στο Safeway της πόλης μας δεν θα είχε την σφραγίδα του “τοπικού” που έχει η πίτα από τα μακρινά Airway Heights. Τίποτε απ' όλα αυτά δεν βγάζει νόημα.

Αν μπερδευτήκατε κι εσείς όπως εγώ, μπορεί να υποφέρετε από την γεωγραφική σύγχυση που έρχεται φυσικά (και συχνά χωρίς γλουτένη) με το κίνημα των “τοπικιστών”. Ευτυχώς, η στοιχειώδης οικονομική λογική παρέχει ένα αποτελεσματικό αντίδοτο σ' αυτή την διανοητική πάθηση. Στην ουσία, τα οικονομικά μας πληροφορούν ότι το “σπίτι” μας, είναι όπου εμείς θέλουμε να είναι.

Υπάρχει κάτι πραγματικά “τοπικό”;

Η κρίσιμη ερώτηση είναι αν το οποιοδήποτε προϊόν είναι πραγματικά “τοπικό”. Αν γνωρίζετε το περίφημο δοκίμιο του Leonard Read I, Pencil, τότε δεν θα εκπλαγείτε μαθαίνοντας ότι ακόμη και τα απλούστερα αντικείμενα (για παράδειγμα τα μολύβια) κατασκευάζονται από υλικά και εργασία σε ολόκληρο τον κόσμο.

Ως προς την πίτα μου, τα Airway Heights, όπως και το Duvall δεν έχουν φάρμες κακάο και καρύδας για να κάνουν το περιεχόμενο του προϊόντος γεωγραφικά τοπικό. Αυτά τα υλικά πιθανότατα προέρχονται από την Αφρική και/ή την Νοτιοανατολική Ασία μέσω εργοστασίων επεξεργασίας στην Κεντρική Αμερική. Και η εργασία; Όντως, θα μπορούσαμε να αγοράζουμε τα προϊόντα από αλλού και να τα παρασκευάζουμε με “ντόπια χέρια”, πράγμα που θα έκανε την εργασία “τοπική” - αλλά έχει άραγε αυτό σημασία;

Σκεφτείτε ένα τρόφιμο που έχει δέκα συστατικά και χρειάζεται για την παρασκευή του έναν φούρναρη. Και τα δέκα συστατικά προέρχονται από κάποια “μη τοπική” πηγή (που απέχει ίσως 400 μίλια). Η πίτα όμως ψήνεται σε έναν φούρνο στην άκρη του δρόμου. Ο φούρναρης είναι ντόπιος και θα υποθέταμε ότι θα ξόδευε τα χρήματά του στην περιοχή, ή έτσι θα ελπίζαμε.

Σκεφτείτε τώρα μια πίτα που ψήνεται στο Άινταχο από έναν “μη ντόπιο” σεφ, χρησιμοποιώντας στάρι και γάλα που παράγεται στο Duvall από χέρια της πόλης μας. Εδώ έχουμε μια κατάσταση όπου η “ντόπια εργασία” παράγει δύο από τα δέκα συστατικά μολονότι οι καρποί αυτής της εργασίας πηγαίνουν στο Άινταχο για την τελική παρασκευή. Αν αρνηθούμε να αγοράσουμε αυτή την λαχταριστή τάρτα γιατί δεν ψήθηκε τοπικά, δεν θα βοηθούσαμε την περιοχή “αγοράζοντας τοπικά” στάρι και γάλα. Οι αγρότες στο Duvall θα είχαν λιγότερο εισόδημα να ξοδέψουν τοπικά. Θεέ μου, τι κάναμε;!

Από την οπτική των “τοπικιστών”, έχει σημασία ποιο μέρος ενός προϊόντος (συμπεριλαμβανομένης της εργασίας) είναι τοπικό, από την στιγμή που κάτι είναι τοπικό; Αν θέλουμε να αυστηροποιήσουμε τις απαιτήσεις μας και να ζητάμε όλο το προϊόν να παράγεται τοπικά - από τις πρώτες ύλες και την εργασία για την παραγωγή των συστατικών, μέχρι τον φούρναρη που κάνει την τελική παρασκευή - τότε θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να περιορίσουμε δραματικά τις επιλογές μας ή να πεινάσουμε. Οι πολίτες του Duvall για να ψωνίζουν εντελώς “τοπικά” θα πρέπει να εγκαταλείψουν τη συνήθειά τους να τρώνε πίτες με σοκολάτα και καρύδα.

Ακόμη όμως και τα τοπικά τρόφιμα όπως τα καρότα, γρήγορα βγαίνουν από τη λίστα τω προϊόντων της “τοπικής” κατανάλωσης, αν αναλογιστούμε ότι τα αγροτικά μηχανήματα που χρησιμοποιούνται για το φύτεμα και τη συγκομιδή των καλλιεργειών βασίζονται σε μέταλλο, βενζίνη και εργασία που έρχεται από μακρινές περιοχές (ίσως μέχρι και την… γκασπ… Μοντάνα!). Προσωπικά, βρήκα ότι το μόνο “τοπικό” πράγμα που θα μπορούσα να τρώω εδώ στην δυτική Ουάσινγκτον είναι τα μανιτάρια που ξεφυτρώνουν στις αυλές μας την άνοιξη και το φθινόπωρο. Και δεν είμαι σίγουρος ότι θέλω να πάρω αυτό το ρίσκο.

Τοπικό για τη δική μου γεύση

Φυσικά υπάρχουν κι άλλες ενστάσεις στο κίνημα της “τοπικής κατανάλωσης”. Το ζήτημα των “μιλιών τροφής” συχνά δεν λαμβάνει υπόψη του την αποτελεσματικότητα του συγκριτικού πλεονεκτήματος της παραγωγής τροφής αλλού στον κόσμο, για να μην αναφέρουμε την ραγδαία μείωση του κόστους μεταφοράς μέσα στο χρόνο.

Μολονότι στην πόλη μου καλλιεργούμε σπουδαία μύρτιλλα την άνοιξη, είναι φτηνότερο - αν αναλογιστούμε όλους τους πόρους - να τα παίρνουμε από τη Χιλή τον χειμώνα. Χάρη στη σύγχρονη τεχνολογία μεταφορών, η Χιλή είναι πιο “τοπική” από ποτέ.

Και όσο για το επιχείρημα να “κρατήσουμε τα χρήματα στην τοπική κοινότητα” έχω προσπαθήσει να πείσω τους ντόπιους αγρότες και φουρνάρηδες να μην αγοράζουν Toyota με τα “τοπικά” δολάρια που τους δίνω, αλλά είναι πολύ δύσκολο να εφαρμόσω αυτή τη συμφωνία. Προφανώς, τους αρέσουν τα Toyote. (Μάλιστα, παρατηρώ μερικές φορές ότι τα δολάρια που χρησιμοποιώ έχουν τυπωθεί στη Φιλαδέλφεια και το Ντένβερ!).

Το επιχείρημά μου έναντι όλων των “τοπικιστών” είναι πως το “τοπικό” είναι εντέλει στο μυαλό. Αν τα Airway Heights είναι “πιο τοπικά” από το Βανκούβερ, μολονότι το τελευταίο είναι γεωγραφικά κοντινότερα από το πρώτο, δεν παίζουμε άραγε ρητορικά παιχνίδια; Έχει νόημα αν τα συστατικά για την σοκολατένια μου πίτα ήρθαν από την Αφρική;

Μπορεί να είναι ωραίο να στηρίζει κανείς έναν γείτονα που βλέπει καθημερινά, αλλά ο καλλιεργητής κακάο στη Νιγηρία, ή ο φούρναρης στο Άινταχο μπορεί κι αυτός να είναι ένας υπέροχος άνθρωπος και να του αξίζουν τα κέρδη από το εμπόριο μαζί μου. Εφόσον δεν μπορώ να είμαι σίγουρος, γιατί να μην υποθέτω το καλύτερο; Για μένα το “τοπικό” δεν αφορά τόσο το πού παράγεται κάτι, αρκεί αυτό να είναι κοντά στις γευστικές μου προτιμήσεις. Τώρα, ποιος έχει ένα πιρούνι;

--

Ο Anthony Gill είναι καθηγητής πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον στο Σηάτλ και συγγραφέας των βιβλίων Rendering Unto Ceasar: The Catholic Church and the State in Latin America (Τα του Καίσαρος: η Καθολική Εκκλησία και το Κράτος στη Λατινική Αμερική) και The Political Origins of Religious Liberty (Οι πολιτικές απαρχές της θρησκευτικής ελευθερίας). Ζει στο Duvall της Ουάσινγκτον και δεν τον πολυνοιάζει από που έρχεται το φαγητό του.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στις 12 Αυγούστου 2017 και παρουσιάζεται στα ελληνικά με την άδεια του Foundation for Economic Education (FEE) και τη συνεργασία του ΚΕΦΙΜ “Μάρκος Δραγούμης”.

-A +A

Ροή Ειδήσεων

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2020
Σελίδα με όλες τις ειδήσεις

Δημοφιλέστερα Άρθρα