Η απόφαση αμερικανικού δικαστηρίου που έκρινε εταιρείες τεχνολογίας υπεύθυνες για τον εθισμό ανήλικης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προκάλεσε άμεσες αντιδράσεις από τους εμπλεκόμενους ομίλους, με την Google να δηλώνει ότι διαφωνεί με το σκεπτικό της ετυμηγορίας και να προαναγγέλλει την άσκηση έφεσης.
«Διαφωνούμε με την ετυμηγορία και σκοπεύουμε να ασκήσουμε έφεση. Η υπόθεση αυτή παρερμηνεύει το YouTube, το οποίο είναι μια υπεύθυνα σχεδιασμένη πλατφόρμα συνεχούς ροής (streaming) και όχι ιστότοπος κοινωνικής δικτύωσης», ανέφερε σε δήλωσή της εκπρόσωπος της Google.
Ιστορική απόφαση
Η επιτροπή ενόρκων, μετά από σχεδόν εννέα ημέρες διαβουλεύσεων και έξι εβδομάδες ακροαματικής διαδικασίας στο ανώτατο δικαστήριο του Λος Άντζελες, έκρινε ότι οι δύο εταιρείες ενήργησαν με αμέλεια και δεν παρείχαν επαρκείς προειδοποιήσεις σχετικά με τους πιθανούς κινδύνους των πλατφορμών τους. Σύμφωνα με την απόφαση, η Meta καλείται να καταβάλει το 70% της αποζημίωσης, ενώ το υπόλοιπο ποσό θα καλυφθεί από το YouTube, μετέδωσε το NPR.
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρέθηκε μια 20χρονη γυναίκα, η οποία για λόγους προστασίας προσωπικών δεδομένων, αναφέρεται με τα αρχικά KGM. Η KGM κατέθεσε ότι εθίστηκε στο YouTube από την ηλικία των έξι ετών και στο Instagram από τα εννέα της χρόνια.
Όπως ανέφερε, η συνεχής χρήση των πλατφορμών είχε σοβαρές επιπτώσεις στην ψυχική της υγεία, οδηγώντας την σε κατάθλιψη ήδη από την ηλικία των δέκα ετών, καθώς και σε αυτοτραυματισμό. Η χρήση των κοινωνικών μέσων, σύμφωνα με τη μαρτυρία της, επηρέασε αρνητικά τις οικογενειακές και σχολικές της σχέσεις, ενώ στα 13 της διαγνώστηκε με σωματική δυσμορφική διαταραχή και κοινωνική φοβία.
Χρόνος παραμονής και εθισμός
Κατά τη διάρκεια της δίκης, οι ένορκοι άκουσαν καταθέσεις από ανώτατα στελέχη των εταιρειών, ειδικούς σε θέματα κοινωνικών μέσων και εθισμού, καθώς και πληροφοριοδότες που παρουσίασαν στοιχεία για τον τρόπο λειτουργίας των πλατφορμών. Οι δικηγόροι της ενάγουσας υποστήριξαν ότι λειτουργίες όπως η απεριόριστη κύλιση περιεχομένου και η αυτόματη αναπαραγωγή βίντεο σχεδιάστηκαν με στόχο να κρατούν τους χρήστες όσο το δυνατόν περισσότερο στις εφαρμογές, ενισχύοντας τον εθισμό και αυξάνοντας τον χρόνο παραμονής.
Η νομική στρατηγική των ενάγοντων θύμισε έντονα τις υποθέσεις κατά των μεγάλων καπνοβιομηχανιών τη δεκαετία του 1990, όταν οι εταιρείες κατηγορήθηκαν ότι γνώριζαν τις βλαβερές συνέπειες των προϊόντων τους αλλά απέκρυπταν τους κινδύνους, αναφέρει ο Guarida σε σχετικό δημοσίευμα. Σύμφωνα με τους δικηγόρους, οι εταιρείες τεχνολογίας γνώριζαν ότι ο σχεδιασμός των πλατφορμών τους μπορούσε να προκαλέσει ψυχολογική εξάρτηση, αλλά δεν έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα προστασίας.
Η ετυμηγορία της επιτροπής ενόρκων ήταν ξεκάθαρη, καθώς με ψήφους 10-2 κρίθηκε ότι η αμέλεια των εταιρειών αποτέλεσε ουσιαστικό παράγοντα που προκάλεσε βλάβη στην ενάγουσα και ότι οι εταιρείες γνώριζαν τους κινδύνους του σχεδιασμού των προϊόντων τους. Η απόφαση αυτή θεωρείται σημαντική, καθώς ανοίγει τον δρόμο για παρόμοιες αγωγές στο μέλλον.
