Το 2019, στο πλαίσιο μιας πολυετούς έρευνας για το μέλλον της τεχνολογίας και της εργασίας που υλοποιήσαμε στο Millennium Project, θέσαμε για πρώτη φορά στα σενάρια για το 2050 τις προκλήσεις που θα αντιμετωπίσουν οι εργαζόμενοι ήδη από το 2030. Μιλήσαμε για τεχνολογική ανεργία, για επιτάχυνση του μετασχηματισμού, για ριζικές ανακατατάξεις ακόμη και σε κλάδους που τότε θεωρούνταν «ασφαλείς»: την πληροφορική, τη ρομποτική, τη μοριακή βιολογία.
Το βασικό μας συμπέρασμα ήταν ξεκάθαρο: η μονοδιάστατη προσήλωση στις τεχνικές δεξιότητες δεν αρκεί. Η μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα δεν θα προέλθει από περισσότερες γλώσσες προγραμματισμού, αλλά από βαθύτερες ανθρώπινες ικανότητες. Κριτική σκέψη. Δημιουργικότητα. Ικανότητα σύνθεσης. Συνεργασία. Αυτορρύθμιση. Προσαρμοστικότητα.
Τότε, πολλοί το θεώρησαν υπερβολή, σήμερα, μοιάζει σχεδόν αυτονόητο.
Πριν ακόμη εμφανιστεί το ChatGPT, τα σημάδια ήταν ήδη εκεί. Το 2019, έρευνα του IBM Institute for Business Value έδειξε ότι οι επιχειρήσεις αναζητούν πλέον πάνω από τις γνώσεις STEM και τις ψηφιακές δεξιότητες τη συμπεριφορά, την ευελιξία, την ικανότητα προσαρμογής και την ιεράρχηση προτεραιοτήτων σε περιβάλλον διαρκούς αλλαγής.
Ακόμη πιο εντυπωσιακό: ήδη από το 2017, στοιχεία του US Census Bureau έδειχναν ότι το μισθολογικό πλεονέκτημα των αποφοίτων STEM εξασθενεί μετά τα πρώτα χρόνια εργασίας. Μετά τα 40, οι αποδοχές τους εξομοιώνονται με εκείνες των αποφοίτων κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών. Γιατί; Επειδή η τεχνολογική γνώση «γερνάει». Και επειδή οι οριζόντιες δεξιότητες — επίλυση προβλημάτων, κριτική σκέψη, προσαρμοστικότητα — διατηρούνται και ενισχύονται με τον χρόνο.
Και ενώ αυτή η πορεία διαγραφόταν σταδιακά, το αναπάντεχο συνέβη νωρίτερα απ’ όσο προβλέπαμε. Τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα, όπως το ChatGPT, έφεραν μια μικρή – αλλά δομική – επανάσταση στην αγορά εργασίας.
Η ανατροπή που ήρθε νωρίτερα
Ας εξηγήσουμε για μια στιγμή τι ακριβώς συμβαίνει. Από το 2008 και μετά, υπήρχε μια εντυπωσιακά σταθερή και συνεπής αύξηση στον αριθμό των εργαζομένων υψηλής τεχνολογίας στις ΗΠΑ – ή, πιο ακριβώς, στο ποσοστό συμμετοχής τους στο σύνολο της αμερικανικής απασχόλησης. Η τεχνολογία ήταν η ατμομηχανή της οικονομίας.
Το 2020, με την πανδημία, παρατηρήθηκε ένα άλμα: οι εταιρείες τεχνολογίας προσέλαβαν περισσότερο από ποτέ. Η τηλεργασία, η ψηφιοποίηση, οι ψηφιακές υπηρεσίες εκτοξεύθηκαν. Το άλμα αυτό εξισορροπήθηκε περίπου έναν χρόνο αργότερα και το 2021 επιστρέψαμε σε μια ήπια ανοδική πορεία. Και έπειτα, στο τέλος του 2022, εμφανίστηκε το ChatGPT και ξαφνικά, ο αριθμός των εργαζομένων υψηλής τεχνολογίας άρχισε να μειώνεται.

Η αρχική εξήγηση ήταν απλή: «προσέλαβαν υπερβολικά πολλούς, τώρα απλώς εξορθολογίζουν». Όμως τα δεδομένα δείχνουν κάτι πιο βαθύ. Στα τέλη του 2025, ο αριθμός των εργαζομένων υψηλής τεχνολογίας προβλέπεται να είναι χαμηλότερος από εκείνον που θα είχαμε αν συνεχιζόταν η προ-πανδημική τάση ανάπτυξης.
Ο τεχνολογικός τομέας σήμερα αντιστοιχεί περίπου στο 2,3% της συνολικής απασχόλησης στις ΗΠΑ – το χαμηλότερο ποσοστό από τις αρχές του 2021. Το ποσοστό αυτό κορυφώθηκε γύρω από την κυκλοφορία του ChatGPT τον Νοέμβριο του 2022 και έκτοτε μειώνεται. Μόνο σε υποδομές πληροφορικής, data processing, web hosting και computer systems design χάθηκαν περίπου 91.000 θέσεις εργασίας. Οι αγγελίες για software developers έχουν μειωθεί κατά 71% από το υψηλό του 2022 και βρίσκονται 33% κάτω από τα προ-πανδημικά επίπεδα.
Με άλλα λόγια: οι εργαζόμενοι στην τεχνολογία αυτοματοποιούν τους εαυτούς τους.
Οι «υπερ-εργαζόμενοι» και το τέλος της μετριότητας
Τι σημαίνει αυτό; Είναι νωρίς για οριστικά συμπεράσματα, αλλά το σήμα είναι σαφές: η τεχνητή νοημοσύνη επιτρέπει στις εταιρείες να γίνουν μικρότερες και αποδοτικότερες.
Προσωπικά, πιστεύω ότι ένας προγραμματιστής που αξιοποιεί σωστά την ΑΙ αποκτά υπερδυνάμεις. Μπορεί να πολλαπλασιάσει δραματικά την παραγωγικότητά του. Δεν θα μου έκανε εντύπωση αν τα επόμενα χρόνια οι εταιρείες επιλέξουν να «αποβάλουν το περιττό βάρος» – χαμηλής αποδοτικότητας εργαζόμενους – και να διατηρήσουν λίγους, εξαιρετικά ικανούς «super developers», που μπορούν να κάνουν τη δουλειά πέντε, δέκα ή εκατό ανθρώπων.
Αν αυτή είναι πράγματι η νέα κατεύθυνση – και τα δεδομένα δείχνουν ότι προς τα εκεί οδεύουμε – τότε οι κανόνες του παιχνιδιού αλλάζουν. Από τη μαζική πρόσληψη μέτριου ανθρώπινου δυναμικού περνάμε στην αναζήτηση «υπερ-εργαζομένων». Το κατώφλι εισόδου αυξάνεται. Οι ανταμοιβές επίσης. Ένας εργαζόμενος που ξέρει να χειρίζεται σωστά την ΑΙ μπορεί να αντικαταστήσει ολόκληρο τμήμα. Οι εταιρείες που μετρούν αποτελέσματα και όχι κεφάλια θα αφήσουν πίσω όσες εξακολουθούν να λειτουργούν με λογικές βιομηχανικής εποχής.
Και εδώ έρχεται το κρίσιμο ερώτημα: Σε έναν κόσμο «super εργαζομένων», τι ακριβώς είναι αυτό που κάνει κάποιον πραγματικά υπεράνω; Η απάντηση δεν είναι μόνο η τεχνική επάρκεια.
Η ψευδαίσθηση της τεχνολογικής ασφάλειας
Η τεχνολογική γνώση «γερνάει» γρήγορα. Μια γλώσσα προγραμματισμού, μια πλατφόρμα – όλα έχουν κύκλο ζωής. Οι νεότεροι απόφοιτοι έρχονται πάντα με πιο «φρέσκες» γνώσεις. Όταν η αξία σου βασίζεται αποκλειστικά στο εργαλείο που γνωρίζεις, η καριέρα σου έχει ημερομηνία λήξης.
Αντίθετα, οι οριζόντιες δεξιότητες δεν αυτοματοποιούνται εύκολα. Η ικανότητα να θέτεις σωστά τα ερωτήματα. Να εντοπίζεις το πρόβλημα πίσω από το πρόβλημα. Να συνθέτεις ετερόκλητες πληροφορίες. Να επικοινωνείς σε πολυπολιτισμικά περιβάλλοντα. Να αντέχεις την αβεβαιότητα χωρίς να παραλύεις. Αυτές οι δεξιότητες είναι που κάνουν έναν εργαζόμενο πραγματικά ανθεκτικό. Κι όμως, ως κοινωνία, εξακολουθούμε να στέλνουμε το αντίθετο μήνυμα.
Γονείς γεμίζουν το πρόγραμμα των παιδιών τους με ρομποτική και coding από το δημοτικό, πιστεύοντας ότι έτσι τα εξοπλίζουν για το μέλλον. Ελάχιστοι επενδύουν συνειδητά σε τέχνες, λογοτεχνία, φιλοσοφία, ταξίδια, διαπολιτισμικές εμπειρίες.
Και όμως, στον κόσμο που αναδύεται, το παιδί που διαβάζει λογοτεχνία, που παίζει θέατρο, που ταξιδεύει, που μαθαίνει να αμφισβητεί και να επιχειρηματολογεί, είναι πιθανό να είναι πιο ανθεκτικό από εκείνο που γνωρίζει τρεις γλώσσες προγραμματισμού στα δεκαπέντε του.
Η μεγάλη μεταρρύθμιση που δεν τολμάμε
Αν πράγματι θέλουμε να προετοιμαστούμε για τον μετασχηματισμό της αγοράς εργασίας, πρέπει να αναγνωρίσουμε θεσμικά την αξία των ήπιων δεξιοτήτων.
Τα πολυτεχνεία και οι σχολές θετικών επιστημών οφείλουν να ενσωματώσουν στο πρόγραμμα σπουδών μαθήματα φιλοσοφίας της τεχνολογίας, ηθικής της ΑΙ, ιστορίας ιδεών, δημιουργικής γραφής, ομαδικής δυναμικής, διαπραγμάτευσης και ηγεσίας. Όχι ως επιλογές για τους «ευαίσθητους», αλλά ως δομικά στοιχεία επαγγελματικής επάρκειας.
Παράλληλα, οι σχολές ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών χρειάζεται να αγκαλιάσουν την τεχνολογία χωρίς φοβικά σύνδρομα, καλλιεργώντας διεπιστημονικά προφίλ που συνδυάζουν κριτική σκέψη και τεχνολογική κατανόηση.
Η αγορά εργασίας δεν μετατρέπεται σε «τεχνολογική ζούγκλα». Μετατρέπεται σε πεδίο όπου η τεχνολογία είναι δεδομένη και το ανθρώπινο στοιχείο γίνεται ο αποφασιστικός παράγοντας διαφοροποίησης. Η μονοδιάστατη προσήλωση στις τεχνικές δεξιότητες οδηγεί τελικά σε μικρότερη ανθεκτικότητα, μικρότερη ευελιξία και, σε βάθος χρόνου, σε προβληματικούς εργαζόμενους – ευάλωτους σε κάθε τεχνολογικό κύμα. Αντίθετα, οι ήπιες δεξιότητες δεν είναι «μαλακές». Είναι σκληρός πυρήνας βιωσιμότητας.
Ίσως, λοιπόν, ήρθε η στιγμή να πούμε καθαρά: Δεν χρειαζόμαστε περισσότερα παιδιά σε coding camps. Χρειαζόμαστε περισσότερα παιδιά σε βιβλιοθήκες, σε θεατρικές σκηνές, σε μουσικά σύνολα, σε ταξίδια που τα βγάζουν από τη βεβαιότητά τους.
Σε έναν κόσμο όπου η τεχνητή νοημοσύνη γίνεται ολοένα και πιο ικανή, το ανταγωνιστικό μας πλεονέκτημα δεν θα είναι η ταχύτητα πληκτρολόγησης κώδικα. Θα είναι η ικανότητα να σκεφτόμαστε βαθύτερα, να αισθανόμαστε περισσότερο και να συνθέτουμε δημιουργικά. Και αυτή η επένδυση δεν ξεκινά από τα εργαστήρια πληροφορικής. Ξεκινά από την καλλιέργεια του ανθρώπου.
Πηγές
