Η άγρια καταστολή των διαδηλώσεων στο Ιράν, οι προειδοποιήσεις του Ντόναλντ Τραμπ για πιθανή αμερικανική παρέμβαση και τα σενάρια μιας πολιτικής μετάβασης συνθέτουν ένα εξαιρετικά ρευστό τοπίο. Τι θα σήμαινε για τη Μέση Ανατολή ένα Ιράν χωρίς το καθεστώς Χαμενεΐ; Ο πολιτικός επιστήμονας και διεθνολόγος Θόδωρος Τσίκας μιλά στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη, σκιαγραφώντας τα ανοιχτά ενδεχόμενα.
Καθώς οι μαζικές διαδηλώσεις στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν καταστέλλονται στο γνώριμο μοτίβο βίας, ο κ. Τσίκας εκτιμά πως ο κύκλος ζωής ζωής του θεοκρατικού καθεστώτος ενδέχεται σταδιακά να κλείνει, χωρίς όμως να μπορούν να προβλεφθούν ούτε ο χρόνος ούτε η μορφή μιας ενδεχόμενης αλλαγής, ενώ η μετάβαση θα μπορούσε να προκύψει ακόμη και μέσα από το ίδιο το σύστημα εξουσίας.
Ο κ. Τσίκας αποτυπώνει την εικόνα στο εσωτερικό του Ιράν, αναλύει τα σενάρια εξωτερικής παρέμβασης υπό το πρίσμα των δηλώσεων του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, και συνθέτει το ερώτημα της επόμενης μέρας γύρω από την απουσία ενιαίας αντιπολίτευσης, τον ασαφή ρόλο του εξόριστου Ρεζά Παχλαβί αλλά και την ισχύ των Φρουρών της Επανάστασης.
Παράλληλα, καταγράφει τις αλυσιδωτές γεωπολιτικές και οικονομικές επιπτώσεις που θα είχε μία αλλαγή πολιτικού συστήματος στο Ιράν, αλλά και τους σοβαρούς κινδύνους μιας παρατεταμένης αποσταθεροποίησης. Επισημαίνει ότι το «κλειδί» βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο θα εξελιχθεί μία μετάβαση, ενώ συνδέει τις εξελίξεις στο Ιράν με τη Συρία και τη συνολικότερη αναδιάταξη ισορροπιών στη Μέση Ανατολή, όπου Ισραήλ, Τουρκία και Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να χαράξουν νέα δεδομένα.
Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης
Κύριε Τσίκα, θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε με μία αποτύπωση της κατάστασης στο Ιράν αφότου το καθεστώς πέρασε πλέον στη «γνώριμη» φάση της αιματηρής καταστολής και της επιστράτευσης όλων των προπαγανδιστικών μηχανισμών, υποστηρίζοντας ότι έχει τον «πλήρη έλεγχο»;
Εν πρώτοις, να επισημάνουμε ότι το βασικό χαρακτηριστικό αυτού του κύματος διαδηλώσεων στο Ιράν είναι η μαζικότητά τους και κυρίως το ότι ήλθαν να συσπειρώσουν πλατιά κοινωνικά στρώματα, τα οποία παλαιότερα δεν συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις. Στους δρόμους βγήκαν για πρώτη φορά οι έμποροι των παζαριών, ακριβώς λόγω της υποτίμησης του τοπικού νομίσματος, γεγονός που κατέδειξε ότι εξεγείρονται και άνθρωποι που ίσως δεν έχουν ιδεολογικές διαφορές με το καθεστώς, αλλά υφίστανται τις δραματικές οικονομικές συνέπειες της πολιτικής του.
Μεγάλη σημασία έχει ότι κινητοποιήθηκαν πιο φτωχά, πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα της επαρχίας, τα οποία αντικειμενικά είναι πιο συντηρητικά, αν μπορώ να το θέσω έτσι, αλλά και εθνικές μειονότητες -Κούρδοι, Άραβες, Αζέροι και Βαλούχοι, που βρίσκονται στα σύνορα του Ιράν με το Πακιστάν- που σε μεγάλο βαθμό ήταν αρκετά επιφυλακτικές στο να συμμετάσχουν σε αντικαθεστωτικές διαδηλώσεις.
Επομένως, αυτό ήλθε να δημιουργήσει πολύ σοβαρές ρωγμές στο καθεστώς, το οποίο φοβούμενο ότι οι ρωγμές αυτές είναι πολύ πιο βαθιές απ’ ότι στο παρελθόν και μπορούν πράγματι να το αποσταθεροποιήσουν, φαίνεται ότι αποφάσισε να απομακρυνθεί από μία αρχικά «ήπια» -σχετικά πάντα μιλώντας- αντιμετώπιση της κατάστασης και να προχωρήσει σε πολύ σκληρή καταστολή.
Οι φωνές του μετριοπαθούς, σχετικά, Ιρανού προέδρου Μασούντ Πεζεσκιάν, που έλεγε να ακουστούν τα αιτήματα των διαδηλωτών, δεν είναι πλέον στο προσκήνιο και φαίνεται ότι έχουν επικρατήσει πιο σκληροπυρηνικοί κύκλοι, κυρίως μέσα στο Συμβούλιο των Μουλάδων, οι οποίοι λένε ότι 'τώρα υπάρχει σοβαρή πιθανότητα ανατροπής και άρα πρέπει να απαντήσουμε σκληρά’.
Δεν μπορεί να υπάρξει ασφαλής εκτίμηση αναφορικά με την όποια προοπτική ανατροπής του καθεστώτος σε δύο ημέρες, δύο εβδομάδες ή δύο μήνες, ιδίως μετά την αιματηρή καταστολή. Όμως φαίνεται ότι ο κύκλος ζωής του καθεστώτος ίσως έχει αρχίσει να κλείνει, ανεξαρτήτως πότε αυτό θα μπορούσε να συμβεί.
Όσον αφορά τις προειδοποιήσεις του Ντόναλντ Τραμπ περί παρέμβασης των ΗΠΑ, θεωρείτε ότι είναι υπαρκτό το ενδεχόμενο; Ποια μορφή θα μπορούσε να λάβει αυτή η παρέμβαση και ποιοι κίνδυνοι μπορεί να ελλοχεύουν;
Κατ’ αρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι ο Ντόναλντ Τραμπ συγχέει δύο διαφορετικά ζητήματα. Το πρώτο αφορά τα αιτήματα που του έθεσε ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, Μπενιαμιν Νετανιάχου, κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Νετανιάχου του επισήμανε ότι το Ιράν αναδιοργανώνει το πυρηνικό του πρόγραμμα και, κυρίως, ότι έχει πολλαπλασιάσει τους βαλλιστικούς πυραύλους που στοχεύουν το Ισραήλ. Υπό αυτό το πρίσμα, ζήτησε είτε να υπάρξει κοινό πλήγμα Ισραήλ και ΗΠΑ είτε, εναλλακτικά, να δοθεί στο Ισραήλ το «πράσινο φως» να ενεργήσει μόνο του. Ο Τραμπ άφησε το ζήτημα ανοιχτό.
Τώρα, ο Αμερικανός πρόεδρος επιχειρεί να συνδέσει αυτό το ζήτημα με τις διαδηλώσεις στο Ιράν που έχουν χαρακτήρα δημοκρατικών διεκδικήσεων. Αυτή η σύνδεση, όμως, ενέχει σοβαρούς κινδύνους, καθώς μπορεί να προβοκάρει και να δυσφημίσει τους ίδιους τους διαδηλωτές. Δηλαδή, να ενισχύσει την επιχειρηματολογία του θεοκρατικού καθεστώτος ότι οι διαδηλωτές πρόκειται για «πράκτορες της Αμερικής και του Ισραήλ». Κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά επικίνδυνο και σε καμία περίπτωση δεν ευνοεί τις προσπάθειες εκδημοκρατισμού του Ιράν.
Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν υπάρξει αμερικανική παρέμβαση, αυτή σαφώς δεν θα λάβει τη μορφή αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων επί του ιρανικού εδάφους. Πιθανότερο σενάριο θα ήταν πλήγματα από απόσταση, ενδεχομένως από πολεμικά πλοία των ΗΠΑ που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή, με όπλα μεγάλου βεληνεκούς και στόχους κυρίως στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Μια τέτοια ενέργεια, ωστόσο, δεν μπορεί να ανατρέψει το καθεστώς.
Το ζήτημα παραμένει ασαφές και, δεδομένου ότι μιλάμε για τον Τραμπ, αυτός ο παράγοντας αβεβαιότητας εξηγεί εν μέρει και τη διστακτικότητα ως προς το είδος της δράσης που θα μπορούσε να αναληφθεί. Διότι, αν υπάρξουν πλήγματα χωρίς να καταρρεύσει το καθεστώς, το αποτέλεσμα θα είναι αρνητικό. Παράλληλα, θα μπορούσαν να προκληθούν και ευρύτερες αλυσιδωτές αντιδράσεις.
Αναφέρεστε στις ιρανικές προειδοποιήσεις ότι τόσο το Ισραήλ όσο και οι Ηνωμένες Πολιτείες θα θεωρηθούν «νόμιμοι στόχοι»
Το καθεστώς απειλεί να χτυπήσει πρωτίστως το Ισραήλ. Γνωρίζουμε ότι διαθέτει τη δυνατότητα να πλήξει στόχους όχι μόνο εκεί. Απειλούνται και αμερικανικές βάσεις στην ευρύτερη περιοχή. Είναι γνωστό ότι οι ΗΠΑ διατηρούν στρατιωτικές βάσεις στη Σαουδική Αραβία, στο Κουβέιτ, στο Κατάρ και γενικότερα σε όλη την περιοχή του Περσικού Κόλπου και της Αραβικής Χερσονήσου. Το Ιράν θα μπορούσε θεωρητικά να τις χτυπήσει. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα οδηγούσε σε ακόμη μεγαλύτερες περιπλοκές.
Ο βασικός κίνδυνος, λοιπόν, είναι η μετατόπιση της σύγκρουσης: από μια εσωτερική αντιπαράθεση ανάμεσα στους διαδηλωτές που διεκδικούν εκδημοκρατισμό και στο θεοκρατικό καθεστώς, σε μια ευθεία σύγκρουση ανάμεσα στο καθεστώς του Ιράν και τον Τραμπ, μέσω της στρατιωτικής ισχύος των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό όμως θα πρόκειται για αλλαγή τοπίου. Για την ακρίβεια για αλλαγή πεδίου, με απρόβλεπτες συνέπειες.
Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών, Αμπας Αραγτσί, δήλωσε χθες, αφότου αιματοκυλίστηκαν οι διαδηλώσεις, ότι το καθεστώς «δεν επιζητά πόλεμο, αλλά είναι έτοιμο για πόλεμο», καθώς και ότι είναι παράλληλα έτοιμο και για «δίκαιες διαπραγματεύσεις». Ο Τραμπ ανέφερε ταυτόχρονα ότι το Ιράν τον προσέγγισε για διαπραγμάτευση. Τι υποδεικνύουν αυτές οι δηλώσεις;
Ο Ντόναλντ Τραμπ θέλει να κρατήσει ανοιχτά και τα δύο ενδεχόμενα. Κατά βάση, θεωρώ ότι θα προτιμούσε μια διαπραγμάτευση με το Ιράν. Οι λόγοι είναι δύο. Πρώτον, επειδή ο ίδιος πιστεύει στη διαπραγματευτική του ικανότητα και στη δυνατότητά του να κλείνει «καλά deal». Άλλωστε, το ζήτημα μιας νέας συμφωνίας με την Τεχεράνη το είχε θέσει και πριν από τα χτυπήματα στις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις. Και δεύτερον, επειδή βασικοί σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών στην ευρύτερη περιοχή, όπως η Σαουδική Αραβία αλλά και άλλα μετριοπαθή αραβικά κράτη, φοβούνται το ενδεχόμενο μιας πλήρους κατάρρευσης και αποσταθεροποίησης ολόκληρης της περιοχής. Παρά τον ανταγωνισμό τους με το Ιράν, ανησυχούν έντονα για τις συνέπειες που θα είχε μια γενικευμένη κρίση στον Περσικό Κόλπο.
Σε αυτό το πλαίσιο, διατηρώντας ανοιχτό το ενδεχόμενο στρατιωτικών πληγμάτων, ο Τραμπ επιχειρεί να ασκήσει πίεση στο ιρανικό καθεστώς, θεωρώντας ότι έτσι μπορεί να προσέλθει σε διαπραγματεύσεις με όρους πιο ευνοϊκούς για τον ίδιο.
Ας μην ξεχνάμε παράλληλα ότι στο εσωτερικό των ΗΠΑ, το κίνημα MAGA, που αποτελεί βασικό πυλώνα της πολιτικής στήριξης του Τραμπ, δεν τάσσεται υπέρ των στρατιωτικών παρεμβάσεων στο εξωτερικό. Οι υπερβολικές παρεμβάσεις και στρατιωτικές εμπλοκές έχουν διχάσει ήδη σε μεγάλο βαθμό το κίνημα MAGA και βεβαίως ο Τραμπ δεν θα ήθελε να διακινδυνεύσει την απώλεια αυτής της υποστήριξης, ιδίως σε μια χρονιά κατά την οποία θα διεξαχθούν και οι κρίσιμες ενδιάμεσες εκλογές, τον Νοέμβριο.
Επίσης, πάντα έχουν σημασία οι όροι μιας διαπραγμάτευσης. Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν υπάγεται στον μάλλον μετριοπαθή πρόεδρο της χώρας, τον Πεζεσκιάν. Πριν γίνουν τα κοινά αμερικανο-ισραηλινά χτυπήματα την προηγούμενη χρονιά, φαίνεται ότι το σκληροπυρηνικό ιερατείο επικράτησε, με αποτέλεσμα να μην προχωρήσει αντίστοιχη διαπραγματευτική πρωτοβουλία. Σε αυτό βέβαια έπαιξε ρόλο και η πίεση του ισραηλινού πρωθυπουργού, Μπενιαμίν Νετανιάχου, προς τον Τραμπ, για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Με δεδομένο ότι ενιαία αντιπολίτευση στο Ιράν δεν υφίσταται και ο εξόριστος Ρεζά Παχλαβί δεν είναι καθόλου σαφές εάν και πόσους Ιρανούς εκφράζει, ποιος θα κυβερνούσε το Ιράν εάν και εφόσον κατέρρεε το καθεστώς;
Πρόκειται πράγματι για ένα εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα, στο οποίο αυτή τη στιγμή κανείς δεν μπορεί να δώσει σαφή απάντηση. Καθοριστικό ρόλο παίζει ο τρόπος με τον οποίο ενδεχομένως θα αποχωρήσει το καθεστώς. Υπάρχει το ενδεχόμενο μιας αλλαγής εκ των έσω, δηλαδή τμήματα του στρατού ή ακόμη και των Φρουρών της Επανάστασης -που αποτελούν τη σιδηρά ραχοκοκαλιά του συστήματος- να απομακρύνουν τους μουλάδες ή το πιο σκληροπυρηνικό κομμάτι τους και να οδηγηθούμε σε μια μεταβατική εξουσία, αλλά πάντοτε εντός του ίδιου καθεστώτος.
Όλα αυτά, ωστόσο, παραμένουν ασαφή. Το Ιράν δεν λειτουργεί με τους όρους που γνωρίζουμε στη Δύση. Η αντιπολίτευση είναι ιδιαίτερα πολυσυλλεκτική, όπως πολυσυλλεκτική είναι και η ίδια η εξέγερση. Υπάρχουν κοινωνικά και πολιτικά τμήματα που ενδεχομένως θα ήθελαν τον Ρεζά Παχλαβί, αλλά υπάρχουν και άλλα που τον απορρίπτουν. Πολλοί Ιρανοί θυμούνται ότι και επί Σάχη επρόκειτο για ένα τυραννικό καθεστώς· μπορεί να ήταν πιο κοσμικό, όμως υπήρχαν μυστική αστυνομία, φυλακίσεις και βασανιστήρια.
Αντίθετα, όσοι δεν έχουν αυτή τη μνήμη ίσως βλέπουν τον Παχλαβί ως ένα είδος «ρυμουλκού» που θα μπορούσε να οδηγήσει τη χώρα σε ένα πιο δημοκρατικό καθεστώς. Ωστόσο, είναι προφανές ότι δεν διαθέτει βαθιές ρίζες στο εσωτερικό της χώρας και ότι θα έπρεπε να συνεργαστεί με πολλές και διαφορετικές δυνάμεις. Δεν αποτελεί, επομένως, μια εντελώς ενωτική φυσιογνωμία. Άλλωστε, παρεμβαίνει πολιτικά από το εξωτερικό και το «σαλόνι» του, κάνοντας δηλώσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Από ό,τι φαίνεται, ο Παχλαβί προβάλλεται κυρίως από το Ισραήλ και ειδικότερα από τον Νετανιάχου, καθώς την περίοδο του Σάχη το Ιράν διατηρούσε φιλικές σχέσεις με το Ισραήλ. Ενδεχομένως να τον βλέπουν θετικά και ορισμένοι Αμερικανοί, αν και ο Τραμπ εμφανίζεται να διατηρεί επιφυλάξεις ως προς τις ικανότητές του. Ακόμη όμως και αν κάποιοι τον επιθυμούν, δεν μπορεί να επιβληθεί μια λύση «απ’ έξω».
Παράλληλα, υπάρχει ένα συντονιστικό συμβούλιο της ιρανικής αντιπολίτευσης στη διασπορά, στο οποίο συμμετέχουν ποικίλες πολιτικές δυνάμεις: αστικές, φιλελεύθερες, μετριοπαθείς μουσουλμανικές και αριστερές. Σε αυτές συγκαταλέγονται και οι Μουτζαχεντίν του Λαού (Μουτζαχεντίν Χαλκ), μια σημαντική οργάνωση με ρίζες στο εσωτερικό του Ιράν, υπό την ηγεσία της Μαριάμ Ρατζαβί, σύζυγο του παλαιότερου ηγέτη τους Μασούντ Ρατζαβί. Ένα τέτοιο σχήμα θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να λειτουργήσει ως μεταβατική λύση, εφόσον φυσικά διαμορφωθούν και οι κατάλληλες εσωτερικές συνθήκες και αποσαφηνιστεί στη συνέχεια η πορεία της χώρας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί και κατά την Επανάσταση του Χομεΐνί το 1979 όταν ανετράπη ο Σάχης. Δεν συντάσσονταν όλοι με τους μουλάδες. Ακόμα και το Κομμουνιστικό Κόμμα του Ιράν είχε συμμετάσχει στην ανατροπή του Σάχη, καθώς και αστικές φιλελεύθερες δυνάμεις, οι οποίες ανέδειξαν τον πρώτο πρωθυπουργό της μετα-Σάχη περιόδου. Ωστόσο, μέσα σε ένα-δύο χρόνια, οι εσωτερικές διεργασίες οδήγησαν στη συγκέντρωση της απόλυτης εξουσίας στα χέρια των φανατικών μουλάδων και του ίδιου του Χομεϊνί, ο οποίος εξόντωσε τους παλαιούς συμμάχους του μέσω φυλακίσεων και εξοριών. Αυτό το ιστορικό παράδειγμα μπορεί να λειτουργήσει ως υπενθύμιση για το πώς θα μπορούσε να εξελιχθεί μια μεταβατική περίοδος μετά την πτώση του σημερινού καθεστώτος. Όλα αυτά βέβαια είναι εκτιμήσεις και όχι βεβαιότητες, αλλά έχουν ιστορικό ενδιαφέρον.
Θα μπορούσε συνεπώς ο Παχλαβί να λειτουργήσει, υπό πολλές προϋποθέσεις, πιθανώς ως «γέφυρα», όμως οι Φρουροί της Επανάστασης θα άφηναν την εξουσία;
Θα μπορούσε ο Παχλαβί πιθανώς να λειτουργήσει ως «γέφυρα» υπό την προϋπόθεση όμως ότι δεν θα οδηγήσει το Ιράν σε ένα παρατεταμένο χάος. Και όχι, οι Φρουροί της Επανάστασης δεν πρόκειται να αφήσουν εύκολα την εξουσία. Εδώ πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι πρόκειται μεν για ένα ιδεολογικά απολύτως ελεγχόμενο από το καθεστώς Σώμα, το οποίο όμως διαθέτει πλήρη στρατιωτική δομή: δική του αεροπορία, ναυτικό και πεζικό, παράλληλα με τις επίσημες ένοπλες δυνάμεις του Ιράν. Αυτό τους προσδίδει τεράστια ισχύ.
Επιπλέον, ελέγχουν σημαντικούς οικονομικούς πόρους και μεγάλες επιχειρήσεις, κυρίως στον τομέα του πετρελαίου, από τις οποίες αντλούν τεράστια έσοδα, τουλάχιστον σε επίπεδο ηγεσίας. Παρότι πολλοί από τους Φρουρούς προέρχονται από φτωχά λαϊκά στρώματα, τα οποία σήμερα συμμετέχουν στις κινητοποιήσεις, είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποδεχθούν μια ριζική απώλεια εξουσίας χωρίς να επιχειρήσουν να διασφαλίσουν τη θέση και την ασφάλειά τους. Δεν αποκλείεται, λοιπόν, ένα σενάριο στο οποίο θα μπορούσαν να αποδεχθούν την αποχώρηση του Χαμενεΐ, αλλά όχι τη δική τους. Ο φόβος αντεκδικήσεων παίζει καθοριστικό ρόλο σε τέτοιες καταστάσεις.
Τις ημέρες των μεγάλων διαδηλώσεων στο Ιράν, στη Συρία δυνάμεις της κυβέρνησης Αλ-Σαράα, που στηρίζονται από την Τουρκία, και τζιχαντιστές σύμμαχοί τους στράφηκαν κατά των Κούρδων, με επίκεντρο το Χαλέπι. Ποια νέα ισορροπία τείνει να δημιουργηθεί στην περιοχή; Και ποιες ισορροπίες προσπαθούν να τηρήσουν από την πλευρά τους οι Ηνωμένες Πολιτείες;
Η βασική παράμετρος που καθορίζει τις εξελίξεις είναι ότι έχει υπάρξει συμφωνία οι κουρδικές ένοπλες οργανώσεις να ενταχθούν στον νέο εθνικό συριακό στρατό, ο οποίος πρόκειται να διαμορφωθεί από τη νέα διακυβέρνηση στη Δαμασκό. Αυτή την κατεύθυνση προωθούν όλοι οι βασικοί «παίκτες». Το σημείο της διαφωνίας αφορά το πώς θα γίνει αυτή η ένταξη. Ορισμένες κουρδικές δυνάμεις αποδέχονται την ένταξη, αλλά ζητούν να διατηρήσουν δικές τους, αμιγώς κουρδικές μονάδες, οι οποίες δεν θα συγχωνευθούν με τις υπόλοιπες δυνάμεις και θα σταθμεύουν αποκλειστικά στις βόρειες περιοχές όπου κατοικεί κουρδικός πληθυσμός. Γύρω από αυτό το αίτημα δεν υπάρχει συμφωνία, καθώς ούτε ο Αλ-Σαράα ούτε οι βασικοί του σύμμαχοι το αποδέχονται.
Προσωπικά εκτιμώ ότι οι Κούρδοι της Συρίας αυτή τη φορά δεν διάβασαν σωστά το διεθνές περιβάλλον. Όλες οι βασικές δυνάμεις, και πρωτίστως οι Ηνωμένες Πολιτείες, επιθυμούν την ένταξη των κουρδικών δυνάμεων στο εθνικό σύστημα ασφάλειας. Η λογική είναι ότι δεν μπορεί να υπάρξει κράτος χωρίς το μονοπώλιο της νόμιμης βίας και χωρίς ένοπλες δυνάμεις που να υπάγονται στην κεντρική εξουσία. Στο πλαίσιο αυτό, οι κουρδικές δυνάμεις απομακρύνθηκαν από δύο συνοικίες του Χαλεπίου, ενώ η γενική συμφωνία προβλέπει ότι θα παραμείνουν στην ανατολική πλευρά του ποταμού Ευφράτη και δεν θα επεκταθούν δυτικότερα. Σε αυτό το όριο εντοπίζονται και οι βασικές τριβές και συγκρούσεις.
Στο Κουρδικό ζήτημα παρεμβαίνει και το Ισραήλ, το οποίο ενισχύει τους Κούρδους τόσο έναντι της Τουρκίας όσο και απέναντι στη νέα κεντρική διοίκηση της Δαμασκού, την οποία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει με καχυποψία. Αντίθετα, οι Ηνωμένες Πολιτείες, και σε μεγάλο βαθμό και οι Ευρωπαίοι, επιδιώκουν τη σταθεροποίηση της κεντρικής εξουσίας στη Συρία, θεωρώντας ότι μπορεί να οδηγήσει τη χώρα σε μια σχετικά ομαλή μετάβαση.
Πώς χειρίζεται ο Αμερικανός πρόεδρος την αντιπαλότητα Ισραήλ-Τουρκίας;
Ο Τραμπ είναι σαφές ότι επιθυμεί να μεσολαβήσει ανάμεσα στην Τουρκία και το Ισραήλ, καθώς δεν θέλει σε καμία περίπτωση να δει τους δύο στρατηγικούς συμμάχους των ΗΠΑ -την Τουρκία και το Ισραήλ, ή αν το προσωποποιήσουμε, τον Ερντογάν και τον Νετανιάχου- να έρχονται σε άμεση αντιπαράθεση. Και αυτό είναι κάτι που εκτιμώ ότι δεν θα συμβεί. Αν και υπάρχει ανταγωνισμός για επιρροή, ιδίως στη Συρία, το ενδεχόμενο άμεσης στρατιωτικής σύγκρουσης μεταξύ τουρκικών και ισραηλινών δυνάμεων θεωρείται εξαιρετικά απομακρυσμένο. Πιθανές συγκρούσεις θα μπορούσαν να προκύψουν μόνο μέσω πολιτοφυλακών που πρόσκεινται στη μία ή την άλλη πλευρά.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Αμερικανός πρέσβης στην Άγκυρα, ο οποίος είναι ταυτόχρονα και ειδικός απεσταλμένος του προέδρου Τραμπ για τη Συρία, Τομ Μπάρακ, μετέβη άμεσα στη Συρία μόλις ξέσπασαν οι συγκρούσεις, προκειμένου να έχει άμεση εικόνα της κατάστασης. Πράγματι, μετά τις πρώτες αψιμαχίες και την αποχώρηση των Κούρδων μαχητών από δύο συνοικίες του Χαλεπίου, η ένταση αποκλιμακώθηκε και δεν υπήρξε περαιτέρω κλιμάκωση.
Την ίδια περίοδο, οι Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποίησαν αεροπορικούς βομβαρδισμούς εναντίον θέσεων του ISIS στη βορειοανατολική Συρία. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σε περιοχές της συριακής ερήμου, κοντά στα σύνορα με το Ιράκ, εξακολουθούν να δρουν αποδυναμωμένες αλλά ενεργές ομάδες του ISIS, οι οποίες θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν ενδεχόμενα κενά εξουσίας.
Το τοπίο, επομένως, είναι εξαιρετικά σύνθετο, αλλά με ορισμένες συνεννοήσεις δεν εμφανίζεται αυτή τη στιγμή εκρηκτικό. Έχουν καταγραφεί και άτυπες επαφές μεταξύ εκπροσώπων της νέας συριακής εξουσίας και Ισραηλινών στο Αζερμπαϊτζάν, ενώ στην ίδια χώρα έχουν πραγματοποιηθεί και συναντήσεις Τούρκων και Ισραηλινών. Όλοι οι εμπλεκόμενοι επιδιώκουν να αποτρέψουν τη μετατροπή του ανταγωνισμού σε άμεση σύγκρουση, καθώς αντιλαμβάνονται ότι κάτι τέτοιο θα ήταν εξαιρετικά προβληματικό. Αυτή τη γραμμή προωθεί κυρίως ο Τραμπ, ο οποίος δεν θέλει σε καμία περίπτωση να δει γενικευμένες συγκρούσεις.
Αναμένουμε συνεπώς να δούμε εάν και σε ποιο βαθμό μπορεί να υπάρξει σταθεροποίηση της Συρίας υπό τον Αλ-Σαράα και πόσο μπορούν να προστατευτούν οι μειονότητες
Υπάρχουν προβλήματα με τις μειονότητες, αλλά, εκτιμώ, όχι στον βαθμό που συχνά παρουσιάζονται στα μέσα ενημέρωσης. Το βασικό ζήτημα παραμένει ότι η κυβέρνηση της Δαμασκού δεν ελέγχει πλήρως το σύνολο του εδάφους. Υπάρχουν περιοχές όπου δρουν ανεξέλεγκτες δυνάμεις, ενώ και στο εσωτερικό του συνασπισμού που κατέλαβε την εξουσία υπάρχουν πολλές υποομάδες που συχνά ξεφεύγουν από τον έλεγχο του Αλ-Σαάρα. Ο ίδιος φαίνεται να ακολουθεί μια πολιτική σχετικής ανοχής, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, αποφεύγοντας τη σύγκρουση τόσο με το Ισραήλ όσο και με την Τουρκία.
Παρά ταύτα, υπάρχουν φανατικές σουνιτικές ομάδες που έχουν επιτεθεί σε μειονότητες, όπως σε Αλαουίτες -μερικοί εκ των οποίων είχαν στηρίξει ενεργά το καθεστώς Άσαντ και είχαν εμπλακεί σε βιαιότητες-, αλλά και σε Δρούζους, στους οποίους το Ισραήλ παρέχει προστασία. Όταν, όμως, παρεμβαίνει η κεντρική κυβέρνηση της Δαμασκού, τέτοια φαινόμενα συνήθως περιορίζονται. Το ίδιο έχει συμβεί και σε ορισμένες χριστιανικές περιοχές.
Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει λόγος για έναν γενικευμένο διωγμό μειονοτήτων. Υπάρχουν προβλήματα, αντεκδικήσεις και τριβές, αλλά πρέπει πάντοτε να λαμβάνεται υπόψη ότι πρόκειται για μια χώρα η οποία δεν ελέγχεται πλήρως από την κεντρική κυβέρνηση και ότι ο συνασπισμός που κυβερνά δεν είναι απολύτως ενιαίος, καθώς στο εσωτερικό του καταγράφονται σημαντικές διαφοροποιήσεις.
Εάν το καθεστώς των μουλάδων ανατραπεί υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, στο άμεσο ή μακρινό μέλλον, πώς θα αλλάξει η εξίσωση της Μέσης Ανατολής όπως την γνωρίζουμε;
Ήδη έχει μεταβληθεί καθοριστικά το περιβάλλον των συμμάχων του Ιράν. Πρόκειται για ένα ευρύτερο «μωσαϊκό» εξελίξεων και όχι για μια μεμονωμένη περίπτωση. Το καθεστώς Άσαντ στη Συρία δεν υπάρχει, η Χεζμπολάχ στον Λίβανο έχει αποδυναμωθεί και η Χαμάς έχει υποστεί ουσιαστικά στρατιωτική ήττα στη Γάζα. Όλα αυτά, αθροιστικά, ουσιαστικά απομονώνουν από μόνα τους το ιρανικό καθεστώς.
Τώρα, εάν υπάρξει πτώση του υπάρχοντος καθεστώτος, κατά πάσα πιθανότητα δεν θα έλθει μια εξουσία που θα είναι τόσο εχθρική απέναντι στο Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν μπορεί κανείς να μιλήσει απαραίτητα για φιλικό καθεστώς, αλλά σίγουρα δεν θα πρόκειται για την ίδια ένταση εχθρότητας. Σε συνδυασμό με τις εξελίξεις στη Συρία, την αποδυνάμωση της Χεζμπολάχ και της Χαμάς, αυτό θα διαμορφώσει ένα εντελώς διαφορετικό περιφερειακό τοπίο.
Παράλληλα, το σημερινό καθεστώς του Ιράν βρίσκεται σε ευθεία αντιπαράθεση με τα μετριοπαθή κράτη του Κόλπου, και κυρίως με τη Σαουδική Αραβία. Δεν είναι βέβαιο ότι ένα νέο καθεστώς θα έχει ούτε τη βούληση ούτε τη δυνατότητα να αποσταθεροποιεί την περιοχή, ιδίως από τη στιγμή που πολλοί από τους μοχλούς επιρροής του θα έχουν εκλείψει. Ένα Ιράν που δεν θα συνιστά απειλή με τον τρόπο που τη συνιστά σήμερα θα μπορούσε να οδηγήσει σε αλυσιδωτές εξελίξεις σε ένα συνολικά εντελώς διαφορετικό περιβάλλον.
Ένα ακόμη αποτέλεσμα μιας τέτοιας αλλαγής θα ήταν η άρση των διεθνών κυρώσεων κατά του Ιράν. Αυτό θα είχε άμεσες επιπτώσεις τόσο για τους πολίτες, μέσω της βελτίωσης της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης, όσο και για τη διεθνή αγορά ενέργειας. Το ιρανικό πετρέλαιο θα μπορούσε να διατίθεται ελεύθερα, κάτι που σήμερα δεν συμβαίνει, καθώς υπό καθεστώς κυρώσεων το αγοράζει κυρίως η Κίνα και σε μικρότερο βαθμό η Ρωσία. Μάλιστα, με τη Ρωσία να πουλά πλέον το δικό της πετρέλαιο σε χαμηλές τιμές λόγω των αναγκών της, το Ιράν αντιμετωπίζει δυσκολίες στη διάθεση της παραγωγής του.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, θα μπορούσαμε να μιλάμε για μία γενικότερη ομαλοποίηση. Θα μπορούσαμε δηλαδή να έχουμε πολύ περισσότερο πετρέλαιο απ’ ότι χρειαζόμαστε. Ήδη οι τιμές του πετρελαίου βρίσκονται αυτή τη στιγμή σε χαμηλό πενταετίας. Αν προστεθούν νέες ποσότητες σε μια περίοδο όπου πολλές χώρες επιδιώκουν την απεξάρτηση από το πετρέλαιο και τη μετάβαση σε άλλες μορφές ενέργειας, ενδέχεται να δημιουργηθεί πλεόνασμα. Αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει συνολικά τις αγορές και τις οικονομικές συνθήκες, δημιουργώντας πολλαπλές επιδράσεις σε παγκόσμιο επίπεδο.
Θα μπορούσε το ενδεχόμενο μιας μακράς αποσταθεροποίησης του Ιράν, με φυγόκεντρες δυνάμεις στο εσωτερικό και διάτρητα σύνορα από τα οποία πιθανώς θα εισέρχονταν τζιχαντιστές από Πακιστάν και Αφγανιστάν, να αποτελέσει απειλή αντίστοιχης βαρύτητας με το υφιστάμενο θεοκρατικό καθεστώς;
Κανείς δεν μπορεί να το αποκλείσει αυτό. Έχει επίσης μεγάλη σημασία σε ποια χέρια θα πέσει το οπλοστάσιο του Ιράν. Παρότι δεν έχει φτάσει στην απόκτηση πυρηνικής βόμβας -αν είχε φτάσει, θα είχε ήδη δεχθεί στρατιωτικό πλήγμα- το πυρηνικό του πρόγραμμα είναι προχωρημένο, όσο και αν επιβραδύνθηκε με τους αμερικανικούς και ισραηλινούς βομβαρδισμούς. Το κρίσιμο είναι ότι διαθέτει βαλλιστικούς πυραύλους και βασικά στρατιωτικά μέσα, ακόμη κι αν δεν πρόκειται για τεχνολογικά αιχμής.
Επιπλέον, το Ιράν βρίσκεται σε μια απολύτως κομβική γεωγραφική θέση, στον Περσικό Κόλπο, απ’ όπου διέρχεται μεγάλο μέρος της παγκόσμιας ενεργειακής τροφοδοσίας. Ο έλεγχος των Στενών του Ορμούζ, από τα οποία διέρχονται πετρελαιοφόρα και τάνκερ, είναι στρατηγικής σημασίας. Όλα αυτά αποτελούν κρίσιμους παράγοντες.
Καταληκτικά, το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο αν θα αλλάξει το καθεστώς, αλλά κυρίως το πώς θα γίνει αυτή η αλλαγή: αν θα πρόκειται για πλήρη κατάρρευση ή για μια πιο ελεγχόμενη, συμφωνημένη ή μεταβατική διαδικασία από ένα καθεστώς στο άλλο. Εκεί θεωρώ πως βρίσκεται το «κλειδί» για το αν η αλλαγή θα οδηγήσει σε σταθεροποίηση ή σε μια νέα περίοδο αβεβαιότητας.
