Λειψυδρία: Γιατί «στεγνώνουν» Αττική, Λέρος, Πάτμος - Ποια νησιά ακολουθούν
Eurokinissi
Eurokinissi
Δ. Εμμανουλούδης

Λειψυδρία: Γιατί «στεγνώνουν» Αττική, Λέρος, Πάτμος - Ποια νησιά ακολουθούν

Τους λόγους που οδήγησαν στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω λειψυδρίας Αττική, Λέρο και Πάτμο εξηγεί σε συνέντευξή του στο Liberal o καθηγητής Διευθέτησης Ορεινών Υδάτων στο ΔΠΘ και Διευθυντής Έδρας της UNESCΟ, Δημήτρης Εμμανουλούδης.

Τονίζοντας ότι αρκετά νησιά του Αιγαίου είναι υποψήφια για να κηρυχθούν κι αυτά μελλοντικά σε «κόκκινο συναγερμό» λόγω λειψυδρίας, εξηγεί γιατί έχει δημιουργηθεί έντονο «υδατικό στρες» στη χώρα, την ώρα που οι απώλειες στα δίκτυα ύδρευσης στην Ελλάδα φτάνουν μέχρι και το 40%.

Ο καθηγητής ξεκαθαρίζει ότι η κήρυξη «κατάστασης έκτακτης ανάγκης» δεν σημαίνει πανικό, αλλά γρηγορότερη υλοποίηση έργων ταμίευσης και βελτίωσης των δικτύων. Αναφορικά με το δίκτυο της Αττικής, εξηγεί τους λόγους που δεν πρόκειται να «διψάσει» πραγματικά καθώς βρίσκεται κοντά σε πολύ μεγάλους υδατικούς όγκους, ενώ απαντά στο αν τελικά η αφαλάτωση είναι μια λύση στο φαινόμενο της λειψυδρίας.

Την ίδια στιγμή, αναφέρει ότι η ατομική ευθύνη και η κουλτούρα εξοικονόμησης στα νοικοκυριά είναι απαραίτητο εργαλείο για να αντιμετωπιστεί η υπερβάλλουσα κατανάλωση στο νερό.

Παρόλα αυτά, εκφράζει την αισιοδοξία του για τους επόμενους μήνες, καθώς όπως αποκαλύπτει, τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι ο Νοέμβριος ήταν από τους πιο βροχερούς της τελευταίας πενταετίας, τονίζοντας ότι οι τελευταίες βροχές στη χώρα ήταν αυτές ακριβώς που θέλαμε, με ιδανική ένταση που δεν δημιουργεί επικίνδυνα πλημμυρικά φαινόμενα. Η ίδια καλή εικόνα προβλέπει ότι θα συνεχιστεί και τους επόμενους μήνες με «ποτιστικές βροχές», χωρίς ακραία πλημμυρικά φαινόμενα.

Συνέντευξη στη Μαργαρίτα Ασημακοπούλου

Κύριε καθηγητά, Αττική, Λέρος, Πάτμος κηρύχθηκαν σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης για την λειψυδρία. Αρκετός κόσμος ακούει «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» και θορυβείται. Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Αφορά άμεσα τον πολίτη;

Έχετε δίκιο, είναι βαρύγδουπες λέξεις και φέρνουν συνειρμούς από άλλες κρίσεις, όπως ο Covid. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, η «κήρυξη σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης» σημαίνει κυρίως επιτάχυνση διαδικασιών.

Σημαίνει επιτάχυνση της ωρίμανσης των μελετών, υλοποίηση έργων ταμίευσης νερού και βελτίωσης των δικτύων, προτεραιοποίηση σε κρίσιμες παρεμβάσεις. Κοινώς, κάποια έργα που έτσι κι αλλιώς είναι χρονοβόρα, δεν γίνονται σε δύο, τρεις ή πέντε μήνες, αλλά θέλουν χρόνια, προσπαθούμε να τα κάνουμε πολύ πιο γρήγορα: να γίνουν σε δύο–τρία χρόνια αντί για πέντε–έξι.

Αυτό σημαίνει κήρυξη έκτακτης ανάγκης. Δεν σημαίνει κάτι τρομακτικό για την καθημερινότητα του πολίτη, αλλάζει όμως τη «ταχύτητα» του κράτους και των έργων.

Γιατί φτάσαμε σε αυτή την κατάσταση στις προαναφερθείσες περιοχές; Υπάρχει ανησυχία ότι και άλλα νησιά ή περιοχές ενδέχεται να μπουν σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης για τη λειψυδρία; Ποιες είναι αυτές οι «υποψήφιες» περιοχές;

Το φαινόμενο της λειψυδρίας μάς απασχολεί συνεχώς τα τελευταία χρόνια και ιδιαίτερα τη φετινή περίοδο. Είναι αποτέλεσμα μιας σειράς από γεγονότα που συγκλίνουν στο να έχουμε μεγάλο «υδατικό στρες».

Πρώτον, είχαμε κακές υδρολογικές χρονιές. Όταν λέμε «κακές», εννοούμε βροχοπτώσεις κάτω από τον μέσο όρο των τελευταίων 25 ετών και –ακόμα σημαντικότερο– μειωμένες χιονοπτώσεις, που παίζουν πάρα πολύ μεγάλο ρόλο στη δημιουργία επαρκούς υπόγειου υδατικού αποθέματος.

Δεύτερον, είχαμε υψηλότερες από τον μέσο όρο θερμοκρασίες το καλοκαίρι. Αυτό σημαίνει αυξημένη εξάτμιση, αλλά και αυξημένη κατανάλωση νερού από όλους τους χρήστες. Είναι άλλο να έχουμε 30–32 βαθμούς και άλλο συνεχόμενους καύσωνες 40–42–43 βαθμών.

Σ’ αυτά προσθέστε και την έκρηξη της τουριστικής προσέλευσης. Μιλάμε για περίπου 35 εκατομμύρια τουρίστες. Τα στοιχεία δείχνουν ότι ήδη έχουμε 5–7% περισσότερες αφίξεις, ανάλογα με τις περιοχές και τα αεροδρόμια, σε σχέση με το 2024, χωρίς να έχει καν κλείσει η χρονιά. Αύξηση τουριστών, όχι καλές υδρολογικές χρονιές, μείωση χιονοπτώσεων, αύξηση θερμοκρασίας και γενικότερη αύξηση των χρήσεων του νερού, πανελλαδικά, οδήγησαν σε έντονο «υδατικό στρες». Όταν μειώνονται τα υπόγεια αποθέματα, μειώνονται οι ταμιευτήρες.

Οπτικοποιώντας το φαινόμενο, είδαμε τις στάθμες να κατεβαίνουν στον Μόρνο, στον Εύηνο κ.λπ. Όλα αυτά δημιούργησαν την ανάγκη να αρχίσουμε να παίρνουμε πιο δραστικά μέτρα.

Για τις «υποψήφιες» περιοχές, τα ακριβή στοιχεία τα έχει το Υπουργείο και οι κατά τόπους ΔΕΥΑ. Γενικότερα, όμως, δεν θα με εξέπληττε αν οποιοδήποτε από τα νησιά του Αιγαίου τεθεί σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Όλα έχουν μεγάλο «υδατικό στρες», όλα έχουν έντονο τουρισμό, όλα έχουν λίγες βροχοπτώσεις και τα περισσότερα δεν διαθέτουν σοβαρά έργα υποδομής για ταμίευση νερού. Αυτό είναι ένα μεγάλο λάθος που έχουμε κάνει μέχρι τώρα.

Υπάρχει όμως ένα φωτεινό παράδειγμα: η Αστυπάλαια. Έχει έναν σοβαρό ταμιευτήρα, ο οποίος έχει συγκεντρώσει περίπου 300.000 κυβικά μέτρα νερό σε δύο χρόνια. Έτσι μπορεί να καλύψει έως και το 90% των αναγκών του νησιού από αυτόν τον ταμιευτήρα. Φανταστείτε αν είχαμε αντίστοιχες υποδομές σε όλα τα νησιά. Δυνητικά, όλα έχουν πρόβλημα, για τους λόγους που εξηγήσαμε.

Διαβάζουμε, επίσης, ότι το φετινό φθινόπωρο ήταν από τα πιο ξηρά των τελευταίων ετών. 

Ναι, μπορεί να μην ξεκινήσαμε καλά, αλλά ο Νοέμβριος μας αποζημίωσε σε μεγάλο βαθμό. Και μακάρι να συνεχίσουμε έτσι.

Οι μακροπρόθεσμες προβλέψεις των μετεωρολόγων, πάντα με την επιφύλαξη της αβεβαιότητας όταν μιλάμε για 15–20 ημέρες μπροστά, δείχνουν ότι το πρώτο εικοσαήμερο του Δεκεμβρίου θα έχουμε πολλές ποτιστικές βροχές, όχι καταιγίδες. Βροχές μικρής και μέσης έντασης, σαν αυτές των τελευταίων ημερών, που δεν δημιουργούν επικίνδυνα πλημμυρικά φαινόμενα.

Δεν είχαμε μεγάλες καταστροφικές ζημιές, πέρα από τις κλασικές κατολισθήσεις στην Ήπειρο. Ο λόγος είναι ότι δεν είχαμε βροχές μεγάλης έντασης. Ήταν «καλές« βροχές. Τέτοιες χρονιές θέλουμε, τέτοιες βροχές θέλουμε, απλώς δεν μπορούμε να τις παραγγείλουμε.

Είναι ξεκάθαρο ότι τα fast track μέτρα αφορούν κυρίως έργα και διαδικασίες. Ωστόσο, πόσο συμβάλλει στην υπερβάλλουσα κατανάλωση η αλόγιστη χρήση νερού από τα νοικοκυριά; Μπορεί ο μέσος πολίτης πραγματικά να κάνει τη διαφορά;

Η απάντηση είναι ξεκάθαρα «ναι» και χαίρομαι που μου κάνετε αυτήν την ερώτηση. Το ότι κάποιες περιοχές κηρύχθηκαν ή θα κηρυχθούν σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης δεν σημαίνει ότι πρέπει να εφησυχάσουμε. Το αντίθετο: σημαίνει ότι έχουμε πρόβλημα και ότι όλοι πρέπει να συνεισφέρουμε στην επίλυσή του.

Τι μπορούμε να κάνουμε ως πολίτες; Να κάνουμε οικονομία στην κατανάλωση. Πρέπει να καταλάβουμε ότι το νερό δεν είναι ανεξάντλητο. Όσα έργα κι αν γίνουν, όσο κι αν βελτιωθούν τα δίκτυα, όσο κι αν βρέξει και έχουμε καλές υδρολογικές χρονιές, θα πρέπει κάποια στιγμή να αποκτήσουμε κουλτούρα ατομικής εξοικονόμησης νερού.

Να μην αφήνουμε βρύσες να τρέχουν, να μην ποτίζουμε και ξεχνάμε τη βρύση ή το λάστιχο ανοιχτό, να μην σπαταλάμε νερό χωρίς λόγο. Υπάρχουν χίλιοι δυο τρόποι να σπαταλήσουμε νερό χωρίς να το καταλάβουμε – και πρέπει να τους περιορίσουμε.

Πολύ σημαντικό είναι επίσης να περάσει αυτή η νοοτροπία στα παιδιά. Τα παιδιά είναι «σφουγγάρια». Το είδαμε στην ανακύκλωση: ξεκίνησε στα σχολεία και σήμερα πολλά παιδιά έχουν εξαιρετική περιβαλλοντική συνείδηση. Το ίδιο μπορούμε να κάνουμε και με το νερό, με κατάλληλη εκπαίδευση και ενημέρωση στα σχολεία, από το δημοτικό και το γυμνάσιο, με μάθημα για τη χρήση του νερού, τη λειψυδρία και τις πλημμύρες – τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Και μην ξεχνάμε: δεν είμαστε μόνοι μας. Στη χώρα ζουν περίπου 10–11 εκατομμύρια, αλλά το καλοκαίρι προστίθενται άλλες «τρεις Ελλάδες» σε τουρίστες. Τριάντα πέντε εκατομμύρια άνθρωποι που επίσης θέλουν να πιουν, να πλυθούν, να κάνουν διακοπές. Αν δεν ξεκινήσει η οικονομία νερού από τα σπίτια μας, από αύριο κιόλας, δεν λύνεται το πρόβλημα.

Θα βοηθούσε, πιστεύετε, μια πιο θεσμική και οργανωμένη προσπάθεια ενημέρωσης των πολιτών;

Ναι, και το έχουμε πει πολλές φορές. Έχουν γίνει κάποιες καμπάνιες, για παράδειγμα από την ΕΥΔΑΠ, αλλά θεωρώ ότι χρειάζεται κάτι πιο γενικευμένο και πιο στοχευμένο.

Θα έπρεπε να υπάρξει συστηματική καμπάνια στα σχολεία, στην επαρχία, στα ΜΜΕ, με τηλεοπτικά σποτ, με εκπαιδευτικό υλικό. Και, όπως είπα, ιδανικά να ενταχθεί ως μάθημα στα δημοτικά και στα γυμνάσια, ώστε τα παιδιά να μάθουν από νωρίς τι σημαίνει λειψυδρία, τι σημαίνει πλημμύρα, πώς σχετίζονται, πώς συνδέονται με την κλιματική αλλαγή και τη χρήση του νερού.

Πάμε λίγο πάλι στην Αττική, που αφορά άμεσα πολύ κόσμο. Πώς είναι σήμερα το δίκτυο ύδρευσης και τι συμβαίνει με τις διαρροές;

Λόγω επιδιορθώσεων και εκσυγχρονισμών που γίνονταν κατά καιρούς, η Αττική έχει από τα σχετικά καλύτερα δίκτυα για τα ελληνικά δεδομένα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε πρόβλημα. Η Ελλάδα συνολικά έχει πολύ μεγάλες απώλειες στη μεταφορά και διανομή του νερού: μιλάμε για 30–35%, σε περιπτώσεις μέχρι και 40%, όταν ο μέσος ευρωπαϊκός όρος είναι γύρω στο 22–22,5%. Οι πιο προηγμένες χώρες της Ευρώπης βρίσκονται κάτω από 15%.

Το δίκτυο είναι δύσκολη υπόθεση, γιατί είναι υπόγειο. Πέρα από το κόστος, δεν είναι ορατό. Παλαιότερα ένα μεγάλο πρόβλημα ήταν να βρεις πού χάνεται το νερό. Τώρα έχουν αναπτυχθεί μέθοδοι εντοπισμού βλαβών και διαρροών χωρίς εκσκαφές, με θερμικές κάμερες κ.ά., κάτι που έχει βελτιώσει πολύ τη διάγνωση.

Στόχος είναι να φτάσουμε πρώτα τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και στη συνέχεια τον πολύ χαμηλό μέσο όρο των χωρών της Δυτικής Ευρώπης, που σε ορισμένες περιπτώσεις είναι μονοψήφιος. Μηδενικές απώλειες δεν θα έχουμε ποτέ – η φύση του νερού και των δικτύων το καθιστά αδύνατο – αλλά μπορούμε να βελτιώσουμε πολύ την κατάσταση.

Να πω επίσης ότι υπάρχουν στην Ελλάδα περιοχές με πολύ χειρότερα δίκτυα από την Αττική, όπως τμήματα της Κρήτης, όπου έχουμε και φαινόμενα παράνομης υδροληψίας από τα δίκτυα.

Παρόλα αυτά, ισχυρίζεστε ότι η Αθήνα δεν πρόκειται να «διψάσει». Γιατί;

Η Αττική έχει ένα πλεονέκτημα: βρίσκεται κοντά σε πολύ μεγάλους υδατικούς όγκους, από την Αιτωλοακαρνανία και την Κεντρική Στερεά: Φωκίδα, Ευρυτανία, Αιτωλοακαρνανία – όλα αυτά τα ορεινά συγκροτήματα δημιουργούν σημαντικές λεκάνες απορροής, όπως του Μόρνου και του Ευήνου. Τώρα ενισχύονται και με νέες υδροληψίες, όπως από τον Καρπενησιώτη και τον Καλαρίτικο.

Αν στη θέση αυτών των βουνών είχαμε έναν κάμπο σαν της Λάρισας ή της Θεσσαλονίκης, χωρίς ορεινές λεκάνες να συγκεντρώνουν βροχές, τότε η Αθήνα θα είχε πολύ σοβαρό πρόβλημα και πιθανότατα θα μιλούσαμε ήδη για αφαλάτωση ως βασική λύση.

Άρα η αφαλάτωση είναι μια εναλλακτική. Μπορεί να αποτελέσει κεντρική λύση στο πρόβλημα της λειψυδρίας;

Η αφαλάτωση είναι λύση, αλλά είναι η έσχατη λύση. Πηγαίνουμε σε αυτήν όταν έχουν εξαντληθεί όλες οι άλλες επιλογές: ταμιευτήρες, γεωτρήσεις, διαχείριση ζήτησης, έργα εξοικονόμησης κ.λπ.

Υπάρχουν περιπτώσεις όπου πραγματικά δεν υπάρχει άλλη δυνατότητα. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Νίσυρος. Είναι ολόκληρη ηφαιστειογενές νησί. Εκεί δεν μπορούν να γίνουν εύκολα ταμιευτήρες ή γεωτρήσεις, ούτε να εξασφαλιστεί επαρκής, ποιοτικά ασφαλής υδροφορία. Εκεί η αφαλάτωση είναι μονόδρομος.

Άρα ναι, η αφαλάτωση έχει ρόλο, αλλά πρέπει να τη βλέπουμε ως τελευταία λύση, όταν όλες οι άλλες δυνατότητες έχουν εξαντληθεί.

Πώς είναι η εικόνα σε ευρωπαϊκό επίπεδο; Η λειψυδρία φαίνεται να «χτυπά» την πόρτα και σε άλλες χώρες της Γηραιάς Ηπείρου.

Η λειψυδρία είναι πολύ έντονη στον ευρωπαϊκό Νότο. Ξεκινάμε από την Ισπανία, η οποία αντιμετωπίζει τεράστια προβλήματα τόσο στην κεντρική της ενδοχώρα, όσο και στις παράκτιες περιοχές, όπου έχουμε έντονη υφαλμύρωση: ανοίγονται συνεχώς γεωτρήσεις, η στάθμη πέφτει και η θάλασσα εισχωρεί υπόγεια.

Παρόμοια φαινόμενα συναντάμε στην Ιταλία, στη Νότια Γαλλία και, βεβαίως, στην Κύπρο, όπου η κατάσταση είναι πάρα πολύ δύσκολη. Όλος ο Νότος έχει πρόβλημα: Ισπανία, Νότια Γαλλία, Ιταλία, Ελλάδα, Κύπρος.

Κάποια στιγμή είχαν εμφανιστεί προβλήματα και στην Κεντρική Ευρώπη – θυμηθείτε όταν έπεσε η στάθμη του Δούναβη και φάνηκαν τμήματα της κοίτης. Αυτά όμως ήταν πιο πρόσκαιρα. Με τις επόμενες έντονες βροχοπτώσεις και χιονοπτώσεις, η κατάσταση εκεί επανήλθε κοντά στην κανονικότητα. Στον Νότο, όμως, η πίεση είναι πιο διαρκής.

Παρά τα προβλήματα, κλείνοντας, μπορούμε να είμαστε καθόλου αισιόδοξοι για τους επόμενους μήνες;

Ναι, προσωπικά είμαι συγκρατημένα αισιόδοξος. Ο Νοέμβριος ήταν από τους πιο βροχερούς της τελευταίας πενταετίας. Σε κάποιες περιοχές της Δυτικής Ελλάδας το ύψος βροχής ξεπέρασε τα 1.000 χιλιοστά σε έναν μήνα, όταν στην Αθήνα πέφτουν περίπου 500 χιλιοστά τον χρόνο και στη Θεσσαλονίκη γύρω στα 600.

Πήγαμε πολύ καλά σε όλη την Ελλάδα και, το σημαντικότερο, με τόσο νερό δεν είχαμε ούτε θανατηφόρες πλημμύρες, ούτε ακραία πλημμυρικά γεγονότα, ούτε μεγάλες καταστροφές. Αυτό συνέβη γιατί οι εντάσεις της βροχής ήταν σχετικά χαμηλές – μιλάμε για εντάσεις μέχρι 10–12–15 χιλιοστά την ώρα. Αυτές είναι οι «ποτιστικές βροχές» που θέλουμε.

Ας ελπίσουμε ότι ο Δεκέμβριος θα συνεχίσει σε αυτό το μοτίβο και ότι θα έχουμε και τα χιόνια μας Ιανουάριο–Φεβρουάριο, ώστε να ενισχυθούν οι ταμιευτήρες και τα υπόγεια αποθέματα.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι «ανοίγω τη βρύση, πιάνω το τηλέφωνο, κάνω κάτι άλλο και την αφήνω να τρέχει». Τα κλασικά ελληνικά φαινόμενα πρέπει σιγά σιγά να τελειώσουν. Χωρίς ατομική ευθύνη και καθημερινή οικονομία νερού, καμία καλή χρονιά και κανένα έργο από μόνο του δεν αρκεί.


* Ο Δημήτρης Εμμανουλούδης είναι καθηγητής Διευθέτησης Ορεινών Υδάτων και διευθυντής του Εργαστηρίου Ανάλυσης και Διαχείρισης Φυσικών Καταστροφών στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης (ΔΠΘ) και επικεφαλής Έδρας της UNESCΟ.