Σε μια περίοδο έντονης πολιτικής ρευστότητας, με τα σενάρια νέων κομματικών σχημάτων να επανέρχονται διαρκώς στο προσκήνιο και τη συζήτηση για «ανατροπές» να τροφοδοτείται από τις εξελίξεις γύρω από τα Τέμπη, τις πιέσεις στην οικονομία και τις κοινωνικές αντιδράσεις, η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να εμφανίζει αξιοσημείωτη δημοσκοπική αντοχή. Γιατί, όμως, το κυβερνών κόμμα παραμένει πάνω από το 30% παρά την ακρίβεια, τις υποθέσεις που προκαλούν φθορά και τη γενικευμένη δυσπιστία των πολιτών;
Ο πολιτικός αναλυτής Ανδρέας Δρυμιώτης μιλά στο Liberal.gr για το «κλειδί» της ανθεκτικότητας της ΝΔ, τη δομική αδυναμία της αντιπολίτευσης να πείσει ως εναλλακτική διακυβέρνησης και το πώς, την ώρα της κάλπης, οι ψηφοφόροι «ζυγίζουν» διαφορετικά τα ρίσκα, ειδικά μετά τις εμπειρίες της προηγούμενης δεκαετίας. Σχολιάζει, επίσης, τα σενάρια επιστροφής του Αλέξη Τσίπρα, την πολιτική δυναμική –αλλά και τα όρια– της Μαρίας Καρυστιανού, καθώς και το κατά πόσο οι δημοσκοπήσεις συγχέουν τη συμπάθεια με την καταλληλότητα.
Παράλληλα, αναλύει το διακύβευμα των επόμενων εκλογών, τη «μάχη» στον χώρο των μικρότερων κομμάτων και τη διαρκή πρόκληση του αγροτικού ζητήματος, θέτοντας στο τραπέζι την ανάγκη ρεαλισμού, συναινέσεων και καθαρών απαντήσεων απέναντι στις κοινωνικές πιέσεις.
Συνέντευξη στον Χρήστο Θ. Παναγόπουλο
Θα ήθελα να ξεκινήσουμε από τις δημοσκοπήσεις. Βλέπουμε, στις πρόσφατες μετρήσεις, τη Νέα Δημοκρατία να παγιώνεται πάνω από το 30%, ακόμη και στο σενάριο δημιουργίας κομμάτων τόσο από τη Μαρία Καρυστιανού όσο και από τον Αλέξη Τσίπρα. Πού οφείλεται, κατά την άποψή σας, αυτή η ανθεκτικότητα του κυβερνώντος κόμματος;
Είναι, ίσως, δύσκολο να το εκφράσω, αλλά ουσιαστικά η ανθεκτικότητα που καταγράφει η Νέα Δημοκρατία έγκειται στο γεγονός ότι ο κόσμος, παρά τα προβλήματα – και το τονίζω αυτό – που αντιμετωπίζει, δεν πιστεύει σε καμία περίπτωση ότι η αντιπολίτευση είναι σε θέση να του προσφέρει μια πειστική εναλλακτική λύση διακυβέρνησης. Αυτό είναι ολοκάθαρο πλέον, εδώ και πάρα πολύ καιρό.
Και το επισημαίνω αυτό, διότι βλέπουμε τα χτυπήματα που δέχεται συνεχώς το κυβερνών κόμμα. Και όχι άδικα – προσέξτε τι λέω: Δεν λέω ότι είναι άδικα. Δείτε, για παράδειγμα, την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, όπως και το ζήτημα της ακρίβειας.
Ωστόσο, παρ’ όλα όσα συμβαίνουν, ο κόσμος αντιμετωπίζει τα πράγματα με κάποια στωικότητα και λέει: «Κάτσε, ρε παιδί μου… Είναι καλύτερος ο διάβολος που ξέρεις, παρά ο διάβολος που δεν ξέρεις. Και επειδή λυπήθηκε μία φορά, ψηφίζοντας ερασιτέχνες που κόντεψαν κυριολεκτικά να στείλουν τη χώρα στα Τάρταρα, πλέον το σκέφτεται δύο φορές.
Σε ό,τι αφορά το ποσοστό που μου αναφέρατε, θα πρέπει να σας πως ότι και κατά τις παραμονές των εκλογών του 2023, οι δημοσκοπήσεις στην εκτίμηση ψήφου, δηλαδή με κατανομή και των αναποφάσιστων, έδιναν και τότε 32%. Το ίδιο ποσοστό, όταν φτάσαμε στις κάλπες, έγινε 41%. Αν αναζητήσετε τα στοιχεία των δημοσκοπήσεων της εποχής εκείνης (Μάρτιος – Απρίλιος 2023) θα εκπλαγείτε: Τόσο έδιναν όλες ως ποσοστό στη ΝΔ.
Αυτό, όμως, καταδεικνύει και κάτι άλλο: Πέρα από τις δημοσκοπήσεις, την ώρα που ο κόσμος πάει να ψηφίσει, τα ζυγίζει καλύτερα τα πράγματα και ουσιαστικά προτιμά τη σιγουριά και τη λογική παρά την αμφιβολία και τα άκρα. Κι αυτό είναι κάτι που το κατάλαβαν πολύ καλά οι πολίτες, ιδίως μετά το 2015.
Δεν θεωρώ ότι οι Έλληνες είναι της τελευταίας στιγμής. Είναι απλά ότι την ώρα που ρίχνουν την ψήφο τους, δεν σκέφτονται παρά μονάχα το μέλλον των παιδιών τους.
Αρκετοί μιλούν για κονιορτοποίηση της αντιπολίτευσης από την Καρυστιανου και πως το νέο δίπολο βγάζει ενισχυμένο τον Μητσοτάκη. Τι πιστεύετε και ποιο το διακύβευμα των επόμενων εκλογών εφόσον κατέλθουν στον πολιτικό στίβο Καρυστιανού και Τσίπρας;
Καταρχάς, κατά την άποψή μου, ο Τσίπρας δεν αποτελεί κίνδυνο για τον Μητσοτάκη. Όπως είχα αναλύσει και σε παλαιότερη συνέντευξή μου στο Liberal, θεωρώ ότι ο Τσίπρας ξαναθυμίζει το λεγόμενο «αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο», το οποίο θα μπορούσε, κατά κάποιον τρόπο, να ξεχαστεί.
Αλλά δείτε τι συνέβη και με την εμφάνιση που έκανε πρόσφατα ο Τσίπρας, ειδικά με το θέμα της παρουσίασης του βιβλίου του στο «Παλλάς», όπου ουσιαστικά έστειλε στο περιθώριο τους παλιούς συνεργάτες και συντρόφους του. Αυτό δεν είναι το ίδιον ενός ηγέτη: Ο ηγέτης πρέπει, όπως επιχαίρει στη νίκη, να αναλαμβάνει και τη δική του ευθύνη στην ήττα. Δεν μπορεί στη νίκη να είναι αυτός ο αρχηγός και στην ήττα να φαίνονται ως υπαίτιοι οι «αξιωματικοί» του.
Αυτή η συμπεριφορά και τακτική σίγουρα δεν αρέσει στους πολίτες. Δηλαδή, μια ομάδα δεν μπορεί να τη φτύνεις, όπως έκανε ο Τσίπρας κυριολεκτικά στο βιβλίο του, όπου ουσιαστικά κατηγόρησε όλους τους συνεργάτες του εκτός από τον εαυτό του. Για να το θέσω πιο απλά: Στον Τσίπρα δεν δίνω παραπάνω από 12% στις επόμενες εκλογές.
Τώρα, σε ό,τι αφορά την Καρυστιανού που με ρωτήσατε: η Καρυστιανού δεν ξέρει κανέναν. Και οι δημοσκοπήσεις που διεξάγονται αυτή τη στιγμή, νομίζω ότι είναι πρόωρες, γιατί δεν ξέρουμε ακόμα ποιος θα πάει μαζί της. Θα είναι ο Νικολόπουλος; Θα πάει κάποιος άλλος; Σας φέρνω ως παράδειγμα τον Νικολόπουλο, γιατί τουλάχιστον αυτόν τον ξέρω και ακούγεται, μάλιστα, ότι μιλά μαζί της.
Είδαμε ότι απέκλεισε τον Φαραντούρη και εν τέλει καλά έκανε, γιατί θα ήταν μια κακή επιλογή.
Το ζήτημα, λοιπόν, είναι η ομάδα. Θα σας δώσω ένα απλό παράδειγμα: Ξέρουμε ότι ο Λιονέλ Μέσι, είναι ένας κορυφαίος ποδοσφαιριστής. Εάν ο Μέσι αποφάσιζε να φτιάξει μια ομάδα και δεν ξέραμε ποιους ποδοσφαιριστές θα συμπεριλάβει στο ρόστερ, θα μπορούσαμε να βάλουμε στοίχημα ότι θα μπορούσε να κατακτήσει το Champions League; Ε, προφανώς δεν θα το βάζαμε ποτέ μας!
Επομένως, γιατί δεν περιμένουμε πρώτα να δούμε το πρόγραμμα και την ομάδα της Καρυστιανού και μετά να κρίνουμε; Υπό το πρίσμα αυτό, οι δημοσκοπήσεις, τώρα, μου φαίνεται πως είναι πρόωρες.
Εππλέον, έχουν και ακόμη ένα στοιχείο, με το οποίο προσωπικά τάσσομαι εναντίον. Οι δημοσκοπήσεις τείνουν να συγχέουν τη δημοφιλία ενός αρχηγού με την καταλληλότητά του. Σας θυμίζω ότι παλαιότερα, οι δημοσκοπήσεις έδιναν τον Φώτη Κουβέλη ως πιο δημοφιλή αρχηγό και στη δεύτερη θέση τον Κουτσούμπα. Μόνο που πλέον ο Κουβέλης έχει εξαφανιστεί από την πολιτική σκηνή και ο Κουτσούμπας είναι στο 9%.
Αυτή τη στιγμή, η Καρυστιανού «κουβαλάει» μεγάλη συμπάθεια στο πρόσωπό της, λόγω της σιδηροδρομικής τραγωδίας στα Τέμπη, όπου έχασε το παιδί της. Αλλά αυτό, όσον αφορά τη συμπάθεια είναι ένα στοιχείο που πολιτικά είναι εντελώς αδιάφορο. Και εγώ θα ήθελα να κάνω παρέα με τον Mister Bean, αλλά δεν θα τον ψήφιζα ποτέ μου για πρωθυπουργό της Βρετανίας!
Επομένως, δεν θα πρέπει να συγχέουμε τη συμπάθεια με την καταλληλότητα. Και νομίζω ότι είναι μεγάλο λάθος των δημοσκόπων που κάνουν αυτή την ερώτηση, γιατί στον περισσότερο κόσμο δεν είναι εύκολο να εξηγήσεις τι σημαίνει και ποιος είναι ο πιο συμπαθής πολιτικός αρχηγός. Ποιο το νόημα αυτή της θεώρησης τελικά;
Θέλω να μείνουμε λίγο στην υπόθεση της Μαρίας Καρυστιανού. Το τελευταίο διάστημα η ίδια δέχεται σφοδρότατες επικρίσεις από συγγενείς του Συλλόγου Θυμάτων των Τεμπών, με αποκορύφωμα το ότι οι τελευταίοι την πίεσαν να παραιτηθεί και την ίδια να καταγγέλλει ότι της έβαζαν «τρικλοποδιές». Γιατί τόση οξύτητα;
Είναι παράδοξο η Καρυστιανού να μιλάει για «τρικλοποδιές», αφού η ίδια είχε τη συμπαράσταση όλο του κόσμου. Κανείς δεν της έβαλε τρικλοποδιές. Απλούστατα, αυτοί που έχουν ενοχληθεί περισσότερο απ’ όλους και γι’ αυτό έχει ξεκινήσει ένας τόσο μεγάλος πόλεμος εναντίον της, είναι εκείνοι που τη στήριξαν.
Αναφέρεστε, ασφαλώς, στα κόμματα της αντιπολίτευσης…
Ακριβώς! Δηλαδή, αν δείτε τώρα ποιοι χάνουν περισσότερο από την Καρυστιανού, είναι κυρίως κόμματα όπως η Ελληνική Λύση, η Νίκη, η Πλεύση Ελευθερίας και οι Σπαρτιάτες και φαίνεται πως χάνουν πάνω από το 30% των ψηφοφόρων τους.
Υπάρχει ένα απτό παράδειγμα, γι’ αυτό που σας λέω, το περίφημο «φαινόμενο της κόμπρας». Τον καιρό που οι Βρετανοί κυβερνούσαν την Ινδία, είχαν αντιληφθεί ότι υπήρχε σοβαρό πρόβλημα με τις κόμπρες. Σκέφτηκαν, λοιπόν, για κάθε κομμένο κεφάλι κόμπρας, να δίνουν ένα χρηματικό αντίτιμο στους Ινδούς, σε μια προσπάθεια να μειώσουν τους πληθυσμούς του συγκεκριμένου ερπετού στη χώρα. Τι συνέβη, λοιπόν; Όταν οι Ινδοί το κατάλαβαν, άρχισαν οι ίδιοι να εκτρέφουν κόμπρες και πήγαιναν και μάζευαν από τους Βρετανούς το χαρτζιλίκι. Όταν οι τελευταία αντιλήφθηκαν, τελικά, τι συνέβαινε, τότε σταμάτησαν να τους δίνουν μπαξίσι. Και τότε οι Ινδοί, άφησαν αμολυμένες και ελεύθερες τις κόμπρες. Στο τέλος, αντί να μειωθεί ο πληθυσμός τους, αυξήθηκε κατακόρυφα. Τους γύρισε μπούμερανγκ.
Ακριβώς το ίδιο έχουν πάθει τώρα τα κόμματα της αντιπολίτευσης με την Καρυστιανού. Τους έκανε «backfire» το σχέδιο που ετοίμαζαν και τώρα ξεσπούν εναντίον της.
Να περάσουμε λίγο και στα ζητήματα του αγροτικού τομέα. Με βάση και την εμπειρία σας στις δημοσκοπήσεις, σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση του αγροτικού, πιστεύετε πως φθείρεται η κυβέρνηση; Θα ήθελα το σχόλιό σας…
Θα σας πω κάτι: Κάθε χρόνο τέτοια εποχή, από το 1981 και μετά, οι αγρότες διαμαρτύρονται. Τι συμβαίνει, λοιπόν; Δηλαδή, θα μας έλεγε κανείς ότι εδώ και 44 χρόνια καμία κυβέρνηση δεν κατάφερε να τους δώσει κάτι; Πρέπει να μπει ένα «φρένο» σε αυτή την ιστορία. Ζητούν φθηνό ρεύμα, τη στιγμή που άλλοι επαγγελματίες, δείτε τους φουρνάρηδες, που το ρεύμα είναι το κυριότερο και μεγαλύτερο έξοδό τους, το πληρώνουν κανονικά.
Ουσιαστικά, με τη στάση τους και τα αιτήματά τους, οι αγρότες οδηγούν άλλους κλάδους επαγγελματιών στο να εξοργιστούν.
* Ο Ανδρέας Δρυμιώτης είναι πολιτικός αναλυτής.
