Κάποια στιγμή, μέσα στη φασαρία των αναλύσεων, μένει μια καθαρή εικόνα: τα αυταρχικά καθεστώτα μοιάζουν τρομακτικά μέχρι να δοκιμαστούν στα σοβαρά. Τότε φαίνονται τα κουσούρια τους. Η γραφειοκρατία τους. Η διαφθορά τους. Ο φόβος που τα κρατά όρθια και τα κάνει εύθραυστα ταυτόχρονα. Οι πρώτοι δεκατρείς μήνες της δεύτερης διακυβέρνησης Τραμπ, όπως τους είδαμε να ξεδιπλώνονται στη διεθνή σκηνή, λειτούργησαν σαν απότομη υπενθύμιση ότι ο «ελεύθερος κόσμος» δεν έχει χάσει τα δόντια του. Απλώς για ένα διάστημα έκανε ότι δεν τα έχει.
Πάρτε τη Βενεζουέλα. Το αφήγημα που έμεινε στον κόσμο δεν ήταν καν η λεπτομέρεια της επιχείρησης, όσο η αίσθηση ότι ένα καθεστώς που παριστάνει το ατσαλένιο κατέρρευσε επικοινωνιακά μέσα σε ένα βράδυ. Το Καράκας χτίζει χρόνια έναν μύθο παντοδυναμίας, με ρωσικά και κινεζικά αμυντικά συστήματα, με τις περίφημες κουβανέζικες υπηρεσίες ασφαλείας στο πλευρό του, με «λαϊκή νομιμοποίηση» και έναν στρατό έτοιμο να υπερασπιστεί το καθεστώς. Κι όμως, όταν οι ΗΠΑ αποφάσισαν να κινηθούν, η εικόνα που πέρασε ήταν ότι κανείς δεν μπόρεσε να το αποτρέψει. Αυτό πονάει περισσότερο από μια ήττα στο πεδίο. Γιατί γκρεμίζει την αυταπάτη που πουλάς στους δικούς σου: ότι είσαι απρόσβλητος.
Το ίδιο μοτίβο είδαμε και στη Μέση Ανατολή. Ακούστηκαν υπερβολές, ειπώθηκαν πράγματα του τύπου «σε τρεις μέρες τελείωσαν οι μουλάδες». Η πραγματικότητα σε τέτοια μέτωπα σπάνια είναι τόσο καθαρή. Αυτό όμως που μετρά πολιτικά είναι άλλο: ότι όταν η Ουάσιγκτον δείχνει αποφασιστικότητα, οι μεγάλοι «αντι-αμερικανοί» παίκτες ξαφνικά χαμηλώνουν τον τόνο. Η Κίνα, με τα τεράστια συμφέροντά της στο Ιράν, προτιμά τη ρητορική της «σταθερότητας» και της «αυτοσυγκράτησης». Η Ρωσία, σύμμαχος των μουλάδων, προτιμά να γκρινιάζει όσο μπορεί χωρίς να προκαλέσει τον Τραμπ. Και στο μεταξύ, το μήνυμα περνάει: άλλο το να κάνεις επίδειξη ισχύος σε συνέδρια και τηλεοπτικά πάνελ, σε άμαχους διαδηλωτές και αδύναμους γείτονες, κι άλλο το να την ασκείς όταν βρίσκεται απέναντι σου η ισχυρότερη πολεμική μηχανή όλων των εποχών.
Εκεί κουμπώνει και το θέμα του εξοπλισμού. Για χρόνια πουλιόταν, από συγκεκριμένα κέντρα, η ιδέα ότι η Ρωσία και η Κίνα έχουν «ισοφαρίσει τεχνολογικά», ότι η αμερικανική υπεροχή είναι παλιά ιστορία. Όταν όμως έρχεται η ώρα των επιχειρήσεων, αυτό που φαίνεται είναι ένα χάσμα σε πληροφορίες, σε ακρίβεια, σε συντονισμό, σε δυνατότητα προβολής ισχύος. Ακόμα κι αν κάποιος διαφωνεί με τους στόχους, δύσκολα διαφωνεί με το αποτέλεσμα στο επίπεδο της ικανότητας. Κι αυτή η ικανότητα, όσο κυνικό κι αν ακούγεται, είναι μέρος της ειρήνης: κρατά τους τον άξονα του κακού σε απόσταση.
Το πιο ενδιαφέρον, πάντως, είναι ο τρόπος που εκτίθεται ο δήθεν νταής Πούτιν. Όχι επειδή έχασε δύο βασικούς συμμάχους μέσα σε ένα δίμηνο χωρίς να μπορεί να αντιδράσει. Αλλά επειδή φάνηκε κάτι πιο βαθύ: τα αυταρχικά μπλοκ δεν έχουν φίλους. Έχουν πελάτες. Έχουν εξαρτήσεις. Και μόλις το κόστος ανεβαίνει, οι πελάτες αρχίζουν να κοιτάνε αλλού. Ο ισχυρός δεσπότης που όλοι φοβούνται, ξαφνικά ακούγεται σαν άνθρωπος που βήχει στο διπλανό δωμάτιο και κανείς δεν τρέχει να τον βοηθήσει.
Από καιρό ξέρουμε ότι οι δικτατορίες έχουν εγγενείς αδυναμίες. Δεν διορθώνουν λάθη, τα κρύβουν. Δεν επιβραβεύουν ικανότητα, επιβραβεύουν υποταγή. Δεν παράγουν εμπιστοσύνη, παράγουν φόβο. Κι όταν η πίεση μεγαλώνει, ο φόβος δεν γίνεται κουράγιο. Γίνεται σιωπή. Τα τελευταία χρόνια πολλοί βάφτισαν αυτά τα μοντέλα ως μοντέλα «του μέλλοντος», δήθεν πιο αποτελεσματικά από τις κουρασμένες φιλελεύθερες δημοκρατίες. Οι πρώτοι δεκατρείς μήνες του Τραμπ τους χάλασαν το αφήγημα. Όχι επειδή ο Τραμπ είναι κάποιος μεσσίας. Αλλά επειδή θύμισε κάτι ξεχασμένο: όταν ο ελεύθερος κόσμος αποφασίζει να δράσει, οι μιμητές της ισχύος μοιάζουν πολύ λιγότερο παντοδύναμοι. Και τελικά αυτό είναι το πραγματικό τους πρόβλημα.
