Τι σημαίνει πραγματικά η «προοδευτικότητα» των φόρων

Στην ελληνική συζήτηση η λέξη «προοδευτικός» λειτουργεί συχνά σαν ηθικό σήμα. Λέμε «πιο προοδευτικό σύστημα» και εννοούμε, περίπου, «πιο δίκαιο». Όμως η προοδευτικότητα δεν είναι σύνθημα. Είναι τεχνική έννοια: πόσο συγκεντρώνει ένα φορολογικό σύστημα το βάρος στους υψηλότερους εισοδηματίες και πόσο το απλώνει σε μεσαία και χαμηλά εισοδήματα.

Μια πρόσφατη μελέτη του Fraser Institute, με αντικείμενο 45 δικαιοδοσίες υψηλού εισοδήματος στον ΟΟΣΑ, επιχειρεί να μετρήσει αυτήν ακριβώς την έννοια με συγκρίσιμο τρόπο. Επειδή δεν υπάρχουν παντού διαθέσιμα και πλήρως συγκρίσιμα στοιχεία για το ποιος πληρώνει τι ανά εισοδηματικό κλιμάκιο, οι συγγραφείς δεν μετρούν την προοδευτικότητα απευθείας από πραγματικές κατανομές φόρων. Χρησιμοποιούν έναν δείκτη προοδευτικότητας ως προσέγγιση, βασισμένο σε πέντε «υποκατάστατα» μεγέθη.

Τα τρία πρώτα αφορούν τη δομή του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων: τη διαφορά ανάμεσα στον ανώτατο και τον κατώτατο οριακό συντελεστή, το επίπεδο εισοδήματος όπου ενεργοποιείται ο ανώτατος συντελεστής σε σχέση με τον μέσο μισθό, και το ύψος της βασικής απαλλαγής επίσης σε σχέση με τον μέσο μισθό. Όσο μεγαλύτερα αυτά τα μεγέθη, τόσο πιο «προοδευτική» θεωρείται η δομή του φόρου εισοδήματος.

Τα άλλα δύο αφορούν το μείγμα φόρων, δηλαδή από πού αντλεί ένα κράτος τα έσοδά του. Οι προσωπικοί φόροι εισοδήματος τείνουν να είναι πιο προοδευτικοί, ενώ οι φόροι κατανάλωσης, όπως ο ΦΠΑ και οι ειδικοί φόροι, τείνουν να επιβαρύνουν αναλογικά περισσότερο τα χαμηλότερα εισοδήματα όταν τους κοιτάς «σε μια στιγμή του χρόνου».

Με αυτά τα πέντε μεγέθη, η μελέτη κατασκευάζει έναν δείκτη από το 0 έως το 10, όπου το 10 αντιστοιχεί στην πιο προοδευτική δικαιοδοσία του δείγματος και το 0 στη λιγότερο προοδευτική.

Τα αποτελέσματα έχουν ενδιαφέρον όχι ως «βραβεία αρετής», αλλά ως καθρέφτης του πώς σχεδιάζονται τα συστήματα. Πρώτη έρχεται η Καλιφόρνια με 10, ακολουθεί η Newfoundland and Labrador  του Καναδά με 9,68, μετά η Κορέα με 9,43 και το Τέξας με 9,03. Στον πάτο βρίσκονται η Ουγγαρία με 0 και η Εσθονία με 3,25. Ο μύθος περί μιας Αμερικής που ευνοεί μόνο τους πλουσίους μέσω του φορολογικού συστήματος καταρρίπτεται για ακόμα μια φορά.

Για την Ελλάδα, δύο ευρήματα αξίζουν προσοχής γιατί συνυπάρχουν, αλλά τραβούν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Πρώτον, η Ελλάδα ξεχωρίζει στη βασική απαλλαγή: η μελέτη υπολογίζει ότι κάποιος μπορεί να κερδίσει σχεδόν το μισό του μέσου ετήσιου μισθού πριν αρχίσει να οφείλει φόρο εισοδήματος, καθώς ο λόγος της απαλλαγής προς τον μέσο μισθό εμφανίζεται στο 0,49, ο υψηλότερος στο δείγμα.

Δεύτερον, στο μείγμα φόρων η εικόνα αντιστρέφεται. Η Ελλάδα εμφανίζεται από τις πιο εξαρτημένες οικονομίες από φόρους κατανάλωσης: 43,30% των συνολικών φορολογικών εσόδων το 2022, επίπεδο που βρίσκεται κοντά στην κορυφή της σχετικής κατάταξης της μελέτης.

Αυτή η διπλή πραγματικότητα βοηθά να διαβαστεί και η συνολική θέση της χώρας στον δείκτη. Η Ελλάδα παίρνει 5,97 και κατατάσσεται 32η στις 45 δικαιοδοσίες. Αυτό δεν σημαίνει ότι «η Ελλάδα φορολογεί λίγο τους πλούσιους» ή «πολύ τους φτωχούς» με τρόπο απόλυτο. Σημαίνει ότι, με βάση τη δομή του φόρου εισοδήματος και το μείγμα φόρων, το συνολικό σύστημα δεν συγκεντρώνει το βάρος στους πολύ υψηλούς στον βαθμό που το κάνουν ορισμένες άλλες δικαιοδοσίες, και ένα μέρος του φορτίου μεταφέρεται μέσω κατανάλωσης προς τα μεσαία και χαμηλότερα εισοδήματα.

Το χρήσιμο μάθημα για την ελληνική πολιτική οικονομία βρίσκεται ακριβώς εδώ. Η προοδευτικότητα δεν κρίνεται μόνο από το ανώτατο κλιμάκιο του φόρου εισοδήματος ή από το πόσο «σκληρή» είναι η κλίμακα. Κρίνεται και από το πού στηρίζεις τα έσοδα. Ένα κράτος που αντλεί μεγάλο κομμάτι από ΦΠΑ και ειδικούς φόρους μπορεί να έχει γενναιόδωρες απαλλαγές στο εισόδημα και ταυτόχρονα να επιβαρύνει έντονα την καθημερινή κατανάλωση, δηλαδή ακριβώς το πεδίο όπου οι χαμηλότεροι ξοδεύουν μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους.

Υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση, που αξίζει να παραμείνει στο τραπέζι χωρίς υπερβολές. Η ίδια η μελέτη υπενθυμίζει ότι οι υψηλότεροι οριακοί συντελεστές μπορούν να επηρεάσουν κίνητρα για εργασία, αποταμίευση, επένδυση και επιχειρηματικό ρίσκο, άρα να έχουν επίδραση στην ανάπτυξη. Αυτό δεν ακυρώνει τη συζήτηση για προοδευτικότητα. Απλώς υποχρεώνει όσους σχεδιάζουν πολιτική να κοιτούν το σύστημα ως σύνολο, όχι έναν συντελεστή απομονωμένο.

Με τα ευρήματα αυτά, η συζήτηση για έναν ενιαίο συντελεστή φόρου εισοδήματος γίνεται πιο προσγειωμένη και, κατά τη γνώμη μου, πιο ελκυστική: η ίδια η μελέτη δείχνει ότι η «προοδευτικότητα» δεν κρίνεται μόνο από το πόσο απότομα ανεβαίνουν τα κλιμάκια, αλλά και από το πόσο μεγάλη είναι η βασική απαλλαγή και από το αν ένα κράτος στηρίζεται υπέρμετρα σε φόρους κατανάλωσης.

Στην ελληνική περίπτωση, η εξαιρετικά υψηλή απαλλαγή (ως λόγος προς τον μέσο μισθό) συνυπάρχει με πολύ μεγάλη εξάρτηση από φόρους κατανάλωσης. Αυτό είναι ακριβώς το σημείο όπου μια σοβαρή flat tax μπορεί να υπηρετήσει και δικαιοσύνη και αποτελεσματικότητα: ένας χαμηλότερος, ενιαίος συντελεστής με διατήρηση μιας γενναίας αφορολόγητης ζώνης και κατάργηση εξαιρέσεων και ειδικών καθεστώτων απλώνει τη βάση, μειώνει τα αντικίνητρα που η ίδια η μελέτη συνδέει με τους υψηλούς οριακούς συντελεστές, και δίνει χώρο για μείωση της φορολογίας κατανάλωσης που σήμερα σηκώνει δυσανάλογο βάρος.

Έτσι, αντί να κυνηγάμε «προοδευτικότητα» ως δείκτη βιτρίνας, χτίζουμε ένα σύστημα καθαρό, προβλέψιμο και ειλικρινές: προστασία χαμηλών εισοδημάτων μέσω απαλλαγής, ίδια αναλογία για όλους πάνω από αυτήν, και λιγότερη εξάρτηση από τους φόρους που πληρώνονται σιωπηλά στο ταμείο κάθε μέρα.