Η εκτέλεση του Προϋπολογισμού που δημοσιεύτηκε την προηγούμενη εβδομάδα από το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δείχνει μια πραγματική επιτυχία: η κυβέρνηση έχει κάνει σοβαρή πρόοδο στην πάταξη της φοροδιαφυγής. Τα φορολογικά έσοδα υπερβαίνουν τον στόχο, ειδικά σε ΦΠΑ και φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων, και αυτό δύσκολα εξηγείται χωρίς καλύτερους ελέγχους, περισσότερες ηλεκτρονικές συναλλαγές και μεγαλύτερη συμμόρφωση. Επιπλέον, η διατήρηση πλεονασμάτων και η σταδιακή μείωση του χρέους, σε μια χώρα με το ελληνικό παρελθόν, είναι επίτευγμα που αξίζει να αναγνωριστεί.
Ακριβώς όμως επειδή έχουμε αυτή τη δημοσιονομική πρόοδο, μπορούμε να κοιτάξουμε πιο ψύχραιμα τη σύνθεση των εσόδων. Το 36% των κρατικών εσόδων προέρχεται από τον ΦΠΑ. Δηλαδή πάνω από το ένα τρίτο του κράτους χρηματοδοτείται από την κατανάλωση. Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι το βάρος πέφτει δυσανάλογα στη μεσαία τάξη και στα χαμηλά εισοδήματα, που ξοδεύουν σχεδόν ό,τι κερδίζουν. Ο ΦΠΑ δεν ρωτά πόσα βγάζεις. Επιβάλλεται στην απόδειξη του σούπερ μάρκετ, στο πετρέλαιο θέρμανσης, στο πρατήριο, στον λογαριασμό της καθημερινότητας. Όσο πιο αποτελεσματικά εισπράττεται, τόσο πιο σφιχτά νιώθει τον κλοιό ο συνεπής φορολογούμενος.
Το ίδιο ισχύει και για τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων. Η αύξηση των εσόδων εκεί, την ώρα που ο φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων υστερεί, δείχνει ότι η σπονδυλική στήλη του συστήματος παραμένουν ο μισθωτός, ο ελεύθερος επαγγελματίας, ο μικρός επιχειρηματίας. Η κυβέρνηση πέτυχε να κυνηγήσει καλύτερα τη φοροδιαφυγή. Τώρα όμως το ερώτημα είναι τι θα κάνει με τους ανθρώπους που ήδη πληρώνουν.
Η φυσική συνέχεια αυτής της επιτυχίας δεν είναι περισσότερα στοχευμένα μέτρα, επιδόματα και εξαιρέσεις. Αυτά συντηρούν την πολυπλοκότητα του φορολογικού συστήματος και την αίσθηση αδικίας μεταξύ των φορολογουμένων. Η φυσική συνέχεια είναι οριζόντιες μειώσεις φόρων. Μείωση συντελεστών στον ΦΠΑ, ιδίως σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες. Μείωση της φορολογίας εισοδήματος για τα παραγωγικά στρώματα. Σταδιακή ελάφρυνση των εισφορών που λειτουργούν σαν δεύτερος φόρος στην εργασία. Όχι άλλα «κουπόνια» και ειδικά καθεστώτα, αλλά λιγότερο βάρος για όλους όσοι δηλώνουν το εισόδημά τους και κρατούν την οικονομία ζωντανή.
Οι παραπάνω ιδέες δεν είναι βγαλμένες από κάποιο εγχειρίδιο φορολογικού λαϊκισμού. Είναι διαπιστώσεις που κατά καιρούς η ίδια η κυβέρνηση έχει καταθέσει στο δημόσιο διάλογο και φυσικά εφαρμόσιμες μεταρρυθμίσεις που χάρη στα πρωτογενή πλεονάσματα η οικονομία μας μπορεί να αντέξει χωρίς να τινάξει τη μπάνκα στον αέρα.
Από τη μία, λοιπόν, έχουμε μια κυβέρνηση που πέτυχε να σταθεροποιήσει τα δημόσια οικονομικά. Από την άλλη, η μεσαία τάξη συνεχίζει να αισθάνεται ότι πληρώνει τον λογαριασμό. Το στοίχημα της επόμενης φάσης είναι να μετατραπεί η επιτυχία στην πάταξη της φοροδιαφυγής σε πραγματική ανάσα για τον συνεπή φορολογούμενο. Με οριζόντιες μειώσεις φόρων, όχι με αποσπασματικές παρεμβάσεις. Μόνο έτσι τα πλεονάσματα θα πάψουν να είναι απλώς δημοσιονομικός δείκτης και θα γίνουν απτή βελτίωση στην καθημερινότητα εκείνων που τα χρηματοδοτούν.
