Πώς οι Ευρωπαίοι φορολογούμενοι πλήρωσαν την ηλιακή αυτοκρατορία της Κίνας

Η πράσινη μετάβαση στην Ευρώπη παρουσιάστηκε ως ιστορική ευκαιρία. Θα σώζαμε το κλίμα, θα γινόμασταν τεχνολογική υπερδύναμη και θα αποκτούσαμε ενεργειακή ανεξαρτησία. Στην πράξη συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Η Κίνα έγινε πλουσιότερη και ισχυρότερη, η Ευρώπη έμεινε με εκρηκτικούς λογαριασμούς ρεύματος, κατεστραμμένη βιομηχανία και μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση ηθικής ανωτερότητας.

Το πιο καθαρό παράδειγμα είναι τα φωτοβολταϊκά. Μια πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ για τον κλάδο δείχνει ότι η παραγωγή ηλιακών κυψελών και πάνελ υπήρξε από τους πιο επιδοτούμενους βιομηχανικούς τομείς στον κόσμο για σχεδόν δύο δεκαετίες. Οι συνολικές επιδοτήσεις φτάνουν πολλαπλάσιο ποσοστό του τζίρου σε σχέση με τον μέσο βιομηχανικό κλάδο, με τους Κινέζους παραγωγούς να απορροφούν το μεγαλύτερο κομμάτι. Η μελέτη καταγράφει αυτό που όλοι βλέπουμε: η Κίνα ελέγχει πλέον πάνω από το 80 τοις εκατό της παγκόσμιας παραγωγής σε όλα σχεδόν τα στάδια της αλυσίδας αξίας, από το πολυπυρίτιο έως το τελικό πάνελ, ενώ οι ευρωπαϊκές και ιαπωνικές εταιρείες που πρωτοπορούσαν κάποτε έχουν εξαφανιστεί.

Ποιος πλήρωσε τη ζήτηση για αυτή την κινεζική υπερδύναμη; Ο Ευρωπαίος φορολογούμενος. Με εγγυημένες τιμές, γενναιόδωρα feed-in tariffs, υποχρεωτικά ποσοστά ΑΠΕ και πράσινους φόρους, η ΕΕ έστησε μια κολοσσιαία επιδοτούμενη αγορά για φθηνά, επιδοτούμενα κινεζικά πάνελ. Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις δεν ανταγωνίζονταν άλλες εταιρείες. Ανταγωνίζονταν το κινεζικό κράτος. Το αποτέλεσμα ήταν προδιαγεγραμμένο: κλείσιμο εργοστασίων, εξαγορές, αποβιομηχάνιση.

Την ίδια στιγμή, η ήπειρος φόρτωσε την ενέργεια με τόσο ρυθμιστικό και φορολογικό βάρος ώστε οι τιμές ηλεκτρισμού εκτοξεύθηκαν. Η μελέτη του ΟΟΣΑ χτυπάει καμπανάκι: οι πρωτοφανείς στρεβλώσεις στην αγορά φωτοβολταϊκών συμπίπτουν με περιβάλλον εξαιρετικά υψηλού ενεργειακού κόστους στην Ευρώπη. Την ώρα που η Κίνα χρησιμοποιεί τη φθηνή ενέργεια ως στρατηγικό εργαλείο βιομηχανικής πολιτικής, η Ευρώπη μετατρέπει το ρεύμα σε είδος πολυτελείας. Οι ενεργοβόρες βιομηχανίες στην ΕΕ πληρώνουν σήμερα ρεύμα και φυσικό αέριο πολύ ακριβότερο από τους ανταγωνιστές τους στις ΗΠΑ και την Ασία. Αυτό δεν είναι «η αποτυχία της αγοράς». Είναι αποτυχία πολιτικής.

Το πιο ειρωνικό είναι ότι, όπως επισημαίνει ο ΟΟΣΑ, ούτε η ίδια η κινεζική βιομηχανία φωτοβολταϊκών ευημερεί πραγματικά. Η κρατική στήριξη δημιούργησε τεράστια υπερπροσφορά, τιμές κάτω από το κόστος και χρόνια χαμηλή κερδοφορία. Όταν η επιδότηση γίνεται μόνιμο καθεστώς, η πειθαρχία της αγοράς εξαφανίζεται. Επικρατούν όχι οι πιο αποδοτικοί, αλλά όσοι είναι πιο κοντά στην κρατική κάνουλα. Αυτή δεν είναι πράσινη οικονομία. Είναι κεντρικός σχεδιασμός με ηλιακά αυτοκόλλητα.

Και η γεωπολιτική διάσταση είναι ακόμη χειρότερη. Η Ευρώπη μιλά για «στρατηγική αυτονομία», ενώ στο βασικό εργαλείο της πράσινης πολιτικής της, τις ΑΠΕ, έχει δέσει την τύχη της σε μια σχεδόν μονοπωλιακή κινεζική αλυσίδα αξίας. Αν αύριο ξεσπάσει σοβαρή εμπορική ή πολιτική σύγκρουση με το Πεκίνο, θα ανακαλύψουμε ότι τα ηλιακά μας πάρκα εξαρτώνται από ανταλλακτικά, τεχνολογία και πρώτες ύλες που ελέγχει ο «συστημικός αντίπαλος».

Αντί όμως οι Βρυξέλλες να διαβάσουν τη μελέτη του ΟΟΣΑ ως προειδοποίηση, τη διαβάζουν ως πρόσχημα για ακόμη περισσότερες επιδοτήσεις. Νέα ταμεία, νέες κρατικές ενισχύσεις, νέοι «πράσινοι πρωταθλητές». Λες και η λύση σε ένα πρόβλημα που δημιούργησαν οι επιδοτήσεις είναι… περισσότερες επιδοτήσεις.

Η ιστορία των φωτοβολταϊκών είναι μάθημα. Οι Ευρωπαίοι πλήρωσαν. Η Κίνα πήρε εργοστάσια, θέσεις εργασίας, τεχνολογία και ισχύ. Εμείς μείναμε με τους λογαριασμούς και την αυταπάτη ότι «ηθικά» κερδίζουμε. Αν δεν τερματίσουμε τη φούσκα των πράσινων επιδοτήσεων, θα το ξαναζήσουμε σε μπαταρίες, ηλεκτρικά αυτοκίνητα και υδρογόνο. Και τότε, ίσως να μην έχει μείνει ευρωπαϊκή βιομηχανία για να θυσιαστεί στον βωμό της επόμενης πράσινης μόδας.