Όταν η «σωτηρία της δημοκρατίας» γίνεται πρόβα αυταρχισμού

Η κυβέρνηση Starmer στη Βρετανία επιχείρησε κάτι που, μέχρι χθες, θα θεωρούσαμε αδιανόητο σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία. Να ακυρώσει ή να αναβάλει 30 τοπικές εκλογές του 2026, στερώντας προσωρινά το δικαίωμα ψήφου από εκατομμύρια πολίτες, με πρόσχημα τη διοικητική αναδιοργάνωση της τοπικής αυτοδιοίκησης. Μόνο μετά την προσφυγή του Reform UK και τον φόβο δικαστικής ήττας έκανε άτακτη υποχώρηση.

Εδώ βρίσκεται η ωμή ειρωνεία. Οι ίδιοι πολιτικοί χώροι που μας προειδοποιούσαν ότι το Brexit, ο Trump, οι «λαϊκιστές», ο Φάρατζ, και κάθε «λάθος» αποτέλεσμα ψηφοφορίας, σημαίνουν «το τέλος της δημοκρατίας», παίζουν τώρα με το ίδιο το ημερολόγιο της δημοκρατίας όταν διαβλέπουν δική τους εκλογική συντριβή. Οι προοδευτικοί και οι σοσιαλδημοκράτες που απαρτίζουν την παράταξη των εργατικών στην Αγγλία για χρόνια κουνούσαν το δάχτυλο και έπαιρναν αυτόκλητα το ρόλο του θεματοφύλακα της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Μας είπαν ότι αν κερδίσει ο «λάθος» υποψήφιος, σκοτεινές δυνάμεις θα γκρεμίσουν τους θεσμούς. Σήμερα αποδεικνύεται ότι ο μεγαλύτερος πειρασμός για τους θεσμούς δεν έρχεται από τη δημοκρατική έκφραση των πολιτών, αλλά από κυβερνήσεις που φοβούνται το αποτέλεσμα της κάλπης.

Σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία δεν είναι ιερή η εκάστοτε κυβέρνηση. Ιεροί είναι οι κανόνες. Και πρώτος κανόνας είναι ότι οι εκλογές γίνονται στην ώρα τους. Όποιος κι αν προηγείται στις δημοσκοπήσεις, όσο άσχημα κι αν προδιαγράφεται η ήττα των κυβερνώντων. Το να αναστέλλεις εκλογές επειδή περιμένεις πολιτικό διασυρμό δεν είναι «υπευθυνότητα». Είναι πρόβα αυταρχισμού, ντυμένη με τεχνοκρατική γλώσσα περί «συνενώσεων» τοπικών συμβουλίων και «αποτελεσματικότητας».

Ας μεταφέρουμε την εικόνα στην Ελλάδα για να καταλάβουμε πόσο επικίνδυνη είναι. Φανταστείτε την κυβέρνηση Μητσοτάκη να καταρρέει στις δημοσκοπήσεις. Τη Νέα Δημοκρατία να βλέπει ότι χάνει δήμους και περιφέρειες, και την κυβέρνηση να ανακοινώνει ότι, λόγω μιας νέας διοικητικής μεταρρύθμισης, οι μισές αυτοδιοικητικές εκλογές αναβάλλονται για δύο χρόνια. Ότι «δεν έχει νόημα» να εκλεγούν τώρα δημοτικά συμβούλια, επειδή ίσως συγχωνευθούν.

Πόση ώρα θα χρειαζόταν για να γίνει χαμός; Τα πρωτοσέλιδα δικαίως θα μιλούσαν για «εκτροπή». Ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ θα κατήγγελλαν «χουντική μεθόδευση». Οι Βρυξέλλες θα εξέφραζαν «σοβαρή ανησυχία για το κράτος δικαίου». Πανεπιστημιακοί, καλλιτέχνες, οργανώσεις θα μιλούσαν για «τέλος της μεταπολίτευσης». Και όχι άδικα. Γιατί το να στερείς από πολίτες την κάλπη, έστω και προσωρινά, είναι χτύπημα στον πυρήνα του πολιτεύματος.

Γιατί λοιπόν όταν μια βρετανική κεντροαριστερή κυβέρνηση δοκιμάζει το ίδιο σενάριο, αντιμετωπίζεται σχεδόν ως τεχνικό ζήτημα; Γιατί η συζήτηση περιορίζεται σε διαχειριστικό, ρυθμιστικό, και διαδικαστικό επίπεδο; Η απάντηση είναι δυσάρεστη. Η κεντροαριστερά της δύσης έχει πάψει να βλέπει τη δημοκρατία ως σύνολο κανόνων. Τη βλέπει ως μηχανισμό παραγωγής του «σωστού» αποτελέσματος. Όταν οι πολίτες ψηφίζουν όπως πρέπει, το σύστημα δοξάζεται. Όταν τολμήσουν να ψηφίσουν αλλιώς, τότε φταίνε τα fake news, οι πλατφόρμες, η «τοξικότητα». Και κάπου εκεί γεννιέται η ιδέα ότι ίσως χρειαζόμαστε λίγο λιγότερη δημοκρατία, για το καλό της δημοκρατίας. Όπως ακριβώς λέει η κεντροαριστερά για τον καπιταλισμό!

Ο κλασικός φιλελευθερισμός ξεκινά από το αντίθετο. Οι πολίτες έχουν δικαίωμα να κάνουν λάθος. Έχουν δικαίωμα να ψηφίσουν Trump, Brexit, λιγότερο ή περισσότερο κράτος. Οι κανόνες υπάρχουν ακριβώς για να μην μπορεί καμία κυβέρνηση να μετατρέψει τη νίκη της σε μόνιμο καθεστώς. Αν αποδεχθούμε ότι το ημερολόγιο των εκλογών είναι «ευέλικτο», ανάλογα με τις ανάγκες της εξουσίας, τότε έχουμε ήδη απομακρυνθεί από τη φιλελεύθερη δημοκρατία, ακόμη κι αν συνεχίζουμε να χρησιμοποιούμε το ίδιο όνομα.

Το βρετανικό επεισόδιο έληξε με μια χρήσιμη ήττα της κυβέρνησης πριν καν φτάσει στο δικαστήριο. Η προσπάθεια όμως έγινε. Και αυτό πρέπει να μας ανησυχεί περισσότερο από την έκβασή της. Για την Ελλάδα, το μήνυμα είναι καθαρό. Να πάψουμε να φετιχοποιούμε όσους αυτοχαρακτηρίζονται «προοδευτικοί» και «αντι-ακροδεξιοί» και να απαιτήσουμε κάτι πολύ πιο πεζό. Σταθερούς κανόνες, εκλογές στην ώρα τους, μηδενική ανοχή σε πειραματισμούς με τα πολιτικά μας δικαιώματα.

Η δημοκρατία δεν πεθαίνει όταν κερδίζει ο αντίπαλός μας. Πεθαίνει όταν αρχίζουμε να ψάχνουμε ευφυή προσχήματα για να αποφύγουμε την επόμενη κάλπη. Και σήμερα, δυστυχώς, αυτόν τον δρόμο τον ανοίγει όλο και πιο συχνά η κεντροαριστερά που κάποτε διακήρυττε ότι γεννήθηκε για να τον κλείσει.