Στο ματς του Ερυθρού Αστέρα με τη Λιλ, οι οπαδοί σήκωσαν ένα γιγάντιο ψηφιδωτό με ορθόδοξη εικόνα και το μήνυμα «Είθε η πίστη μας να σας οδηγήσει στη νίκη». Και η UEFA αποφάσισε ότι αυτό δεν ήταν απλώς μια οπαδική εκδήλωση πίστης, αλλά κάτι που δεν «αρμόζει» σε αθλητική εκδήλωση και μάλιστα δυσφημίζει το ποδόσφαιρο και την ίδια. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία του σκανδάλου. Όχι στα πραγματικά ζητήματα ασφάλειας, αλλά στην αλαζονική αξίωση μιας παρακμασμένης γραφειοκρατίας να ελέγχει σε τέτοιο βαθμό την έκφραση των αξιών των φιλάθλων.
Ας τραβήξουμε όμως από την αρχή μια καθαρή γραμμή. Κανείς δεν λέει ότι η UEFA πρέπει να ανέχεται τον ρατσισμό, τη λεκτική βία ή οποιαδήποτε μορφή πραγματικής στοχοποίησης μέσα στο γήπεδο. Εκεί η παρέμβαση είναι θεμιτή και αναγκαία. Άλλο η καταστολή του μίσους και άλλο η ποινικοποίηση της πίστης. Άλλο η αντιμετώπιση της βίας και άλλο να καταχωρείται μια ευχή και μια ορθόδοξη εικόνα ως πράξη που δήθεν δυσφημίζει το ποδόσφαιρο και την UEFA. Αυτό δεν είναι αυστηρότητα. Είναι εξωφρενικό.
Και είναι εξωφρενικό ακριβώς επειδή ξεπερνά το φυσικό όριο κάθε αθλητικής αρχής. Η UEFA υποτίθεται ότι υπάρχει για να διασφαλίζει κανόνες του παιχνιδιού, οργάνωση, ασφάλεια και εύρυθμη διεξαγωγή των διοργανώσεων. Δεν υπάρχει για να λειτουργεί ως υπερεθνικό υπουργείο πολιτισμικής απολύμανσης. Δεν υπάρχει για να αποφασίζει ποιες συμβολικές εκφράσεις των φιλάθλων είναι αποδεκτές και ποιες πρέπει να στιγματίζονται ως ηθικό αδίκημα και να τιμωρούνται με βαριά χρηματικά πρόστιμα. Από τη στιγμή που περνά αυτό το όριο, παύει να υπηρετεί το άθλημα και αρχίζει να υπηρετεί την εμπεδωμένη της ιδεολογία.
Διότι ο αθλητισμός δεν ανήκει στη γραφειοκρατία. Ανήκει στην κοινωνία των πολιτών. Ανήκει στις κοινότητες που δημιούργησαν τους συλλόγους, στις πόλεις που τους έδωσαν όνομα, στις μνήμες που κουβαλούν οι εξέδρες, στις παραδόσεις που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά. Το γήπεδο δεν είναι ουδέτερος εταιρικός χώρος. Δεν είναι λευκό δωμάτιο δημοσίων σχέσεων. Είναι τόπος πάθους, συμβόλων, ταυτότητας, πίστης, υπερηφάνειας. Όταν μια κεντρική αρχή επιχειρεί να αδειάσει τον χώρο αυτό από κάθε βαθύτερο περιεχόμενο, δεν εξυγιαίνει το ποδόσφαιρο. Απλά του στερεί το περιεχόμενο.
Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα με τις παρηκμασμένες γραφειοκρατικές δομές που ασπάστηκαν τη Woke ιδεολογία. Όσο περισσότερο χάνουν επαφή με την κοινωνική πραγματικότητα, τόσο πιο πολύ προσπαθούν να τη ρυθμίσουν. Όσο λιγότερο μπορούν να εμπνεύσουν σεβασμό, τόσο περισσότερο απαιτούν συμμόρφωση. Και όσο λιγότερο καταλαβαίνουν τι σημαίνουν για τους ανθρώπους η πίστη, η παράδοση και τα σύμβολα, τόσο πιο εύκολα τα βαφτίζουν «ακατάλληλα». Έτσι λειτουργεί η γραφειοκρατική παρακμή. Δεν δημιουργεί, δεν ενώνει, δεν πείθει. Απλά ταξινομεί, επιβλέπει και τιμωρεί.
Και εδώ εμφανίζεται η woke ατζέντα στην πιο γελοία αλλά και πιο αυταρχική της εκδοχή. Η woke λογική δεν ανέχεται πραγματική πολυφωνία. Ανέχεται μόνο την αποστειρωμένη, ασφαλή, εγκεκριμένη ποικιλία απόψεων που δεν ενοχλεί το διοικητικό κέντρο. Δεν ενοχλείται από σύμβολα γενικά. Ενοχλείται από σύμβολα που δεν ταιριάζουν στο αφήγημα. Από ό,τι θυμίζει θρησκεία, ιστορική συνέχεια, εθνική ή πολιτισμική αυτοπεποίθηση. Επιδιώκει τα στάδια της Ευρώπης να μετατραπούν σε δημόσιο χώρο χωρίς ισχυρό νόημα.
Γι’ αυτό και ο όρος «εικονομάχοι» δεν είναι υπερβολικός. Η UEFA δεν σπάει εικόνες με αυτοκρατορικά διατάγματα. Κάνει κάτι πιο σύγχρονο. Τις περνά από πειθαρχικό έλεγχο. Παίρνει ένα γιγάντιο ψηφιδωτό, μια ορθόδοξη εικόνα και μια ευχή νίκης και τα καταχωρεί ως πρόβλημα. Ως δυσφήμηση. Ως κάτι για το οποίο πρέπει να πέσει ποινή. Αυτό είναι η ουσία της σύγχρονης εικονομαχίας. Όχι η ευθεία απαγόρευση, αλλά η διοικητική απονομιμοποίηση.
Ντροπή. Διότι πάει πολύ να θέλει η UEFA να ελέγξει σε αυτόν τον βαθμό την έκφραση των αξιών των φιλάθλων. Πάει πολύ να μπερδεύει τη βία με την πίστη, το μίσος με την παράδοση, τη λεκτική επίθεση με μια θρησκευτική εικόνα και μια ευχή. Όταν φτάνεις εκεί, δεν υπερασπίζεσαι το ποδόσφαιρο. Κάνεις πολιτική χωρίς νομιμοποίηση.
