Νέα μελέτη του ΔΝΤ για το κρατικό χρέος ανά τον κόσμο

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο επέστρεψε στο παλιό ερώτημα της πολιτικής οικονομίας: Πόσο χρέος αντέχουν οι κοινωνίες όταν ο δανεισμός παύει να είναι φθηνός. Σε πρόσφατη ανάλυση των Era Dabla-Norris και Rodrigo Valdes, στελεχών του Ταμείου, το δημόσιο χρέος παρουσιάζεται όχι ως τεχνική λεπτομέρεια των υπουργείων Οικονομικών, αλλά ως ο κεντρικός περιορισμός της επόμενης δεκαετίας. 

Το βασικό εύρημα είναι η κλίμακα. Το παγκόσμιο δημόσιο χρέος έφτασε το 93,9% του ΑΕΠ το 2025 και, με τις τρέχουσες τάσεις, οδεύει να ξεπεράσει το 100% ως το 2028, επίπεδα που οι συγγραφείς σημειώνουν ότι δεν έχουν καταγραφεί σε καιρό ειρήνης.  Η πανδημία επιτάχυνε μια ήδη ανοδική πορεία. Πριν από τον COVID 19 το χρέος ανέβαινε σταθερά, καθώς πολλές δημοκρατίες συνδύαζαν προεκλογικές υποσχέσεις, ελλείμματα και αναβολή μεταρρυθμίσεων, ενώ τα έτη 2020 και 2021 έφεραν μαζικό δανεισμό για να αποτραπεί βαθύτερη κατάρρευση. 

Το δεύτερο σημείο της μελέτης αφορά το κόστος εξυπηρέτησης. Η εποχή των υπερχαμηλών επιτοκίων έκλεισε, χωρίς αντίστοιχη επιτάχυνση της ανάπτυξης, και σε λίγα χρόνια το κόστος δανεισμού διπλασιάστηκε ή τριπλασιάστηκε. Οι τόκοι περιορίζουν τον διαθέσιμο χώρο από άλλες προτεραιότητες. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, οι καθαρές πληρωμές τόκων ανέβηκαν από περίπου 2% του ΑΕΠ πριν την πανδημία στο 4,2% το 2025, ξεπερνώντας τις αμυντικές δαπάνες. Στις χώρες χαμηλού εισοδήματος, οι τόκοι απορροφούν κατά μέσο όρο το 21% των φορολογικών εσόδων. 

Η ανάλυση δεν μένει στα μεγέθη. Χαρτογραφεί τις πιέσεις που σπρώχνουν τα κράτη σε περισσότερες δαπάνες: Γήρανση πληθυσμών, κλιματική προσαρμογή, αυξανόμενες κοινωνικές απαιτήσεις και, τα τελευταία χρόνια, εντονότερες γεωπολιτικές εντάσεις που αναζωπυρώνουν αμυντικές και βιομηχανικές πολιτικές. Ταυτόχρονα, υπογραμμίζεται ένα λιγότερο ορατό αλλά κρίσιμο στοιχείο: πολλές συνταξιοδοτικές και υγειονομικές υποχρεώσεις παραμένουν εκτός ισολογισμού και εμφανίζονται σταδιακά στους προϋπολογισμούς καθώς οι κοινωνίες γερνούν. 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το κομμάτι για την πολιτική οικονομία του χρέους. Οι συγγραφείς στηρίζονται σε διακρατική έρευνα αντίληψης σε 13 χώρες με 27.000 ερωτώμενους και καταγράφουν μεγάλα κενά κατανόησης: μόνο το 42% αντιλαμβάνεται ότι αύξηση φόρων ή περικοπή δαπανών μειώνει το έλλειμμα, ενώ πάνω από το 60% υποτιμά το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, ειδικά σε χώρες με υψηλό χρέος. Αυτό το χάσμα τροφοδοτεί δυσπιστία και κάνει δυσκολότερη τη συγκρότηση σταθερών μεσοπρόθεσμων σχεδίων.

Ως προς τις λύσεις, η μελέτη δίνει έμφαση σε θεσμούς και διαδικασίες που μπορούν να αυξήσουν την αξιοπιστία χωρίς να δεσμεύσουν υπερβολικά τη δημοσιονομική πολιτική: μεσοπρόθεσμους δημοσιονομικούς άγκυρες με ρήτρες διαφυγής για σπάνια σοκ, διαφάνεια στον Προϋπολογισμό, ανεξάρτητα δημοσιονομικά συμβούλια και συστηματικές αξιολογήσεις δαπανών και φοροαπαλλαγών. Για το ΔΝΤ, το ζητούμενο δεν είναι μια τυφλή συρρίκνωση, αλλά μια πειστική πορεία βιωσιμότητας που αφήνει χώρο για επένδυση στο μέλλον. 

Για την Ευρώπη το πλαίσιο έχει ειδικό βάρος, επειδή οι χώρες μοιράζονται νόμισμα αλλά δανείζονται με εθνικούς όρους. Η εμπειρία της κρίσης στην Ευρωζώνη δείχνει πόσο γρήγορα η αμφιβολία των επενδυτών μετατρέπεται σε ακριβότερο χρήμα, και η μελέτη θυμίζει ότι όταν οι συνθήκες χρηματοδότησης σφίγγουν οι προσαρμογές γίνονται πιο απότομες. Σε τέτοιο περιβάλλον, χώρες με υψηλό χρέος, όπως η Ελλάδα, ενδιαφέρονται λιγότερο για συνθήματα και περισσότερο για πρακτικά εργαλεία αξιοπιστίας: καθαρούς μεσοπρόθεσμους στόχους, διαφάνεια Προϋπολογισμού και θεσμικούς ελέγχους που δείχνουν πού πάνε τα χρήματα. 

Και επειδή η αποδοχή των πολιτικών περνά από την κατανόηση, το εύρημα της έρευνας αντίληψης λειτουργεί ως καμπανάκι για καλύτερη δημοσιονομική ενημέρωση παντού σήμερα.