Η συζήτηση για την ευημερία κολλάει συνήθως σε δύο αριθμούς: τιμές και μισθούς. Και μετά χάνεται σε καβγάδες για το ποιος «ευθύνεται» και ποιος «δικαιούται» να παρέμβει. Ο νέος American Abundance Index του HumanProgress.org και του Cato Institute προτείνει κάτι πιο καθαρό, σχεδόν ανησυχητικά απλό. Μετρά την πρόοδο σε χρόνο. Σε ώρες εργασίας που απαιτούνται για να αγοράσεις το τυπικό καλάθι αγαθών και υπηρεσιών του αμερικανικού Δείκτη Τιμών Καταναλωτή.
Η καινοτομία δεν βρίσκεται στα δεδομένα αλλά στη μετάφραση. Ο δείκτης παίρνει επίσημα στοιχεία του Bureau of Labor Statistics για τον CPI και για τις μέσες ωριαίες αποδοχές και τα μετατρέπει σε δύο μεγέθη. Το πρώτο είναι το time price, δηλαδή πόσος χρόνος δουλειάς χρειάζεται για το ίδιο καλάθι. Το δεύτερο είναι η abundance, το αντίστροφο: πόσο από αυτό το καλάθι αγοράζει μία ώρα εργασίας. Όταν οι μισθοί τρέχουν πιο γρήγορα από τις τιμές, το time price πέφτει και η abundance ανεβαίνει.
Αυτός ο τρόπος μέτρησης έχει μεγάλα πλεονεκτήματα. Πρώτον, σπάει τη νομισματική ψευδαίσθηση. Οι τιμές μπορεί να ανεβαίνουν και ταυτόχρονα η ζωή να γίνεται πιο προσιτή, αν η ώρα εργασίας αγοράζει περισσότερα. Δεύτερον, είναι κατανοητός. Ο μέσος άνθρωπος δεν ζει σε δείκτες, ζει σε ώρες. Πόσο δουλεύεις για το ενοίκιο, για το ρεύμα, για το σούπερ μάρκετ. Τρίτον, ενώνει το βραχυπρόθεσμο με το μακροπρόθεσμο. Το dashboard δείχνει μηνιαίες, ετήσιες και πολυετείς μεταβολές, ώστε να μη θες να εξηγήσεις ολόκληρη την πραγματικότητα με μια κακή εβδομάδα στο ταμείο.
Το ίδιο το Human Progress δίνει ένα ενδεικτικό αποτέλεσμα: στους τελευταίους 12 μήνες που εξετάζει, ο πληθωρισμός ανέβηκε 2,68% και οι ωριαίες αποδοχές 3,76%, άρα το καλάθι έγινε 1,05% πιο «άφθονο». Από το 2006, η αφθονία για τον μέσο εργαζόμενο αυξάνεται συνολικά κοντά στο 14%, περίπου σαν να προστέθηκε επιπλέον αγοραστική δύναμη μιας ώρας στην τυπική εργάσιμη μέρα.
Υπάρχουν και μειονεκτήματα, και καλό είναι να τα κρατάμε στο μυαλό μας. Πρώτον, ο δείκτης βασίζεται στο καλάθι του CPI, άρα σε έναν μέσο όρο που δεν ταυτίζεται με κάθε νοικοκυριό. Δεύτερον, χρησιμοποιεί μέσες αποδοχές και όχι την πλήρη κατανομή, άρα δεν περιγράφει εξίσου όλες τις ομάδες. Τρίτον, η ποιότητα των αγαθών και υπηρεσιών αλλάζει και δεν αποτυπώνεται πάντα με ακρίβεια σε μία ενιαία μέτρηση. Οι ίδιοι οι δημιουργοί σημειώνουν ότι πρόκειται για εργαλείο που αποδίδει καλύτερα σε μεγαλύτερους χρονικούς ορίζοντες και ότι οι μέσοι όροι έχουν όρια.
Κάπου εδώ γεννιέται το ενδιαφέρον ερώτημα μιας ελληνικής έκδοσης. Πώς θα έμοιαζε ένα Greek Abundance Index; Θα μας ανάγκαζε να μιλήσουμε με όρους αποτελέσματος και όχι πρόθεσης. Όχι «τι κάνει η πολιτική», αλλά τι συμβαίνει στην πραγματική ζωή του πολίτη. Θα έδειχνε σε ποιους τομείς η αγορά και η παραγωγικότητα δημιουργούν αφθονία και σε ποιους η προσφορά μένει πίσω, είτε από διεθνείς πιέσεις είτε από εγχώριες τριβές, θεσμικές ή ρυθμιστικές. Και θα έβαζε στο κέντρο μια φιλελεύθερη αρχή που δεν χρειάζεται ιδεολογικά στολίδια: πρόοδος σημαίνει περισσότερες επιλογές για το άτομο, με λιγότερο χρόνο υποχρεώσεων. Ένας δείκτης χρόνου δεν σου λέει τι να πιστέψεις. Σου δείχνει, ψυχρά, αν η ζωή γίνεται πιο προσιτή. Και αυτό, τελικά, είναι ο πιο τίμιος ορισμός της ανθρώπινης προόδου.
