Το Luben, το γνωστό κανάλι των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, είναι συχνά ξεκαρδιστικό. Και χρήσιμο. Σπάει ταμπού, ξεφουσκώνει πομφόλυγες, χτυπά την υποκρισία εκεί που πονά. Η σάτιρα αυτού του τύπου λειτουργεί σαν κοινωνικό φάρμακο. Καθαρίζει τον αέρα από τη σοβαροφάνεια, εκθέτει την ανοησία, θυμίζει στους ισχυρούς ότι δεν είναι ιερά τοτέμ. Όταν η κωμωδία γελοιοποιεί την εξουσία, υπηρετεί την ελευθερία.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η εξουσίομανία αποφασίζει να ντυθεί κωμωδία.
Τις τελευταίες εβδομάδες βλέπουμε όλο και πιο συχνά, ακόμη και στην τοπική αυτοδιοίκηση, βίντεο που μιμούνται τη λογική του λουμπενικού μοντάζ. Πολιτικοί και παραπολιτικοί μηχανισμοί ανακατεύουν ευτράπελα της καθημερινότητας, ποπ κουλτούρα, ίντερνετ αστεϊσμούς και πολιτική αντιπαράθεση, με την ελπίδα ότι θα παραγάγουν λίγη από τη μαγεία του αυθεντικού. Δεν την παράγουν. Παράγουν κάτι πολύ πιο θλιβερό. Την αισθητική της απελπισίας.
Διότι το Luben, όπως κάθε ζωντανή σάτιρα, έχει κάτι που δεν αντιγράφεται. Έχει αυθεντικότητα. Έχει αυθορμητισμό. Έχει χαρακτήρα. Ο λουμπενοποιημένος πολιτικός δεν έχει τίποτε από αυτά. Είναι σαν τον εβδομηντάρη κομματάρχη που φοράει φούτερ, πετάει δύο λέξεις αργκό και νομίζει ότι «μπήκε στο κλίμα» της νεολαίας. Δεν μπαίνει. Απλώς εκτίθεται.
Όμως η γελοιότητα δεν είναι το μόνο ζήτημα. Το βαθύτερο πρόβλημα είναι πολιτικό. Όταν η σάτιρα έρχεται από τα κάτω προς τα πάνω, λειτουργεί ως έλεγχος. Όταν κατεβαίνει από τα πάνω προς τα κάτω, γίνεται εργαλείο χειραγώγησης. Παύει να είναι τέχνη της αποδόμησης και μετατρέπεται σε τεχνική προώθησης. Δεν σε προσκαλεί να σκεφτείς. Σε σπρώχνει να αντιδράσεις μηχανικά, με ένα like, ένα emoji, ένα στιγμιαίο γέλιο που υποκαθιστά την κρίση.
Στην κεντρική πολιτική αυτό είναι ήδη πρόβλημα. Στην τοπική αυτοδιοίκηση είναι ακόμη χειρότερο. Εκεί δεν μιλάμε για μακρινούς τηλεοπτικούς αστέρες, για επαγγελματίες περσόνες που παίζουν μόνιμα μπροστά σε κάμερες. Μιλάμε για ανθρώπους που συναντάς στο πεζοδρόμιο. Για τον γείτονα, τον επαγγελματία της περιοχής, τον γονιό από το διπλανό σχολείο, τον άνθρωπο που αύριο θα τον δεις στο φαρμακείο, στο καφενείο, στην πολυκατοικία. Όταν αυτός ο κόσμος στρατεύεται σε φτηνές απόπειρες διακωμώδησης για μικροπολιτικό όφελος, δεν γελοιοποιείται απλώς ο αντίπαλος. Υποβαθμίζεται ολόκληρη η τοπική δημόσια ζωή.
Και εδώ ακριβώς κρύβεται η μεγάλη πλάνη των επίδοξων σκηνοθετών της πολιτικής μπουρλέσκ. Νομίζουν ότι τα views είναι κύρος. Ότι τα likes είναι απήχηση. Ότι το reaction είναι αποδοχή. Κάνουν το κλασικό λάθος της εποχής μας. Μπερδεύουν την προσοχή με την εκτίμηση. Μπερδεύουν το πέρασμα από την οθόνη με το πέρασμα στην κάλπη. Μπερδεύουν το «viral» με το «πειστικό».
Πολύ συχνά ο πολίτης δεν επιβραβεύει. Χαζεύει. Δεν πείθεται. Καταναλώνει. Δεν θαυμάζει. Διασκεδάζει εις βάρος σου. Και όταν κλείσει το κινητό, θυμάται κάτι πολύ πιο πεζό αλλά πολύ πιο σημαντικό. Ποιος καθάρισε τον δρόμο. Ποιος έλυσε το θέμα με τα φώτα. Ποιος στάθηκε σοβαρός στο δημοτικό συμβούλιο. Ποιος ασχολήθηκε με τα πραγματικά προβλήματα αντί να παίζει τον content creator της συμφοράς.
Υπάρχει και κάτι ακόμη. Η στρατευμένη σάτιρα είναι σχεδόν πάντα κακή σάτιρα. Μόλις η κωμωδία τεθεί στην υπηρεσία υποψηφίων, μηχανισμών και φιλοδοξιών, χάνει τη σπίθα της. Μοιάζει με προπαγάνδα που προσποιείται την πλάκα. Και η προπαγάνδα, ακόμη κι όταν φοράει αστεία μουσική και γρήγορα cuts, παραμένει προπαγάνδα. Δεν είναι απελευθέρωση. Είναι κακόγουστη επιστράτευση της κουλτούρας για μικρό σκοπό. Κάτι σαν κομματικό τραγούδι της ψηφιακής εποχής. Όχι για μεγάλα ιδανικά. Για λίγη δημοσιότητα.
Η ελεύθερη κοινωνία χρειάζεται σάτιρα. Δεν χρειάζεται όμως πολιτικούς που παριστάνουν τους σατιρικούς για να τρυπώσουν στον ψυχισμό του κοινού με όρους αλγορίθμου. Άλλο ο κωμικός που εκθέτει τον άρχοντα και άλλο ο φιλόδοξος τοπικός παράγοντας που ντύνεται meme για να κλέψει λίγη προσοχή. Το πρώτο είναι ένδειξη υγιούς κοινωνίας. Το δεύτερο είναι ένδειξη παρακμής.
Γι’ αυτό το φαινόμενο πρέπει να κοπεί νωρίς. Όχι με απαγορεύσεις. Όχι με ηθικούς πανικούς. Αλλά με περιφρόνηση. Με πολιτική ωριμότητα. Με άρνηση να ανταμείψουμε τη γελοιότητα μόνο και μόνο επειδή είναι καλομονταρισμένη. Οι τοπικές κοινωνίες δεν χρειάζονται περισσότερους γελωτοποιούς που διεκδικούν αξιώματα. Χρειάζονται ανθρώπους με κρίση, σοβαρότητα και συναίσθηση του ρόλου τους.
Μέχρι τις επόμενες δημοτικές εκλογές, η λουμπενοποίηση της πολιτικής θα απλωθεί. Θα τη δούμε πιο οργανωμένη, πιο κυνική, πιο επαγγελματική. Τόσο το χειρότερο. Διότι όταν η πολιτική παύει να ζητά εμπιστοσύνη και αρκείται να κυνηγά στιγμιαία διασκέδαση, η παρακμή έχει ήδη αρχίσει. Και τότε το γέλιο παύει να είναι πράξη ελευθερίας. Γίνεται το soundtrack της υποβάθμισης.
