Η κατάργηση της ανωνυμίας στο διαδίκτυο δεν είναι απλώς μια λανθασμένη απάντηση στην ηλεκτρονική παραβατικότητα. Είναι κάτι βαρύτερο. Είναι μια πρόβα απολυταρχίας. Διότι κάθε απολυταρχική εξουσία ξεκινά από την ίδια αξίωση: να ξέρει ποιος μιλά, τι λέει, σε ποιον το λέει και να μπορεί, όταν το κρίνει χρήσιμο, να τον βρει. Δεν ζητά πρώτα υπακοή. Ζητά ορατότητα. Δεν απαιτεί εξαρχής σιωπή. Αρκείται αρχικά στην κατάργηση του προστατευτικού πέπλου που επιτρέπει στον πολίτη να μιλήσει ελεύθερα. Αυτό ακριβώς είναι η ανωνυμία. Ένα πέπλο πολιτικής αυτοάμυνας.
Γι’ αυτό το επιχείρημα περί «καταπολέμησης εγκλημάτων» είναι τόσο ύποπτο. Αν το ζητούμενο ήταν πράγματι μόνο τα ποινικά αδικήματα, τα μέσα ήδη υπάρχουν. Απάτη, εκβίαση, απειλή, διακίνηση παράνομου υλικού, όλα αυτά διώκονται με συγκεκριμένες διαδικασίες, με εισαγγελική παρέμβαση, με ψηφιακή έρευνα, με στοχευμένη άρση απορρήτου. Το κράτος έχει ήδη το δικαίωμα να κινηθεί εναντίον του ενόχου. Όταν λοιπόν, αντί για στοχευμένη δίωξη, ζητά γενικευμένη ταυτοποίηση όλων, δεν επιδιώκει δικαιοσύνη. Επιδιώκει προληπτικό έλεγχο. Δεν θέλει να βρει μερικούς εγκληματίες. Θέλει να έχει στο χέρι ολόκληρη την κοινωνία.
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος. Σε ένα φιλελεύθερο καθεστώς η εξουσία ερευνά τον ύποπτο όταν έχει λόγο. Σε ένα αυταρχικό καθεστώς ο πολίτης λογίζεται εν δυνάμει ύποπτος εκ των προτέρων. Η πρόταση για κατάργηση της ανωνυμίας πατά ακριβώς πάνω σε αυτή τη μετάβαση. Από την εξαίρεση στον κανόνα. Από την κατ’ εξαίρεση αποκάλυψη στοιχείων στη μόνιμη ταυτοποίηση όλων. Από το «ερευνούμε όποιον παρανομεί» στο «ξέρουμε εξαρχής ποιοι είναι όλοι». Αυτή δεν είναι τεχνική μεταρρύθμιση. Είναι αλλαγή πολιτεύματος σε μικρή δόση.
Και όπως πάντα, το μέτρο θα πλήξει πρώτα τον ακίνδυνο και όχι τον επικίνδυνο. Ο επαγγελματίας εγκληματίας θα χρησιμοποιήσει ψεύτικες ταυτότητες, κλεμμένα στοιχεία, ξένες υποδομές, ενδιάμεσους λογαριασμούς. Δεν θα τον σταματήσει μια διοικητική απαίτηση. Εκείνος που θα εκτεθεί είναι ο απλός πολίτης. Ο εργαζόμενος που θέλει να καταγγείλει αυθαιρεσία. Ο δημόσιος υπάλληλος που ξέρει κάτι βρώμικο. Ο πολίτης που δεν θέλει το κόμμα, τον εργοδότη, τον τοπικό παράγοντα ή τον διαδικτυακό όχλο πάνω από το κεφάλι του κάθε φορά που μιλά. Η ανωνυμία δεν είναι καταφύγιο μόνο για τον κακό. Είναι ασπίδα για τον αδύναμο. Και γι’ αυτό ακριβώς ενοχλεί τόσο την εξουσία.
Ας μιλήσουμε καθαρά. Η πολιτική ελίτ δεν ενοχλείται κυρίως από τους εγκληματίες του διαδικτύου. Ενοχλείται από το απρόβλεπτο. Από την αδέσποτη κριτική. Από τον λόγο που δεν περνά από φίλτρα, μηχανισμούς, διαμεσολαβητές και γραφεία Τύπου. Θέλει ένα διαδίκτυο πειθαρχημένο, όπου ο πολίτης θα θυμάται πριν γράψει ότι είναι καταγεγραμμένος. Αυτό είναι το πραγματικό αποτέλεσμα της κατάργησης της ανωνυμίας: η αυτολογοκρισία. Ο άνθρωπος δεν χρειάζεται να συλληφθεί για να φοβηθεί. Αρκεί να ξέρει ότι μπορεί εύκολα να εντοπιστεί.
Κάθε εξουσία που ονειρεύεται περισσότερη επιτήρηση χρησιμοποιεί το ίδιο επιχείρημα. «Δεν έχουμε τίποτε με τους νομοταγείς». Ακριβώς εκεί αρχίζει το πρόβλημα. Διότι ο νομοταγής πολίτης δεν οφείλει να ζει σαν καταγεγραμμένος υπήκοος για να αποδείξει ότι είναι αθώος. Αυτή είναι η ηθική του δεσμοφύλακα, όχι του φιλελεύθερου κράτους.
Η κατάργηση της ανωνυμίας δεν είναι εργαλείο ευνομίας. Είναι μάθημα πειθαρχίας. Σήμερα θα παρουσιαστεί ως μέτρο κατά των αδικημάτων. Αύριο θα γίνει όπλο κατά της απειθαρχίας. Και μεθαύριο θα θεωρείται αυτονόητο ότι ο πολίτης δεν έχει δικαίωμα να μιλά αν πρώτα δεν παραδοθεί. Έτσι δεν έρχεται η απολυταρχία με τανκς. Έρχεται με προσχήματα, με καλές προθέσεις και με τη γλώσσα της ασφάλειας.
