Η ακρίβεια δεν φεύγει με ΠΝΠ

Όλοι υπόσχονται ότι θα «αντιμετωπίσουν την ακρίβεια». Άλλοι με επιδόματα, άλλοι με «παγωμένα» ενοίκια, άλλοι με «ένα νόμο κι ένα άρθρο». Κανείς όμως δεν λέει την απλή, σκληρή αλήθεια: η ακρίβεια δεν καταργείται. Μόνο την αντέχεις καλύτερα ή την κάνεις χειρότερη.

Για τον πολίτη τα πράγματα είναι βίαια ειλικρινά. Έχεις μόνο δύο δρόμους: ή αυξάνεις τα εισοδήματά σου ή μειώνεις τις δαπάνες σου. Συνήθως, κάνεις και τα δύο. Αυτό στην πράξη σημαίνει πολύ συγκεκριμένα πράγματα. Ψάχνεις καλύτερη δουλειά, αλλάζεις κλάδο, παίρνεις δεύτερη δουλειά, επενδύεις στον εαυτό σου για να αξίζεις μεγαλύτερο μισθό. Ή, από την άλλη, μετακομίζεις σε φθηνότερη περιοχή, πας σε μικρότερο σπίτι, κλείνεις το καλοριφέρ, κόβεις περιττές συνδρομές, πας λιγότερες φορές για ποτό, κόβεις το φαγητό απ' έξω, κάνεις πιο φθηνές διακοπές.

Κάποιος πρέπει επιτέλους να βγει και να το πει καθαρά: αν δεν βγαίνεις, πρέπει να προσαρμοστείς. Κανείς συμπολίτης σου δεν σου χρωστάει το νοίκι στη γειτονιά που μεγάλωσες. Κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί διακοπές στη Σαντορίνη κάθε χρόνο. Κανείς δεν υποχρεούται να φροντίσει ώστε το πασχαλινό γλέντι να μην «πονέσει» την τσέπη σου. Η σπανιότητα πόρων δεν είναι νεοφιλελεύθερη συνωμοσία. Είναι νόμος της φύσης, γνωστός εδώ και χιλιάδες χρόνια, πολύ πριν από τον Άνταμ Σμιθ.

Και αυτό δεν ισχύει μόνο στον καπιταλισμό. Στον κομμουνισμό η ακρίβεια δεν φαινόταν στις τιμές. Φαινόταν στα άδεια ράφια. Στις ουρές έξω από τον χασάπη. Στο ότι στις «καλές» γειτονιές ζούσαν όσοι είχαν πρόσβαση στο κόμμα, όχι όσοι δούλευαν περισσότερο ή παρήγαγαν αξία. Εκεί το πρόβλημα δεν ήταν ότι «όλα ακριβαίνουν», αλλά ότι δεν υπήρχαν καν τιμές για να σου δείξουν πόσο λίγο υπάρχει από το κάθε τι.

Από την πλευρά της πολιτικής, επίσης, οι επιλογές είναι τρεις. Η πρώτη είναι η παθητική: περιμένεις να περάσει το φαινόμενο μέσα από τους οικονομικούς κύκλους. Σε έναν βαθμό αυτό πάντα συμβαίνει. Οι οικονομίες προσαρμόζονται, αλλά αυτή η μέθοδος έχει το πρόβλημα ότι ευνοεί τους κεφαλαιούχους εις βάρος των μισθωτών και των εργαζομένων.

Οι πρώτοι έχουν τη δυνατότητα να κερδίσουν από την ακρίβεια ή έστω να προφυλαχθούν από τις επιπτώσεις της, ενώ οι δεύτεροι είναι έρμαια του πληθωρισμού λόγω των λεγόμενων sticky wages - δηλαδή του φαινομένου όπου οι μισθοί σε περίοδο πληθωριστικών πιέσεων αυξάνονται πολύ πιο αργά από ό,τι οι αποδόσεις των επενδύσεων.

Η δεύτερη είναι η βολική και λαϊκιστική: μοιράζεις επιδόματα, κόβεις λίγο ΦΠΑ εδώ, δίνεις «επιδότηση λογαριασμού» εκεί, μεταφέρεις χρήμα από τους φορολογούμενους του αύριο στους ψηφοφόρους του σήμερα. Αυτή είναι η μέθοδος με την οποία εξελέγη ο Μαμντάνι δήμαρχος Νέας Υόρκης, ο Αλέξης Τσίπρας και ο Ανδρέας Παπανδρέου πρωθυπουργοί της Ελλάδας, και οι απανταχού κρατιστές ανά την Ευρώπη και τον κόσμο.

Η τρίτη, η δυσάρεστη αλλά σοβαρή επιλογή, είναι η διαρθρωτική: ανοίγεις αγορές, μειώνεις φόρους στην εργασία και στην παραγωγή, κόβεις γραφειοκρατία, ενισχύεις τον ανταγωνισμό, καταργείς τις στρεβλώσεις των αγορών και αφήνεις τις τιμές να κάνουν τη δουλειά τους. Αυτή είναι η μόνη που χτυπάει τη ρίζα του προβλήματος.

Όλοι όσοι υπόσχονται «εύκολες λύσεις» απλώς λαϊκίζουν. Δεν υπάρχει μαγικό ραβδί. Η ακρίβεια δεν εξαφανίζεται με ένα νομοσχέδιο ή ένα υπουργικό διάταγμα. Οι περισσότερες από τις δήθεν εύκολες λύσεις – ανώτατες τιμές στα ενοίκια, πλαφόν σε βασικά αγαθά, επιδοτήσεις κατανάλωσης – δημιουργούν τεράστιες στρεβλώσεις που στο τέλος κοστίζουν πιο ακριβά από την αρχική κρίση και επιβαρύνουν την οικονομία και την ανάπτυξη ποικιλοτρόπως.

Το παράδειγμα των ενοικίων είναι χαρακτηριστικό. Όταν αυξάνονται τα ενοίκια σε μια περιοχή, αυτό είναι πρώτα απ’ όλα ένα μήνυμα: πολλοί θέλουν να ζήσουν εκεί και δεν υπάρχουν αρκετά σπίτια. Η ζήτηση τρέχει πιο γρήγορα από την προσφορά. Η υγιής αντίδραση είναι να χτιστούν νέα σπίτια, να ανακαινιστούν παλιά, να γίνει πιο εύκολη η ανάπτυξη κατοικιών.

Αντί γι’ αυτό, συζητάμε για ανώτατα ενοίκια, για απαγόρευση Airbnb, για νέες επιδοτήσεις ενοικίου. Αποθαρρύνουμε επενδύσεις, μειώνουμε την προσφορά και μετά απορούμε γιατί η «κρίση στέγης» δεν τελειώνει.

Το ίδιο συμβαίνει και στα υπόλοιπα. Στα τρόφιμα, το κράτος κρατάει τις τιμές ψηλά με φόρους, εισφορές και εμπόδια στον ανταγωνισμό. Στην ενέργεια, χρόνια καθυστερήσεων σε επενδύσεις, ιδεολογικές εμμονές και ρυθμιστικές αγκύλες κάνουν κάθε κιλοβατώρα ακριβότερη. Στην εργασία, η συνολική φορολογική επιβάρυνση μισθωτών και επιχειρήσεων βρίσκεται σταθερά στις υψηλότερες θέσεις της Ευρώπης.

Με απλά λόγια: το ίδιο το κράτος φουσκώνει την ακρίβεια που μετά υπόσχεται να «πολεμήσει». Αν λοιπόν σε ένα τέτοιο περιβάλλον προστεθεί και ένα παγκόσμιο κύμα ακρίβειας, τότε αυτό προστίθεται πάνω στο ήδη παραφουσκωμένο κόστος διαβίωσης και η οικονομία δεν έχει την ανταγωνιστικότητα και την ευελιξία να το διορθώσει γρήγορα και αποτελεσματικά λόγω των στρεβλώσεων.

Έχουμε και κάτι άλλο, καθαρά ελληνικό. Κάθε φορά που η πραγματικότητα μας χτυπάει την πόρτα, ζητάμε πολιτικό θαύμα. Θέλουμε να μείνουμε στο ίδιο σπίτι, να καταναλώνουμε τα ίδια, να δουλεύουμε το ίδιο, αλλά με χαμηλότερες τιμές. Θέλουμε να αλλάξουν όλα γύρω μας, χωρίς να αλλάξει τίποτα σε εμάς. Αυτή η νοοτροπία είναι το λίπασμα του λαϊκισμού.

Η σοβαρή πολιτική, όμως, ξεκινάει από την παραδοχή ότι η προσαρμογή είναι αναπόφευκτη. Ο πολίτης θα χρειαστεί να αλλάξει συνήθειες. Να μετακομίσει, να βάλει συγκάτοικο, να δουλέψει παραπάνω, να μάθει κάτι καινούριο, να βάλει προτεραιότητες. Και το κράτος θα χρειαστεί να αλλάξει ρόλο: από διαιτητής τιμών και μόνιμος χρηματοδότης επιδομάτων, σε εγγυητής κανόνων και ελευθερίας στις αγορές. Γιατί όπου υπάρχει πραγματικός ανταγωνισμός, όπου η φορολογία δεν πνίγει την παραγωγή, όπου η δικαιοσύνη είναι γρήγορη και προβλέψιμη, εκεί οι κρίσεις ακρίβειας είναι λιγότερο βαθιές και λιγότερο μόνιμες.

Μέχρι να συμβεί αυτό, θα συνεχίσουμε να ζούμε το ίδιο έργο. Η ακρίβεια θα εμφανίζεται με διάφορα πρόσωπα και η πολιτική θα απαντά με νέα επιδόματα, νέους περιορισμούς, νέες αυταπάτες. Το ερώτημα είναι αν οι πολίτες θα συνεχίσουν να ψάχνουν για μάγο ή αν θα απαιτήσουν επιτέλους την ενήλικη συζήτηση που τόσα χρόνια αναβάλλουμε.

Η ακρίβεια, στο τέλος, είναι μια δοκιμασία ωριμότητας. Για τις κοινωνίες, για τις κυβερνήσεις, αλλά και για τον καθένα μας. Δεν την εξαφανίζεις. Την ξεπερνάς. Με περισσότερη παραγωγή, περισσότερη ελευθερία και την πιο σπάνια ίσως αρετή στη δημόσια ζωή: ειλικρίνεια.