Το Βέτο του Όχλου στη Μνήμη του Ολοκαυτώματος

Στο Βόλο δεν ακυρώθηκε απλώς μια ομιλία. Θεσμοθετήθηκε κάτι χειρότερο. Το δικαίωμα μιας θορυβώδους μειοψηφίας να ορίζει ποιος μιλά και ποιος σωπαίνει, ακόμα και σε μια τελετή μνήμης για τα έξι εκατομμύρια δολοφονημένων Εβραίων. Η Περιφέρεια Θεσσαλίας, ως συνδιοργανώτρια, ζήτησε να κοπεί η κεντρική ομιλία του Σάκη Μουμτζή, ενώ η πρόσκληση είχε ήδη εκδοθεί, και η εκδήλωση παραμένει για την 1η Φεβρουαρίου 2026 στο Δημοτικό Θέατρο Βόλου.

Ο κ. Κουρέτας επικαλέστηκε τον φόβο επεισοδίων. Αυτός ο φόβος δεν είναι ουδετερότητα. Είναι συναλλαγή. Στέλνεις μήνυμα ότι όποιος απειλεί, κερδίζει. Όποιος φωνάζει, αποφασίζει. Όποιος υπαινίσσεται τραμπουκισμό, γράφει το πρόγραμμα. Και την επόμενη φορά δεν θα ζητούν να κοπεί ένας ομιλητής. Θα ζητούν να κοπεί μια λέξη. Μετά μια ιδέα. Μετά μια μνήμη.

Εδώ βρίσκεται το πρώτο και πιο πρακτικό αποτέλεσμα. Με αυτή τη δειλία, η Περιφέρεια δεν «αποφορτίζει». Οπλίζει. Ενδυναμώνει τους αντιπάλους του Μουμτζή, διότι τους προσφέρει την τέλεια απόδειξη ότι η μέθοδος δουλεύει. Αλλά ενδυναμώνει και κάτι πιο σκοτεινό. Τους αντισημίτες. Διότι όταν οι θεσμοί υποχωρούν σε μια εκδήλωση μνήμης του Ολοκαυτώματος, μετατρέπουν την εβραϊκή παρουσία από ισότιμη σε υπό αίρεση. Σήμερα έκοψαν τον ομιλητή που επέλεξε η Ισραηλιτική Κοινότητα. Αύριο θα κόψουν τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο οι Εβραίοι της πόλης θέλουν να θυμούνται τους νεκρούς τους. Το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος το είπε καθαρά: η Ημέρα Μνήμης δεν γίνεται αντικείμενο πολιτικών σκοπιμοτήτων, και η υποχώρηση θυμίζει πόσο εύκολα επιστρέφουν οι δυνάμεις του ολοκληρωτισμού.

Το δεύτερο συμπέρασμα είναι ιδεολογικό, αλλά καθόλου αφηρημένο. Η υπόθεση δείχνει πόσο βαθιά παραμένει η ηγεμονία της Αριστεράς στην ελληνική δημόσια ζωή. Μια τελετή για το Ολοκαύτωμα σύρθηκε να δώσει εξετάσεις πιστοποιητικών φρονημάτων για το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ. Μια πανεπιστημιακός και τοπικές οργανώσεις θεώρησαν φυσικό να απαιτούν αποκλεισμό ανθρώπου επειδή διαφωνεί με το δικό τους ιερό αφήγημα. Και ο θεσμός, αντί να πει «εδώ μιλά ο νόμος, όχι ο όχλος», είπε «κόψτε τον, για να μην έχουμε φασαρία». Αυτή είναι η παλιά μας παθογένεια. Να κυβερνούν οι άνθρωποι, οι συσχετισμοί, οι κραυγές. Όχι οι κανόνες.

Και τώρα το τρίτο, που πρέπει να ειπωθεί χωρίς περιστροφές. Η απόφαση να «ξεπλυθεί» η αίθουσα από τον προσκεκλημένο της Ισραηλιτικής Κοινότητας είναι η ουσία του αντισημιτισμού στη σύγχρονη, αστική, καθωσπρέπει μορφή του. Όχι πάντα με σβάστικες. Με επιτροπές «ευαισθησίας». Με τη γλώσσα της «έντασης» και της «ηρεμίας». Με το επιχείρημα ότι οι Εβραίοι μπορούν να τιμήσουν τους νεκρούς τους, αρκεί να το κάνουν με τους όρους τρίτων. Αυτό δεν είναι απλώς φίμωση ενός αρθρογράφου. Είναι θεσμικό δικαίωμα βέτο πάνω στην εβραϊκή μνήμη.

Ας μην κρυβόμαστε πίσω από τεχνικές διατυπώσεις. Η κοινή ανακοίνωση μιλά για «αντιρρήσεις ως προς το πρόσωπο του κεντρικού ομιλητή» και για «ήρεμη και αξιοπρεπή» διεξαγωγή, με την Κοινότητα να αποδέχεται την εισήγηση της Περιφέρειας. Αυτή ακριβώς είναι η μηχανική του εκβιασμού. Δεν χρειάζεται να σε χτυπήσουν. Αρκεί να σε πείσουν ότι μπορούν. Και μετά να παρουσιάσεις την υποχώρηση ως ευπρέπεια.

Ο φιλελεύθερος κανόνας είναι απλός και παλιός όσο και ο Αριστοτέλης. Να κυβερνούν οι νόμοι, όχι οι διαθέσεις. Αν μια Περιφέρεια δεν μπορεί να εγγυηθεί τάξη απέναντι σε απειλές τραμπουκισμού, τότε ομολογεί ανικανότητα. Αν μπορεί, αλλά δεν θέλει να συγκρουστεί, τότε ομολογεί συνενοχή. Και στις δύο περιπτώσεις, ανοίγει τον δρόμο για περισσότερη βία, περισσότερη λογοκρισία, περισσότερη συλλογική δειλία.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλους διαχειριστές φόβου. Χρειάζεται θεσμούς που να αντέχουν την πίεση. Αλλιώς, σε λίγο δεν θα μιλάμε για μια ακύρωση στο Βόλο. Θα μιλάμε για μια χώρα όπου η μνήμη επιτρέπεται μόνο αν δεν ενοχλεί αυτούς που απειλούν ότι θα την βεβηλώσουν.