Σε ένα υπό διαμόρφωση πολιτικό σκηνικό, το Μέγαρο Μαξίμου δείχνει, από την αρχή της νέας χρονιάς, να διαμορφώνει μια ατζέντα στην οποία προτάσσονται συγκεκριμένες πολιτικές του κυβερνητικού έργου, με τις μεταρρυθμίσεις να επανέρχονται σε πρώτο πλάνο, την οικονομία και την ενίσχυση των εισοδημάτων να παραμένουν στην αιχμή και την επίλυση προβλημάτων της καθημερινότητας μέσω αλλαγών, που άπτονται και του λεγόμενου «βαθέος κράτους» επίσης να ιεραρχούνται ψηλά.
Αυτή η ατζέντα θα αποτελέσει και το πλαίσιο αντιπαράθεσης, εν πολλοίς, με τα κόμματα της αντιπολίτευσης και πάνω σε αυτή σχεδιάζεται και η στρατηγική της κυβέρνησης απέναντι στις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις. Πολιτικό δίλημμα, στο τέλος της ημέρας, ποιος τελικά διαθέτει ένα πρόγραμμα διακυβέρνησης, αν υπάρχει εναλλακτική πρόταση και ποιος μπορεί να την εφαρμόσει. Διακύβευμα, ποιος μπορεί να διασφαλίσει την πολιτική και δημοσιονομική σταθερότητα, που ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανακηρύσσει σε εθνική αναγκαιότητα, ιδίως εν μέσω απρόβλεπτων διεθνών εξελίξεων.
Η στρατηγική της κυβέρνησης απέναντι στην αντιπολίτευση αφορά δύο σκέλη. Αφενός, τι πρεσβεύουν τα υπόλοιπα κόμματα για συγκεκριμένα μείζονα θέματα, αφετέρου τι στάση τηρεί ειδικά το ΠΑΣΟΚ, ως αξιωματική αντιπολίτευση, απέναντι στις θεσμικές μεταρρυθμίσεις, που προωθούνται και που θα έρθουν στην επικαιρότητα το επόμενο διάστημα. Αύριο, για παράδειγμα, θα τεθεί ενώπιον των κομμάτων, η πρόταση της κυβέρνησης για την επέκταση της επιστολικής ψήφου για τους Έλληνες του εξωτερικού και για την δημιουργία μιας τριεδρικής περιφέρειας ειδικά για τους εκπροσώπους τους στο κοινοβούλιο, με τις έδρες του ψηφοδελτίου επικρατείας να επιστρέφουν στις 12 από 15 που είναι σήμερα.
Η πρόταση αυτή απαιτεί να υπερψηφιστεί από τα 2/3 της Βουλής, δηλαδή 200 βουλευτές, προκειμένου να εφαρμοστεί από τις επόμενες εκλογές. Η στάση που θα τηρήσουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης και ιδιαίτερα η στάση που θα τηρήσει το ΠΑΣΟΚ, θα δώσουν ένα πρώτο δείγμα γραφής για το κατά πόσο μπορεί να επιτευχθούν συναινέσεις, έστω οι απολύτως αναγκαίες, το επόμενο διάστημα. Ανάλογες συναινέσεις θα αναζητηθούν όταν ανοίξει ο φάκελος της Συνταγματικής Αναθεώρησης. Η κυβέρνηση έχει προτάξει συγκεκριμένες αλλαγές, όπως η αναθεώρηση του άρθρου περί ευθύνης υπουργών, η λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων ή η μονιμότητα στο δημόσιο.
Η στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι κομβική, καθώς τα άρθρα που θα τεθούν προς αναθεώρηση με 180 ψήφους, θα απαιτούν 150 για την αλλαγή τους στην επόμενη Βουλή και το αντίστροφο. Το «μπρα ντε φερ» μεταξύ ΝΔ και ΠΑΣΟΚ σε αυτή την κοινοβουλευτική διαδικασία, αναμένεται να θέσει ένα σοβαρό πλαίσιο πολιτικής αντιπαράθεσης, κατά πολλούς θα προσδιορίσει και το ιδεολογικο-πολιτικό πρόσημο της κάθε παράταξης.
Η κυβέρνηση προσέρχεται σε αυτές τις διαδικασίες με ξεκάθαρες θέσεις, λ.χ λέει ναι στη λειτουργία των ιδιωτικών πανεπιστημίων και θέτει ζήτημα κατάργησης της μονιμότητας για τους δημοσίους υπαλλήλους. Το ΠΑΣΟΚ θα κληθεί να τοποθετηθεί ευθέως και ενδεχομένως το συνέδριό του και οι θέσεις που θα εγκριθούν από αυτό, να είναι καθοριστικές για την τελική του στάση.
Στο κυβερνητικό επιτελείο αναμένουν ουσιαστικά να δουν τον πολιτικό προσανατολισμό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, την ώρα που κοινή παραδοχή αποτελεί ότι το κέντρο είναι ο καταλύτης κάθε εκλογικής αναμέτρησης. Την ώρα, που στο δημόσιο διάλογο η συζήτηση για την δημιουργία ενός κεντροαριστερού πόλου παραμένει ενεργή, με ερωτηματικό την επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα στην κεντρική πολιτική σκηνή, έχει σημασία πώς τα κόμματα θα τοποθετηθούν στην πολιτική «σκακιέρα» επί συγκεκριμένων επιλογών.
Το Μέγαρο Μαξίμου, όλο το τελευταίο διάστημα και με αφορμή διάφορα θέματα της επικαιρότητας, έχει κατηγορήσει την Χαριλάου Τρικούπη ότι υιοθετεί θέσεις και προτάσεις του παλαιού ΣΥΡΙΖΑ, την έχει επικρίνει για «λεφτόδεντρα» στην οικονομία ή για κοινοβουλευτική σύμπλευση με κόμματα όπως η Πλεύση Ελευθερίας, στις προτάσεις μομφής για παράδειγμα, αποδίδοντάς της μοναδική επιδίωξη την πτώση της κυβέρνησης. Το ερώτημα που το επόμενο διάστημα θα τεθεί από κυβερνητικά χείλη, θα αφορά και την επόμενη ημέρα των εκλογών. Με το ΠΑΣΟΚ να ζητά την πρώτη θέση «έστω και με μία ψήφο», όπως λέει, θα κληθεί να απαντήσει με ποιους θα κυβερνήσει σε μια τέτοια περίπτωση.
Η ρευστότητα στον χώρο της αντιπολίτευσης, που επιτείνεται από την επικείμενη παρουσία νέων κομμάτων, όπως για παράδειγμα της Μαρίας Καρυστιανού, θα εντείνει και το διακύβευμα της πολιτικής σταθερότητας που η κυβέρνηση θέτει, προκρίνοντας ως «μονόδρομο» και ως προϋπόθεση για την διατήρησή της, την αυτοδυναμία. Οι θέσεις, που το ΠΑΣΟΚ θα υιοθετήσει στα μεγάλα θεσμικά ζητήματα, που ενέχουν μεταρρυθμιστικό πρόσημο, θα αναδείξει και τα περιθώρια συνεννόησης που υπάρχουν, ενδεχομένως όχι μόνο πριν, αλλά και μετά τις εκλογές.
