Ειλημμένη θεωρείται η απόφαση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια, ωστόσο οι προβολείς στρέφονται ξανά στον Ντόναλντ Τραμπ και στην τελική του απόφαση για τον αντικαταστάτη του Τζερόμ Πάουελ. Στους κύκλους της Wall Street λέγεται ότι ο νέος «μαέστρος» των αγορών θα γίνει γνωστός μέσα στην τρέχουσα εβδομάδα.
Από τον Κέβιν Χάσετ, βασικό οικονομικό σύμβουλο του Αμερικανού προέδρου, που κυριαρχούσε στις προβλέψεις μέχρι πρότινος, οι αγορές πλέον προκρίνουν τον Ρικ Ράιντερ της BlackRock. Ο πρώτος εκτιμάται ότι θα προχωρήσει σε πιο επιθετικές μειώσεις επιτοκίων, ικανοποιώντας τον Τραμπ, ενώ ο δεύτερος αναμένεται να τηρήσει μία πιο φιλική προς τις αγορές προσέγγιση, κατά την οποία τα επιτόκια θα μειωθούν μεν όπως επιθυμεί ο πρόεδρος, αλλά πιο σταδιακά δε.
Επίσης, ειλημμένη είναι η απόφαση του Τραμπ να λειτουργήσει η αμερικανική οικονομία σε περιβάλλον χαμηλότερων επιτοκίων στο εξής. Γι’ αυτό και προχθές δήλωσε ότι ο νέος επικεφαλής της Fed θα είναι «εξαιρετικός» και ότι τα επιτόκια θα υποχωρήσουν σημαντικά. Ο ίδιος είχε τονίσει από το Νταβός ότι οι υποψήφιοι για τη θέση του Πάουελ είναι τρεις, που θα μπορούσαν να γίνουν δύο, αν και το μυαλό του είναι μάλλον ένας.
Εκτός από τους Χάσετ και Ράιντερ, έχουν ακουστεί τα ονόματα των στελεχών της Fed, Κέβιν Γουόρς και Κρις Γουόλερ, καθώς και της Μισέλ Μπάουμαν, αντιπροέδρου της Fed σε θέματα Εποπτείας.
Στις αρχές του έτους ο Ράιντερ συγκέντρωνε πιθανότητες μόλις 6% να κερδίσει την κούρσα της διαδοχής του Πάουελ, ενώ την περασμένη εβδομάδα στην πρώτη θέση των στοιχημάτων βρισκόταν ο πιο συντηρητικός και προσηλωμένος στον πληθωρισμό Γουόρς. Σήμερα, όμως, τα πράγματα έχουν αλλάξει και ο Ράιντερ έχει… πάρει κεφάλι.
Η επιλογή του Ράιντερ υποδηλώνει ότι ο Τραμπ θέλει να μη θέσει σε κίνδυνο τις σχέσεις του με τις αγορές. Ως παγκόσμιος επικεφαλής επενδύσεων του τμήματος προϊόντων σταθερού εισοδήματος, το στέλεχος της BlackRock βρίσκεται σε μία από τις πιο νευραλγικές θέσεις, καθώς επιβλέπει κεφάλαια πελατών ύψους 2,7 τρισ. δολαρίων και συμμετέχει στην ανώτερη επιτροπή της BlackRock, μαζί με τον CEO Λάρι Φινκ.
Πώς θα ηγηθεί της Fed ο Ράιντερ; Μία χαρακτηριστική των προθέσεών του δήλωση είναι ότι η Fed δίνει υπερβολική σημασία στα στοιχεία για τον πληθωρισμό, τα οποία αντανακλούν παρελθούσες συνθήκες και μικρή σημασία στο πως αλλάζει η οικονομία. Τα κέρδη παραγωγικότητας από την Τεχνητή Νοημοσύνη, τον αυτοματισμό και τα logistics αναδιαμορφώνουν την οικονομία και την αγορά εργασίας με τρόπο που οι παραδοσιακοί δείκτες καθυστερούν πολύ.
Θα έλεγε κανείς ότι η επιλογή Ράιντερ θα είναι μία χρυσή τομή που βρίσκει ο Τραμπ για να μειωθούν τα επιτόκια της Fed, από έναν άνθρωπο που είναι πολύ γνωστός στους κύκλους των αγορών, με συνεχή παρουσία και στην τηλεόραση, αλλά με μία πιο σταδιακή και φιλική προς τις αγορές στρατηγική.
Πριν την ανακοίνωση του εκλεκτού του Τραμπ, η ING εκτιμά ότι η Fed θα μειώσει τα επιτόκια δύο φορές, μία τον Μάρτιο και μία τον Ιούνιο, ενώ επισημαίνει τον κίνδυνο να μετατεθούν οι αποφάσεις κατά περίπου τρεις μήνες. Διότι για να γίνει μείωση τον Μάρτιο, η διπλή αποστολή της Fed (πληθωρισμός, απασχόληση) θα πρέπει να δεχθεί ισχυρές πιέσεις και άμεσες πιέσεις. Οι επιπτώσεις των δασμών στον πληθωρισμό είναι μέχρι στιγμής μικρότερες από τις αρχικές ανησυχίες, αλλά θα χρειαστεί να δούμε δύο διαδοχικές πτώσεις στην απασχόληση τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο, για να υπάρξει συναίνεση στην Επιτροπή της Fed για τα επιτόκια.
Προσοχή, όμως! Η ING τονίζει ότι το πιθανότερο σενάριο είναι να δούμε περισσότερες από δύο μειώσεις και όχι λιγότερες. Και αυτό γιατί η νομισματική πολιτική παραμένει «περιοριστική» (εμποδίζει δηλαδή την ανάπτυξη για να συγκρατήσει τον πληθωρισμό) και παρά το γεγονός ότι η αμερικανική οικονομία αναπτύσσεται ικανοποιητικά, η Fed θα αποφασίσει να κάνει τη νομισματική πολιτική «ουδέτερη», προκειμένου να εξαλείψει τον κίνδυνο δυσάρεστων εκπλήξεων στην απασχόληση.
Μην ξεχνάμε ότι όπως δήλωσε ο ίδιος ο Πάουελ, τα στοιχεία για τις νέες θέσεις εργασίας δεν δείχνουν όλη την αλήθεια. Από τη μία δείχνουν αύξηση κατά 56.000 και 50.000 θέσεις τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο, αντίστοιχα, όμως είναι «φουσκωμένα» κατά περίπου 60.000 θέσεις που συνεπάγεται ότι η απασχόληση είναι σε τέλμα. Επιπλέον, εκτός από τους κλάδους της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, της διασκέδασης και φιλοξενίας, της ιδιωτικής εκπαίδευσης και της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, η αμερικανική οικονομία χάνει θέσεις εργασίας στους 7 από τους τελευταίους 8 μήνες.
