Στην Ελλάδα η φράση «δεν εμπιστεύομαι κανέναν» έχει γίνει σχεδόν αυτόματη αντίδραση. Δεν εμπιστευόμαστε πολιτικούς, δικαιοσύνη, δημόσια διοίκηση, ούτε καν στατιστικά στοιχεία. Αυτή η δυσπιστία δεν είναι μόνο ψυχολογική. Είναι θεσμικό πρόβλημα και αναπτυξιακό βαρίδι.
Μια νέα μελέτη με τίτλο «Growth Experiences and Trust in Government» – στα ελληνικά «Εμπειρίες ανάπτυξης και εμπιστοσύνη στο κράτος» – φωτίζει ακριβώς αυτό το σημείο. Την υπογράφουν οι Timothy Besley, Christopher Dann και Sacha Dray και δημοσιεύεται στο Quarterly Journal of Economics, ένα από τα κορυφαία περιοδικά οικονομικής επιστήμης. Οι συγγραφείς δεν δουλεύουν με εντυπώσεις. Χρησιμοποιούν ένα τεράστιο δείγμα 3,3 εκατομμυρίων ερωτώμενων σε 166 χώρες από το 1990 και μετά. Αυτό τους επιτρέπει να δουν πώς συμβαδίζουν, διαχρονικά, οι εμπειρίες ανάπτυξης με την εμπιστοσύνη στο κράτος.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η μελέτη δεν λέει «η ανάπτυξη προκαλεί εμπιστοσύνη» ούτε το αντίστροφο. Δείχνει ότι τα δύο πάνε μαζί μέσα στο ίδιο θεσμικό περιβάλλον. Σε χώρες όπου οι πολίτες ζουν, κατά μέσο όρο, καλύτερες εμπειρίες ανάπτυξης στη διάρκεια της ζωής τους, βλέπουμε και υψηλότερη εμπιστοσύνη κράτος. Εκεί όπου η οικονομία σέρνεται, η εμπιστοσύνη είναι χαμηλή. Όχι επειδή οι πολίτες των μεν είναι «καλύτεροι» από τους πολίτες των δε, αλλά επειδή ζουν μέσα σε εντελώς διαφορετικούς θεσμούς.
Σκεφτείτε αυτό το εύρημα με ελληνικούς όρους. Η γενιά της μεταπολίτευσης έζησε δεκαετίες σχετικής ανόδου, αλλά πάνω σε στρεβλά θεμέλια: κρατισμό, πελατειακό κράτος, δανεικά. Οι νεότερες γενιές μπήκαν στην αγορά εργασίας με χρεοκοπία, μνημόνια, ανεργία, capital controls. Το δικό τους «βιογραφικό εμπειριών» από την ελληνική οικονομία είναι γεμάτο ήττες. Όταν ο τριαντάρης έχει ζήσει κυρίως κρίση, ανασφάλεια και αναχώρηση φίλων στο εξωτερικό, πώς να πιστέψει ότι το πολιτικό σύστημα ξέρει να βελτιώσει τη ζωή του; Η δυσπιστία δεν είναι ιδιοτροπία χαρακτήρα. Είναι λογικό συμπέρασμα από όσα έχει δει.
Οι Besley, Dann και Dray δείχνουν επίσης κάτι πολύ ενδιαφέρον για τις δημοκρατίες. Κατά μέσο όρο, οι δημοκρατίες εμφανίζουν χαμηλότερα επίπεδα εμπιστοσύνης στο κράτος σε σχέση με τα αυταρχικά καθεστώτα. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δικτάτορες είναι πιο ικανοί. Σημαίνει ότι στις δημοκρατίες οι πολίτες έχουν φωνή, ασκούν κριτική, δεν φέρονται σαν υπήκοοι. Σε τέτοιες κοινωνίες η εμπιστοσύνη κερδίζεται πιο δύσκολα, αλλά όταν κερδηθεί, βασίζεται σε πραγματικές επιδόσεις και όχι στον φόβο ή την προπαγάνδα. Εκεί βλέπουμε και το πιο καθαρό μοτίβο: καλύτερες εμπειρίες ανάπτυξης και υψηλότερη εμπιστοσύνη πάνε μαζί μέσα σε ισχυρούς θεσμούς.
Για την Ελλάδα το μήνυμα είναι ξεκάθαρο. Δεν μπορούμε να φτιάξουμε ένα «πακέτο ανάπτυξης» ανεξάρτητα από τους θεσμούς και μετά να κάνουμε, σε δεύτερο χρόνο, μια συζήτηση περί εμπιστοσύνης. Αν η μελέτη λέει κάτι καθαρά, είναι ότι σοβαρή ανάπτυξη και εμπιστοσύνη στο κράτος είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: της ποιότητας των θεσμών. Εκεί όπου κυριαρχούν ο νόμος, η λογοδοσία και οι σταθεροί κανόνες, οι πολίτες εμπιστεύονται περισσότερο και η οικονομία βρίσκει οξυγόνο. Εκεί όπου βασιλεύουν το ρουσφέτι, η αδιαφάνεια και οι εξαιρέσεις, δεν υπάρχει ούτε εμπιστοσύνη ούτε σοβαρή ανάπτυξη.
Παρόλα αυτά η ελληνική δημόσια συζήτηση εξακολουθεί να στήνεται ανάποδα. Ζητάμε από τον πολίτη να «εμπιστευθεί τους θεσμούς», λες και μιλάμε για πράξη πίστης. Του κουνάμε το δάχτυλο αν φοροδιαφεύγει, αλλά αλλάζουμε συνεχώς τους κανόνες και κρατάμε έναν από τους πιο πολύπλοκους και ασταθείς φορολογικούς κώδικες στην Ευρώπη. Του λέμε να εμπιστευθεί τη Δικαιοσύνη, αλλά μια υπόθεση μπορεί να κληροδοτηθεί στα παιδιά του πριν τελεσιδικήσει. Του ζητάμε να στηρίξει μεταρρυθμίσεις, ενώ βλέπει στον πυρήνα του το οικονομικό και διοικητικό μοντέλο της χώρας να παραμένει αμετάβλητο.
Αν πάρουμε στα σοβαρά τα ευρήματα αυτής της έρευνας, η μεταρρυθμιστική ατζέντα για την Ελλάδα πρέπει να αλλάξει ιεράρχηση. Η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο «πόσα λεφτά θα έρθουν από το Ταμείο Ανάκαμψης». Πρέπει να εστιάσει στο αν θα έχουμε κράτος δικαίου που στέκεται πάνω από κυβερνήσεις, δικαστικό σύστημα που λειτουργεί σε χρόνο συμβατό με την οικονομία, δημόσια διοίκηση όπου η αξιοκρατία δεν είναι εξαίρεση. Αυτές οι αλλαγές δεν είναι «πολυτέλεια θεσμικής ποιότητας». Είναι η κοινή ρίζα που τρέφει και την ανάπτυξη και την εμπιστοσύνη.
Ο μέσος Έλληνας δεν χρειάζεται νουθεσία για να εμπιστευτεί. Πρέπει να ζήσει την εμπειρία ενός κράτους που λειτουργεί. Να ανοίξει μια μικρή επιχείρηση χωρίς να νιώθει ότι περνά τεστ αντοχής σε εξευτελισμό. Να λύσει μια διαφορά με το Δημόσιο σε μήνες, όχι σε δεκαετίες. Να δει ότι ένας ισχυρός χάνει πραγματικά όταν παραβιάζει τον νόμο. Αν αυτά συμβούν μερικές φορές στη ζωή του, δεν θα χρειαστεί κανείς οικονομολόγος για να του εξηγήσει τη «σχέση ανάπτυξης και εμπιστοσύνης». Θα την έχει ζήσει.
Η μελέτη των Besley, Dann και Dray δεν γράφτηκε για την Ελλάδα. Αλλά περιγράφει ακριβώς το σταυροδρόμι στο οποίο βρισκόμαστε. Μπορούμε να συνεχίσουμε με ημίμετρα, μικροπαρεμβάσεις και διαχείριση προσδοκιών, βυθισμένοι σε μια μόνιμη καχυποψία. Ή μπορούμε να αποφασίσουμε ότι θέλουμε πραγματική φιλελεύθερη δημοκρατία: κράτος περιορισμένο και προβλέψιμο, πολίτη ελεύθερο και υπεύθυνο, θεσμούς που δεν αλλάζουν ανάλογα με το ποιος κερδίζει τις εκλογές.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ανάπτυξη και η εμπιστοσύνη δεν χρειάζεται να κυνηγούν η μία την άλλη. Θα προκύπτουν μαζί, όπως δείχνει η διεθνής εμπειρία. Το ερώτημα δεν είναι αν «μας αξίζει» κάτι τέτοιο. Το ερώτημα είναι αν επιτέλους το θέλουμε αρκετά ώστε να συγκρουστούμε με το σημερινό ελληνικό κράτος για να το πετύχουμε.
