Και ποιος δεν ερωτεύτηκε την Σύρο με την πρώτη ματιά; Από τη στιγμή που την αντικρίζει κανείς από το κατάστρωμα του καραβιού, καθώς αυτό πλησιάζει όλο και περισσότερο την πανέμορφη Ερμούπολη, βλέποντας τα πολύχρωμα κτήρια της και τις δύο δεσπόζουσες εκκλησιές της, σίγουρα αισθάνεται μια πρωτόγνωρη αίσθηση προσμονής. Ένα περίεργο «κάλεσμα», που φαίνεται να κρατά τις ρίζες του στο παρελθόν…
Η πρωτεύουσα των Κυκλάδων έχει μια μακρά και πολυσχιδή ιστορία. Έχει υπάρξει στόχος πειρατών, τόπος θρησκευτικής συνύπαρξης και συνάντησης ανθρώπων Ανατολής και Δύσης. Οι συνοικίες της είναι αυτές που την απαρτίζουν και της δίνουν αυτή την ιδιαίτερη μορφή και γοητεία. Καθεμία με τα δικά της χαρακτηριστικά, αλλά ταυτόχρονα δεμένη με όλες τις υπόλοιπες, δημιουργώντας αυτήν την οπτασία που βλέπει κανείς από τη θάλασσα, πριν ακόμα πατήσει στο νησί.
Μία από τις γνωστότερες συνοικίες, δεν είναι ούτε αρχαία ούτε σύγχρονη. Βρίσκεται κάπου ανάμεσα. Παρότι η Σύρος κατοικείται ήδη από τα προϊστορικά χρόνια, η Ερμούπολη συγκεκριμένα δεν αποτελούσε από πάντα ένα από τα κοσμήματα του Αιγαίου. Η γνωστή αυτή συνοικία, δημιουργήθηκε υπό αντίξοες συνθήκες και εξελίχθηκε σε μια εποχή αλλαγών και νέων δεδομένων που χαρακτήριζαν τότε την Ευρώπη.
Ας γυρίσουμε, λοιπόν, τα ρολόγια μας πίσω, κι ας μεταφερθούμε στην εποχή του Απελευθερωτικού Αγώνα, όταν οι ελληνικές θάλασσες είχαν μετατραπεί σε ένα αέναο πεδίο μαχών και συγκρούσεων. Τότε ήταν που πολλά νησιά του Βόρειου και Ανατολικού Αιγαίου γνώρισαν την καταστροφή. Η Χίος, τα Ψαρά, η Κάσος και η Κρήτη πυρπολήθηκαν και αποδεκατίστηκαν. Οι μόνιμοι κάτοικοι, μετατράπηκαν σε πρόσφυγες, που μπήκαν άρον άρον σε βάρκες προσπαθώντας να σώσουν τους εαυτούς τους.
Νέοι τους προορισμοί, άλλα νησιά και οι μεγάλες πόλεις της ηπειρωτικής χώρας. Πολλοί ήταν αυτοί που επέλεξαν και την Σύρο για να καταφύγουν. Χωρίς να γνωρίζουν αρχικά πόσο θα διέμεναν εκεί, η μικρή, τότε, πόλη γέμισε από αυτοσχέδιες σκηνές και καλύβες.
Καθώς, όμως, ο καιρός περνούσε και η κατάσταση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν φαινόταν να βελτιώνεται σύντομα, οι πρόσφυγες άρχισαν να αποδέχονται την Σύρο ως το καινούργιο τους σπίτι. Χωρίστηκαν ανάλογα με τους τόπους καταγωγής τους και δημιούργησαν τις πρώτες συνοικίες, όπως τα Ψαριανά και τα Υδραίικα. Οι πλούσιοι, όμως, πρόσφυγες μετακινήθηκαν ομαδικώς λίγο πιο πέρα από τους υπόλοιπους.
Καθώς η πόλη μεγάλωνε ασταμάτητα, ταυτόχρονα αναπτυσσόταν σε πολλούς και διάφορους τομείς και άρχισε να εξελίσσεται ραγδαία. Καθ’ όλη την διάρκεια του 19ου αιώνα, αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα και σπουδαιότερα οικονομικά, ναυτιλιακά, πνευματικά και πολιτιστικά κέντρα της Ελλάδας.
Για να κάνουν αισθητή την παρουσία τους, λοιπόν, αυτοί που δραστηριοποιούνταν περισσότερο οικονομικά, έχτισαν τα σπίτια τους σε μια μεριά δίπλα στη θάλασσα. Ίσως στο καλύτερο σημείο να φτιάξει κανείς σπίτι.
Στο βόρειο τμήμα του απάνεμου λιμανιού της Σύρου, στην ανατολική Ερμούπολη, βρίσκονται μαζεμένα τα αρχοντικά «καπετανόσπιτα». Σε καθένα από αυτά διέμεναν οι πλουσιότεροι άνθρωποι της πόλης, εφοπλιστές και βιομήχανοι, μαζί με τις οικογένειές τους.
Τα σπίτια τους δεν ακολουθούσαν τον παραδοσιακό τύπο των νησιώτικων οίκων. Όποιος τα επισκεπτόταν τότε, σίγουρα θα τα έβλεπε σαν μικρά νεοκλασικά «παλάτια». Ήταν βαμμένα με έντονα χρώματα, είχαν ευρύχωρους και ψηλοτάβανους χώρους με απαστράπτοντα ξύλινα πατώματα, διακοσμημένους με περίτεχνες τοιχογραφίες που απεικόνιζαν σκηνές από την ελληνική μυθολογία και ιστορία. Είχαν μεγάλα μαρμάρινα μπαλκόνια και ξυλόγλυπτες πόρτες. Σίγουρα στο εσωτερικό θα έσφυζαν από πολύτιμα διακοσμητικά από διάφορους τόπους, καθρέφτες και πίνακες ζωγραφικής.
Τα αρχοντικά αυτά, χτισμένα στην ακροθαλασσιά, έμοιαζαν από τότε με καράβια. Έμοιαζαν με πλοία που ήταν έτοιμα να ξεχυθούν στη θάλασσα και να σαλπάρουν στα ανοιχτά. Γι’ αυτό το λόγο, η αριστοκρατικότερη συνοικία της Ερμούπολης, ονομάστηκε «Βαπόρια».
Τα πάντα, λοιπόν, σε αυτή τη συνοικία, δρόμοι, κτήρια, στενάκια, χαρακτηρίζονται από μια vintage πολυτέλεια. Η εκκλησία της, συνδυάζει χαρακτηριστικά της Ορθόδοξης και Καθολικής αρχιτεκτονικής και της έχει δοθεί η ίδια σημασία με τα σπίτια των κατοίκων. Το τέμπλο του ναού είναι ολόκληρο από μάρμαρο, έχει δύο καμπαναριά και τον χαρακτηριστικό γαλάζιο τρούλο που φαίνεται από μακριά. Το πλήρες του όνομα είναι «Άγιος Νικόλαος των πλουσίων» (έτσι για να μην ξεχνιόμαστε).
Τα Βαπόρια, θα έλεγε κανείς ότι έχουν μια λάμψη και αίγλη, που σίγουρα διατηρείται έως ένα σημείο και σήμερα. Κάθε γωνιά και στενό κρύβει μια έκπληξη. Χαρακτηριστικό είναι επίσης και το σημείο, απ’ όπου φαίνονται οι πίσω όψεις των αρχοντικών και η θάλασσα. Θέση που δεν επιλέχθηκε τυχαία, καθώς, στραμμένα πάντα προς την Ανατολή, φωτίζονται μονίμως από τον ήλιο. Μάλιστα, για να ταιριάζει μάλλον με την γενική λάμψη του σημείου και να την συμπληρώσει, ακόμα και η αυτοσχέδια παραλία της συνοικίας με την πέτρινη πλατφόρμα που γεμίζει κάθε καλοκαίρι, ονομάζεται «Αστέρια».
Βιβλιογραφία:
