Ύστερα από περισσότερα από 25 χρόνια διαπραγματεύσεων, αναβολών και έντονων ενδοευρωπαϊκών συγκρούσεων, οι μόνιμοι αντιπρόσωποι των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατέληξαν σε συμφωνία για την εμπορική συμφωνία με τις χώρες της Mercosur.
Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα εμπορικά εγχειρήματα της ΕΕ, που αφορά το μπλοκ της Λατινικής Αμερικής στο οποίο συμμετέχουν η Βραζιλία, η Αργεντινή, η Παραγουάη και η Ουρουγουάη.
Η πολιτική διαδρομή μέχρι την έγκριση υπήρξε μακρά και δύσκολη. Τις τελευταίες εβδομάδες, το κλίμα επιβαρύνθηκε περαιτέρω από κινητοποιήσεις αγροτών και κτηνοτρόφων σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες – μεταξύ αυτών η Γαλλία, η Ελλάδα και το Βέλγιο – ενώ ισχυρά κράτη-μέλη εξέφρασαν ανοιχτά επιφυλάξεις. Παρ’ όλα αυτά, η συμφωνία εγκρίθηκε με ειδική πλειοψηφία, καθώς η τελική στάση της Ιταλίας αποδείχθηκε καθοριστική για να «κλειδώσει» η απόφαση.
Η επόμενη ημέρα, ωστόσο, δεν είναι απλή τυπική διαδικασία. Το επόμενο βήμα είναι η επίσημη υπογραφή από το Συμβούλιο της ΕΕ και στη συνέχεια από την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, η οποία – με βάση τις Συνθήκες – έχει την αρμοδιότητα να διαπραγματεύεται εμπορικές συμφωνίες εξ ονόματος ολόκληρης της Ένωσης. Σύμφωνα με τον προγραμματισμό, η υπογραφή αναμένεται να γίνει στις 12 Ιανουαρίου στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης.
Αμέσως μετά, ο φάκελος θα διαβιβαστεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το οποίο μπορεί να εγκρίνει ή να απορρίψει τη συμφωνία. Εφόσον δοθεί έγκριση, το κείμενο μπορεί να τεθεί σε προσωρινή εφαρμογή, αφού προηγηθεί επικύρωση από τουλάχιστον μία χώρα της Mercosur. Σε δεύτερο χρόνο, και μετά από περίοδο προσωρινής εφαρμογής, θα απαιτηθούν και επικυρώσεις από εθνικά κοινοβούλια, ιδίως για τμήματα που δεν εμπίπτουν αυστηρά στην κοινή εμπορική πολιτική της ΕΕ.
Οι δυο κρίσιμοι άξονες για την Ελλάδα
Για την Ελλάδα, το ενδιαφέρον εστιάζει σε δύο άξονες: τις εξαγωγικές δυνατότητες που ανοίγονται και τις δικλείδες ασφαλείας που θα κρίνουν αν οι ευαίσθητοι αγροτικοί κλάδοι θα δεχθούν πιέσεις από τις εισαγωγές. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 335 ελληνικές επιχειρήσεις εξάγουν προς χώρες της Mercosur, με το 79% να είναι μικρομεσαίες.
Παράλληλα, περίπου 4.300 θέσεις εργασίας στη χώρα μας συνδέονται με τις εξαγωγές προς τις συγκεκριμένες αγορές. Το συνολικό εμπόριο Ελλάδας–Mercosur αποτιμάται σε 2,6 δισ. ευρώ, με τις ελληνικές εξαγωγές να ανέρχονται σε περίπου 1,2 δισ. ευρώ και τις εισαγωγές από τις χώρες του μπλοκ σε 396 εκατ. ευρώ. Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι το καθαρά αγροτικό σκέλος των ελληνικών εξαγωγών παραμένει περιορισμένο (περί τα 34 εκατ. ευρώ), στοιχείο που δείχνει ότι υπάρχει πεδίο ανάπτυξης, αλλά και ότι το σημείο ισορροπίας θα κριθεί στην πράξη.
Κομβική για την ελληνική πλευρά είναι η προστασία προϊόντων ΠΟΠ/ΠΓΕ. Με βάση τις ρήτρες που περιγράφονται στο πλαίσιο της συμφωνίας, προστατεύονται 21 ελληνικά προϊόντα, μεταξύ των οποίων η φέτα, ελαιόλαδα συγκεκριμένων περιοχών, η μαστίχα Χίου, ο κρόκος Κοζάνης, καθώς και σειρά οίνων με γεωγραφική ένδειξη (Σαντορίνη, Σάμος, Νάουσα, Νεμέα, Μαντινεία, Αμύνταιο) και το τσίπουρο.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι συνολικά η συμφωνία προστατεύει 344 ευρωπαϊκά τρόφιμα και ποτά από απομιμήσεις στις αγορές της Mercosur, κάτι που – εφόσον εφαρμοστεί αποτελεσματικά – μπορεί να ενισχύσει τη διακριτότητα και την τιμή πώλησης των προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Οι δικλείδες ασφαλείας για την προστασία των Ευρωπαίων καταναλωτών
Στο πεδίο της προστασίας των καταναλωτών, η Κομισιόν διαμηνύει ότι δεν προβλέπονται «εκπτώσεις» στα ευρωπαϊκά πρότυπα. Το πλαίσιο που περιγράφεται περιλαμβάνει ελέγχους και έγκριση των επίσημων συστημάτων των αρμόδιων αρχών των τρίτων χωρών, ελέγχους στα σύνορα της ΕΕ (έγγραφα, ταυτοποίηση, φυσικούς ελέγχους και δειγματοληψίες), αλλά και ελέγχους προϊόντων που κυκλοφορούν ήδη στην αγορά. Στο κρέας, ειδικότερα, επισημαίνεται ότι οι εισαγωγές πρέπει να πληρούν ισοδύναμες προδιαγραφές καλής διαβίωσης των ζώων, ενώ προβλέπονται διαδικασίες πιστοποίησης και για προϊόντα όπως τα αυγά.
Το πιο ευαίσθητο σημείο της συμφωνίας, και εκεί όπου συγκεντρώνεται το πολιτικό κόστος, είναι οι φόβοι για πιέσεις στις τιμές και στον ανταγωνισμό σε συγκεκριμένους αγροτικούς τομείς. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσιάζει μηχανισμούς παρακολούθησης και μέτρα διασφάλισης, ώστε – όπως αναφέρει – να υπάρχει δυνατότητα ταχείας αντίδρασης αν οι εισαγωγές από Mercosur αυξηθούν απρόβλεπτα και επιβαρύνουν τους παραγωγούς της ΕΕ. Στις ειδικές αναφορές περιλαμβάνονται ιδιαίτερα ευαίσθητα προϊόντα, όπως το βόειο κρέας, τα πουλερικά, το ρύζι, το μέλι, τα αυγά, το σκόρδο, η αιθανόλη και η ζάχαρη.
Παράλληλα, προβλέπεται συστηματική παρακολούθηση των τάσεων της αγοράς. Η Επιτροπή προτίθεται να υποβάλλει εκθέσεις στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ανά εξάμηνο, ώστε να εντοπίζονται έγκαιρα πιθανοί κίνδυνοι. Στο σκεπτικό που περιγράφεται, έμφαση δίνεται σε περιπτώσεις όπου οι τιμές εισαγωγής είναι σημαντικά χαμηλότερες σε σχέση με αντίστοιχα ευρωπαϊκά προϊόντα και ταυτόχρονα καταγράφεται αισθητή αύξηση των εισαγόμενων ποσοτήτων ή περαιτέρω πτώση των τιμών σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Αν από έρευνα προκύψει «σοβαρή ζημία» ή «απειλή σοβαρής ζημίας», η ΕΕ θα μπορεί να ενεργοποιεί μέτρα διασφάλισης, φτάνοντας έως και την προσωρινή απόσυρση δασμολογικών προτιμήσεων για τα προϊόντα που προκαλούν την πίεση.
Σε κάθε περίπτωση, η συμφωνία ΕΕ–Mercosur περνά τώρα στο στάδιο όπου οι θεσμοί θα κληθούν να απαντήσουν στο πιο δύσκολο ερώτημα: αν το άνοιγμα σε μια τεράστια αγορά μπορεί να συνυπάρξει με αποτελεσματική προστασία των ευρωπαϊκών παραγωγών και αυστηρή τήρηση των κανόνων ασφάλειας τροφίμων.
Για την Ελλάδα, το αποτέλεσμα θα κριθεί στην πράξη: από το πόσο γρήγορα και στοχευμένα θα αξιοποιηθούν οι νέες εξαγωγικές δυνατότητες για προϊόντα υψηλής αξίας, αλλά και από το αν οι δικλείδες ασφαλείας θα λειτουργήσουν εγκαίρως, εφόσον παρουσιαστούν πιέσεις σε ευαίσθητους κλάδους.
