Ο Στρατής Δούκας τον παρομοίαζε με «ριζολίθι, που το φανερό του ανάστημα είναι ελάχιστο μπροστά στο καταχωσμένο και υπόγειο». Μια τέτοια «ρίζα», η πατρογονική οικία του Γιαννούλη Χαλεπά στην Τήνο, έρχεται στο φως ανακαινισμένη ως εκθετήριο, αποδίδοντας στους νεότερους τον κορυφαίο γλύπτη στον τόπο του.
Γεννημένος το 1851 στον περίφημο Πύργο, ο Χαλεπάς μεγάλωσε μέσα στην πλούσια καλλιτεχνική παράδοση του νησιού με ονόματα σμιλεμένα στην τέχνη όπως Φιλιππότης και Λύτρας. Από το Πολυτεχνείο και τις σπουδές γλυπτικής κοντά στον Λεωνίδα Δρόση βρέθηκε, με υποτροφία της Ιδρύματος Ευαγγελίστριας Τήνου, στο Μόναχο, όπου διακρίθηκε στην Ακαδημία Εικαστικών Τεχνών. Η «Κοιμωμένη» (1878) σφράγισε πρόωρα τη διαδρομή του προτού η ψυχική κατάρρευση τον απομακρύνει από την τέχνη. Στις αρχές του περασμένου αιώνα, μετά την έξοδό του από το ψυχιατρείο και την επιστροφή του στο νησί, έζησε για χρόνια σιωπηλός στον Πύργο, έως τον θάνατο της μητέρας του το 1916 οπότε άρχισε εκ νέου να δουλεύει.
Η επιστροφή στο πατρικό σπίτι, τον υποχρεώνει σε μια περιορισμένη ζωή. Η μάνα από φόβο για ενδεχόμενη υποτροπή της ψυχικής του κατάστασης, θεωρεί την τέχνη υπαίτια για τον κλονισμό του και για χρόνια επιβάλλει την αποχή από κάθε καλλιτεχνική εργασία. Παρά τους περιορισμούς, ο Χαλεπάς αναζητεί τρόπους να διατηρήσει επαφή με το υλικό. Αφηγήσεις τον θέλουν να συλλέγει πέτρες και χώμα από την ύπαιθρο και, όταν βρίσκει πηλό, να τον μεταφέρει κρυφά. Πιο συχνά, στρέφεται στο σχέδιο: στις λογιστικές καταχωρήσεις της επιχείρησης του πατέρα, σχεδιάζει μορφές και συνθέσεις, διατηρώντας έτσι μια συνέχεια με τη γλυπτική του σκέψη. Τα σχέδια αυτής της περιόδου αποτελούν κρίσιμα τεκμήρια για την κατανόηση της εσωτερικής εξέλιξης στο έργο του.

Ο Χαλεπάς με τον Ζαχαρία Παπαντωνίου στην Τήνο
Με τον θάνατο της μητέρας, στήνει στο υπόγειο του σπιτιού έναν στοιχειώδη χώρο γλυπτικής και επανέρχεται στη χρήση πηλού, τον οποίο συλλέγει μόνος του από το νησί. Τα έργα της Τήνου χαρακτηρίζονται από μια σισύφεια διαδικασία πλάσης και καταστροφής, που σχετίζεται τόσο με την έλλειψη υλικού όσο και με τον τρόπο εργασίας του. Η Μήδεια, οι Σάτυρος και Έρως, το παραμύθι της Πεντάμορφης εμφανίζονται σε παραλλαγές, δουλεμένα χωρίς εργαλεία, με άμεση επαφή του χεριού με το υλικό. Χωρίς επαφή με την ελληνική πραγματικότητα της πρωτεύουσας, παλεύει την δική του πρόταση, την εμμονή του στη σύνθεση, γι' αυτό κι επιλέγει να δουλεύει τα ίδια θέματα - το θέμα γι' αυτόν είναι απλώς μια αφορμή για την έρευνα της φόρμας - και τολμάει συμπαγείς όγκους, αντιθέσεις, εξπρεσιονισμούς, τολμηρούς συνδυασμούς όγκων - σχημάτων.
Η αποκατάσταση της οικίας – μουσείου συνοδεύεται από την επανέκθεση έργων και αντικειμένων του Χαλεπά, με χρηματοδότηση που ξεπερνά τα 10 εκατ. ευρώ. Στον όροφο παρουσιάζεται η ζωή του με κείμενα, ψηφιακές εφαρμογές και εκθέματα από όλες τις περιόδους της δημιουργίας του. Υποενότητες καλύπτουν την κλασικιστική παιδεία, τα πρώτα έργα, τη δημιουργία της κοσμαγάπητης «Κοιμωμένης», την ψυχική ασθένεια, την αφύπνιση, την τελευταία δημιουργική περίοδο ως την τελική καταξίωση. Στο ισόγειο, αναπτύσσονται οι άξονες της τέχνης και του βίου του στην Τήνο, με γλυπτά, σχέδια, στοιχεία του εργαστηρίου του, προσωπικά αντικείμενα, έπιπλα και ηχητικές αφηγήσεις που φέρνουν τον επισκέπτη στην καθημερινότητα της εποχής, πολύ μακριά από την τουριστική εισβολή στο νησί.

Οικία Χαλεπά εξωτερικά
Κάποτε, όταν η μικρή ανιψιά του τού ζητούσε ένα παραμύθι, εκείνος απάντησε πως το παραμύθι είναι ο ίδιος. Στο σπίτι του Πύργου, η φράση ακούγεται αλλιώς. Το ανακαινισμένο οίκημα δεν φωτίζει το φανερό ανάστημα, ούτε έχει χαρούμενο τέλος. Αφήνει να φανεί το τραγικό της ύπαρξης του δημιουργού, το καταχωσμένο και υπόγειο: εκεί όπου η τέχνη δεν ξεχωρίζει το υλικό από τον άνθρωπο και ο τόπος από το έργο.
