Αν έγινε κάτι ευκρινές αυτή την εβδομάδα από τους Κεντρικούς Τραπεζίτες είναι ότι η διάρκεια της κρίσης στη Μέση Ανατολή θα είναι καθοριστικός παράγοντας για την πορεία των επιτοκίων.
Ο Πάουελ ξεκαθάρισε ότι δεν τίθεται θέμα για μείωση επιτοκίων όσο είναι στο τραπέζι ο πληθωριστικός κίνδυνος, ενώ η Λαγκάρντ πήγε ένα βήμα παρακάτω και αναφέρθηκε στα τρία σενάρια που εκπόνησαν οι εμπειρογνώμονες για τον αντίκτυπο του πολέμου.
Στο ενδεχόμενο όπου η κρίση στη Μέση Ανατολή είναι βραχυπρόθεσμη και η τιμή του πετρελαίου αποκλιμακωθεί από τα τρέχοντα υψηλά επίπεδα, η ΕΚΤ δεν θα προβεί σε αυξήσεις επιτοκίων το 2026. Στο δυσμενές σενάριο όμως που ο πληθωρισμός διαμορφωθεί υψηλότερα του στόχου του 2% για παρατεταμένη χρονική περίοδο, η ΕΚΤ αναμένεται να προβεί σε δύο αυξήσεις επιτοκίων μέσα στο 2026.
Βέβαια η κοινή λογική αντίθετα με τις προσδοκίες της αγοράς αυτή τη στιγμή προβάλει μια άλλη άποψη: Tο πιο πιθανό είναι οι Κεντρικές Τράπεζες να διατηρήσουν τα επιτόκια αμετάβλητα αντί να αυστηροποιήσουν την πολιτική τους, καθώς μια αύξηση του πληθωρισμού θα λειτουργήσει ως τροχοπέδη στην οικονομική ανάπτυξη.
Επομένως είναι σημαντικό να μην ασκήσουν υπερβολική αυστηρότητα και να συνεχίσουν να επικεντρώνονται στις οικονομικές προοπτικές. Ειδικά για την Ευρώπη, ο πόλεμος στο Ιράν διαταράσσει ιδιαίτερα την οικονομική της ισορροπία όπως θα εξηγήσουμε τη Δευτέρα, πράγμα που επιβάλλει μια πιο προσεκτική προσέγγιση της πιθανότητας για ύφεση.
Όμως η αγορά αυτή τη στιγμή έχει επικεντρωθεί αποκλειστικά και μόνο στη ρητορική των Κεντρικών Τραπεζών και ως εκ τούτου εκτιμά επί του παρόντος περίπου 50% πιθανότητα για αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ τον Απρίλιο, σύμφωνα με τα στοιχεία της LSEG. Τον Ιούνιο, η πιθανότητα αύξησης έχει ανέβει στο 80%.
Οι JP Morgan, Morgan Stanley και Barclays μάλιστα μετά τις προειδοποιήσεις της Λαγκάρντ αναθεώρησαν τις προβλέψεις τους την Πέμπτη. Σύμφωνα με το Reuters, η Barclays και η JP Morgan βλέπουν εως και τρεις αυξήσεις επιτοκίων φέτος, 25 μονάδων βάσης η καθεμία που θα λάβουν χώρα τον Απρίλιο, τον Ιούνιο και τον Ιούλιο, ενώ η Morgan Stanley αναμένει αυξήσεις επιτοκίων στις συνεδριάσεις της ΕΚΤ τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο, ανεβάζοντας το επιτόκιο στο 2,5%. Τόσο το 2,5% όσο και το 2,75% είναι μια σημαντική απόκλιση από τις προβλέψεις για αμετάβλητα επιτόκια μέχρι το τέλος του έτους.
Η συνέντευξη του προέδρου της Bundesbank, Joachim Nagel, στο Bloomberg News την Παρασκευή έριξε στην κυριολεξία «λάδι στη φωτιά» των προσδοκιών για τα επιτόκια, καθώς επεσήμανε μια πιθανή αύξηση των επιτοκίων τον Απρίλιο, εάν συνεχιστεί ο πόλεμος και επανεμφανιστεί ο πληθωρισμός.
Νέες πιέσεις στα ομόλογα
Η αλλαγή στις προσδοκίες για τα επιτόκια χτύπησε πρώτα την αγορά των ομολόγων, με την απόδοση του 10ετούς ομολόγου των ΗΠΑ να βρίσκεται πέριξ του 4,39%, ενισχυμένη κατά περισσότερες από 30 μονάδες βάσεις από όταν ξεκίνησε ο πόλεμος, ήτοι άνοδος άνω του 7% μέσα σε έναν μήνα. Η απόδοση του 2ετούς ομολόγου, που είναι πιο ευαίσθητο στις βραχυπρόθεσμες αποφάσεις της Fed για τα επιτόκια είναι πλέον στο 3,89% με μηνιαία άνοδο 11,8%, ενώ ακόμη και η απόδοση του 30ετούς ομολόγου αυξήθηκε και είναι πέριξ του 4,943%, με μηνιαία άνοδο 4,61%.
Είναι προφανές ότι η Fed μετά την συνεδρίαση της αυτή την εβδομάδα ώθησε την αγορά όχι μόνο να αποσύρει κάθε προσδοκία μείωσης επιτοκίων για φέτος, αλλά την οδήγησε σε φάση προεξόφλησης πιθανών αυξήσεων.
Σύμφωνα με το εργαλείο CME FedWatch, οι traders συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης επιτοκίων αποτιμούν πλέον σχεδόν 1 στις 5 πιθανότητες αύξησης των επιτοκίων τον Ιούνιο και καμία πιθανότητα μείωσης.
Στο σημείο αυτό να υπογραμμίσουμε ότι ακόμη και πριν το κόστος ενέργειας αυξηθεί κατακόρυφα κατά το ξέσπασμα του πολέμου στο Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, ο πληθωρισμός βρισκόταν ήδη πάνω από τον στόχο της Fed. Τα στοιχεία δε για τις πληθωριστικές πιέσεις στο επίπεδο της χονδρικής που βγήκαν λίγο πριν τη συνεδρίαση της Fed ήταν κάτι παραπάνω από απογοητευτικά.
Οι τιμές παραγωγού ενισχύθηκαν περισσότερο από το αναμενόμενο το Φεβρουάριο, με τον δείκτη τιμών παραγωγού να αυξάνεται κατά 3,4% σε ετήσια βάση έναντι εκτίμησης για αύξηση 2,9%. Σε μηνιαία βάση, ο δείκτης αυξήθηκε κατά 0,7% έναντι της εκτίμησης για 0,3%.
Σε δομικό επίπεδο, χωρίς δηλαδή την ενέργεια και τα τρόφιμα, ο δείκτης διαμορφώθηκε στο 3,9% έναντι εκτίμησης για 3,7%. Σε μηνιαία βάση ενισχύθηκε κατά 0,5% έναντι της εκτίμησης για 0,3%.
Από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού η εικόνα στην αγορά των ομολόγων ήταν ακόμα χειρότερη, μιας και η ρητορική της Λαγκάρντ ήταν πιο σκληρή. Η γερμανική δεκαετία είναι στο 3,058% και έχει ενισχυθεί κατά 11% από τις αρχές του πολέμου, η γαλλική στο 3,7540%, ενισχυμένη κατά 13,7%, ενώ η Ιταλία είναι στο 3,9630% και η Ελλάδα στο 3,879%, ενισχυμένες κατά 18,2% και 15,86% αντίστοιχα.
Πιέσεις και στην αγορά της Μ.Βρετανίας, με το κόστος δανεισμού της βρετανικής κυβέρνησης να έχει εκτοξευτεί στο υψηλότερο επίπεδο από την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, καθώς το 10ετές επιτόκιο αναφοράς ξεπέρασε το 5%.
Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει κάλλιστα για μαζική πώληση ομολόγων. Με το Ιράν να εξαπολύει νέες επιθέσεις εναντίον ενεργειακών εγκαταστάσεων στον Περσικό Κόλπο και χωρίς να διαφαίνεται τέλος στην κλιμάκωση, οι επενδυτές πλέον τοποθετούνται υπέρ μιας πιο επιθετικής στάσης από τις Κεντρικές Τράπεζες, καθώς οι υψηλότερες παγκόσμιες τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου αναδιαμορφώνουν το οικονομικό σκηνικό.
Το κλίμα δεν άλλαξε ούτε με τις δηλώσεις του πρωθυπουργού του Ισραήλ Μπένγιαμιν Νετανιάχου ότι οι δυνάμεις της χώρας του συνεργάζονται με τις αμερικανικές με στόχο το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ και ότι το Ισραήλ δεν θα στοχεύσει πλέον σε ενεργειακές υποδομές του Ιράν, μετά το πλήγμα στο κοίτασμα φυσικού αερίου στο South Pars, στο οποίο απάντησε η Τεχεράνη με επιθέσεις σε εγκαταστάσεις άλλων χωρών του Κόλπου, κυρίως του Κατάρ.
Αν και οι δηλώσεις αυτές έδειξαν να κατευνάζουν σε ένα βαθμό τις ανησυχίες και οδήγησαν σε μία ήπια αποκλιμάκωση των τιμών του πετρελαίου, δίνοντας κάποιο χώρο μερικής αντίδρασης στις μετοχές, εντούτοις η αγορά των ομολόγων δεν αποσυμπιέστηκε ούτε για μια στιγμή.
Γιατί οι μετοχές υποχωρούν λιγότερο
Ανοίγοντας το πλάνο, αν κοιτάξουμε τις μετοχές σε σύγκριση με τα ομόλογα, θα συνειδητοποιήσουμε ότι μέχρι στιγμής, προεξοφλούν ένα πιο ήπιο σενάριο επιβράδυνσης της ανάπτυξης από την αρχή αυτής της σύγκρουσης. Κάτι που δεν βγάζει νόημα σε σχέση με την ειδησιογραφία.
Τελικά ποιος έχει δίκιο, οι μετοχές ή τα ομόλογα; Ή μήπως και οι δύο αγορές τοποθετούνται σωστά απέναντι στις εξελίξεις;
Bλέπετε, η αγορά των ομολόγων αυτή τη στιγμή εναρμονίζεται με τη ρητορική των Κεντρικών Τραπεζών η οποία είναι σαφώς επικεντρωμένη στον έλεγχο του πληθωρισμού.
Για να επικεντρώνονται οι Κεντρικές Τράπεζες στις πληθωριστικές ανησυχίες σημαίνει ότι αυτή τη στιγμή ο πληθωριστικός κίνδυνος είναι μεγαλύτερος από τον κίνδυνο της ανάπτυξης. Άλλωστε μόνο κάτω από αυτό το πρίσμα θα τολμήσουν οι Κεντρικές Τράπεζες μια άνοδο επιτοκίων, καθώς δεν θα θέλουν να ρισκάρουν μια ύφεση.
Μέσα από αυτή την οπτική γωνία, η πιο ήπια πτώση των μετοχών αντικατοπτρίζει μέχρι στιγμής τις προσδοκίες για ήπια και άρα ελεγχόμενη πτώση του ρυθμού ανάπτυξης.
Στην ουσία οι μετοχές λειτουργούν αυτή τη στιγμή ως πληθωριστικό αντίβαρο, Σε περιβάλλον υψηλού πληθωρισμού, οι μετοχές θεωρούνται πραγματικά περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να μετακυλήσουν το κόστος στους καταναλωτές, σε αντίθεση με τα ομόλογα σταθερού εισοδήματος που χάνουν την αγοραστική τους αξία.
Επιπλέον συγκεκριμένοι κλάδοι, όπως η ενέργεια και οι αμυντικές βιομηχανίες, λειτουργούν ως στηρίγματα για τους χρηματιστηριακούς δείκτες, εξισορροπώντας τις απώλειες άλλων κλάδων.
Συμπερασματικά, οι αγορές αυτή τη στιγμή ποντάρουν περισσότερο στον κίνδυνο πληθωρισμού παρά στην ύφεση.
Αν η κύρια ανησυχία ήταν η ύφεση, οι επενδυτές θα αγόραζαν ομόλογα ως ασφαλή καταφύγια, με αποτέλεσμα οι τιμές τους να ανεβαίνουν και οι αποδόσεις να πέφτουν.
Αντίθετα, βλέπουμε μαζικές πωλήσεις ομολόγων γεγονός που υποδηλώνει ότι οι αγορές προεξοφλούν περισσότερο πληθωρισμό παρά άμεση οικονομική κατάρρευση.
Αποποίηση Ευθύνης: Το υλικό αυτό παρέχεται για πληροφοριακούς και μόνο σκοπούς. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί ως προσφορά, συμβουλή ή προτροπή για την αγορά ή πώληση των αναφερόμενων προϊόντων. Παρόλο που οι πληροφορίες που περιέχονται βασίζονται σε πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες, ουδεμία διασφάλιση δίνεται ότι είναι πλήρεις ή ακριβείς και δε θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.
