Στάθης Ν. Καλύβας – Νατάσα Τριανταφύλλη, Big Bang 1970–1973: Η άνθηση του πολιτισμού στα χρόνια της δικτατορίας, Μεταίχμιο, Αθήνα 2025, 716 σελ.
Η χώρα συγκροτήθηκε μέσα σε συνθήκες ιστορικής υπέρβασης. Από τα πρώτα της βήματα κουβαλούσε ένα βάρος toy παρελθόντος που ξεπερνούσε τις δυνατότητες κατανόησης και διαχείρισης. Το μέγεθος της κληρονομιάς γέννησε δέος και μαζί αμηχανία. Αντί για εσωτερική αφομοίωση, επικράτησε συχνά η επίκληση. Αντί για γνώση, βεβαιότητα. Έτσι διαμορφώθηκε μια ιδιότυπη αυτοπεποίθηση χωρίς ανάλογο θεμέλιο, μια διαρκής ταλάντευση ανάμεσα στην υπερηφάνεια και στη σύγχυση. Το νεοελληνικό αφήγημα οργανώθηκε γύρω από ένα σχήμα πένθους: εμμονή σε απώλειες, δραματοποίηση της Ιστορίας, καχυποψία απέναντι στην πορεία της χώρας.
Η παρέμβαση του Στάθη Καλύβα τα τελευταία χρόνια εισήγαγε μια αντιστροφή αυτής της νοοτροπίας. Αντί για το αφήγημα της διαρκούς κακοδαιμονίας, πρότεινε μια συγκριτική αποτίμηση. Πώς εξηγείται ότι ένα μικρό, φτωχό κράτος κατόρθωσε να επιτύχει επανειλημμένες εδαφικές επεκτάσεις, θεσμική συγκρότηση και ευρωπαϊκή ενσωμάτωση; Πώς ένα εγχείρημα που θεωρείτο εύθραυστο, απέκτησε ανθεκτικότητα; Η ανάδειξη της επιτυχίας, της ανθεκτικότητας, της προσαρμοστικότητας και της θεσμικής οικοδόμησης λειτουργεί ως αποκατάσταση αναλογίας απέναντι στη μονόπλευρη αυτολύπηση.
Μέσα σ’ αυτήν τη στρατηγική αναθεώρηση εντάσσεται και ο ογκώδης τόμος Big Bang 1970-1973, που ο Στάθης Καλύβας συνυπογράφει με τη Νατάσσα Τριανταφύλλη. Ο τίτλος ηχεί εξαρχής προκλητικός. «Big Bang» παραπέμπει σε κοσμογονία, σε έκρηξη δημιουργίας, σε σημείο μηδέν από το οποίο αναδιατάσσονται όλα. Για πολλούς, ο χαρακτηρισμός φάνηκε υπερβολικός, σχεδόν ερεθιστικός. Μια αυταρχική περίοδος βαφτίζεται με όρο που συνδέεται με γέννηση και δημιουργική ενέργεια. Η επιλογή του τίτλου λειτουργεί ως στρατηγική πρόκληση. Δηλώνει ότι οι συγγραφείς επιθυμούν ρήξη με το καθιερωμένο σχήμα «σκοτάδι και μόνο σκοτάδι».
Το επιχείρημα οργανώνεται γύρω από μια βασική θέση: κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, η κοινωνική και πολιτισμική ζωή συνέχισε να κινείται. Η σκέψη παρήγαγε, η νεανική κουλτούρα πειραματιζόταν, η μουσική, ο κινηματογράφος, τα περιοδικά και οι εικαστικές αναζητήσεις διαμόρφωναν ένα πεδίο που δεν ταυτιζόταν αποκλειστικά με τον κρατικό μηχανισμό. Το βιβλίο επιχειρεί να διαχωρίσει το καθεστώς από την κοινωνία και να αναδείξει «παράλληλους κόσμους» που συνυπήρχαν με την καταστολή.
Η στρατηγική σημασία αυτής της θέσης είναι προφανής. Η μεταπολιτευτική μνήμη οργάνωσε τη δικτατορία γύρω από δύο άξονες: καταπίεση και αντίσταση. Το Big Bang εισάγει έναν τρίτο: καθημερινότητα και πολιτισμική ζύμωση. Η επέκταση αυτή αποδυναμώνει την ηθική μονοχρωμία του αφηγήματος. Η κοινωνία παύει να εμφανίζεται αποκλειστικά ως θύμα ή ως ηρωικός πυρήνας αντίστασης και παρουσιάζεται ως σύνθετο σώμα που επιβιώνει, προσαρμόζεται και δημιουργεί.
Εδώ εντοπίζεται και το σημείο όπου το επιχείρημα προκαλεί αντιδράσεις και εμφανίζει τις δυσκολίες του. Η ανάδειξη της δημιουργικότητας σε περιβάλλον ανελευθερίας απαιτεί εξαιρετικά λεπτή ισορροπία. Η περιγραφή μιας πολιτισμικής «έκρηξης» μπορεί εύκολα να εκληφθεί ως σχετικοποίηση της βίας. Ο τίτλος ενισχύει αυτή την αίσθηση. Η μεταφορά της κοσμογονίας κινδυνεύει να επισκιάσει την υλική πραγματικότητα των διώξεων, της λογοκρισίας και των βασανιστηρίων. Η ιστορική ακρίβεια του αρχειακού υλικού δεν αμφισβητείται· η ερμηνευτική έμφαση όμως μετακινεί το κέντρο βάρους από την πολιτική καταπίεση στη δυναμική της κοινωνίας. Για ένα κοινό που αντιλαμβάνεται τη μνήμη της Χούντας ως ηθικό θεμέλιο της Μεταπολίτευσης, η μετατόπιση μοιάζει απειλητική.
Το ίδιο συμβαίνει και με την αποτίμηση συμβόλων. Για παράδειγμα, (λέω εγώ, όχι οι συγγραφείς του βιβλίου) το σύνθημα «Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία» αποτελεί συμπύκνωση της μεταπολιτευτικής αυτοσυνειδησίας. Μια ψύχραιμη ανάλυση δείχνει ότι η πείνα δεν χαρακτήριζε την κοινωνία της περιόδου και ότι η εκπαίδευση λειτουργούσε με αυστηρό ιδεολογικό έλεγχο αλλά με υψηλές απαιτήσεις ύλης. Η καθολική έλλειψη αφορούσε την ελευθερία. Η υπενθύμιση αυτών των διακρίσεων δεν αναιρεί τον αυταρχικό χαρακτήρα του καθεστώτος αλλά φωτίζει τη συμβολική διάσταση του συνθήματος.
Η έλλειψη της ελευθερίας παρέπεμπε ευθέως στην ανάγκη της δημοκρατίας και σε μια μορφή πατριωτικής αποκατάστασης της πολιτικής ζωής, ενώ η προσθήκη του «ψωμιού» και της «παιδείας» μετέφερε το νόημα σε ένα πεδίο κοινωνικής διεκδίκησης, προσδίδοντας στο σύνθημα χαρακτηριστικά ευρύτερης κοινωνικής ανατροπής. Ωστόσο, κάθε τέτοια διάκριση αγγίζει ένα ιεροποιημένο πεδίο μνήμης και ερμηνεύεται ως αποδόμηση.
Η ουσιαστική δοκιμασία του επιχειρήματος βρίσκεται στην ισορροπία. Η κοινωνία πράγματι διαθέτει μηχανισμούς δημιουργικότητας ακόμη και υπό αυταρχικά καθεστώτα. Η καταγραφή αυτής της συνέχειας αποτελεί θεμιτό ιστορικό καθήκον. Ταυτόχρονα, η πολιτική ανελευθερία συνιστά δομικό στοιχείο της περιόδου και δεν λειτουργεί ως ντεκόρ. Η ένταση ανάμεσα σε αυτές τις δύο διαπιστώσεις καθορίζει την πρόσληψη του βιβλίου.
Το Big Bang 1970–1973 συνιστά έτσι μια παρέμβαση στη συλλογική μνήμη της Μεταπολίτευσης. Αμφισβητεί την ευθύγραμμη διχοτομία «φως και σκοτάδι» που κυριάρχησε επί δεκαετίες και προτείνει μια πιο σύνθετη ανάγνωση της περιόδου. Η κοινωνία προβάλλεται ως χώρος συνέχειας, προσαρμογής και αντιφάσεων, ως πεδίο που διατηρεί δυναμική ακόμη και υπό συνθήκες ανελευθερίας.
Η μεγαλύτερη πρόκληση συνοψίζεται στο ερώτημα αν είναι εφικτή η αναγνώριση δημιουργίας χωρίς να προκύπτει πολιτική αθώωση. Εδώ εδράζεται και το ρίσκο του εγχειρήματος. Η ανάδειξη της κοινωνικής δημιουργικότητας σε αυταρχικό περιβάλλον μπορεί να εκληφθεί ως ένδειξη ιστορικής ωρίμανσης ή ως σχετικοποίηση της καταπίεσης. Η ισορροπία παραμένει λεπτή, διότι αγγίζεται ένα θεμέλιο της μεταπολιτευτικής αυτοσυνειδησίας.
Η συμβολή των συγγραφέων έγκειται στην επιμονή ότι η Ιστορία δεν αποτελεί ηθική αλληγορία. Η Ελλάδα των διακοσίων ετών δεν υπήρξε διαρκές θύμα ούτε αδιάκοπος θρίαμβος. Η δικτατορία δεν υπήρξε πολιτισμική έρημος ούτε δημιουργική ουτοπία. Η αποδέσμευση από τις μονοχρωμίες απαιτεί ψυχραιμία και μέτρο. Αν ο τίτλος ηχεί υπερβολικός, αυτό οφείλεται στην πρόθεσή του να σπάσει ένα παγιωμένο σχήμα. Η τελική αποτίμηση εξαρτάται από το κατά πόσον η αναθεώρηση θα εκληφθεί ως ώριμη πολυπλοκότητα ή ως επικίνδυνη μετατόπιση. Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση που άνοιξε, αποδεικνύει ότι η μνήμη της περιόδου παραμένει ζωντανή και ότι η ιστορική αυτογνωσία παραμένει ζητούμενο.
Ο Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης είναι συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας.
