Προτάσεις για όσα διαβάζονται σήμερα
Το βλέμμα στο ράφι

Προτάσεις για όσα διαβάζονται σήμερα

Tori Dunlap, Financial Feminist, μτφρ. Αφροδίτη Σακκά, εκδ. Key Books Σελ. 230

Το βιβλίο της Tori Dunlap, αρθρώνεται γύρω από μιαν εμπειρία υπαρξιακής ρήξης: την απώλεια ελέγχου απέναντι στην εργασία και την ανάκτηση αυτού του ελέγχου μέσω της οικονομικής ανεξαρτησίας. Η αφηγηματική αφετηρία -η στιγμή κατά την οποία η συγγραφέας ετοιμαζόταν να μείνει άνεργη και αισθανόταν «καλύτερα από ποτέ»- λειτουργεί ως προγραμματική αντιστροφή. Η απειλή της απόλυσης μετασχηματίζεται σε αφετηρία αυτογνωσίας. Το προσωπικό τραύμα μετατρέπεται σε πολιτικό επιχείρημα.

Η Dunlap οικοδομεί το αφήγημά της πάνω σε μια διπλή κίνηση: πρώτα καταθέτει τη δική της εμπειρία οικονομικής επισφάλειας, έπειτα την εντάσσει σε ένα ευρύτερο πλαίσιο δομικής ανισότητας. Η τοξική εργασία, η διαρκής αγωνία, η αίσθηση μειονεξίας μπροστά στην εξουσία του εργοδότη, αποκτούν νόημα μόνον όταν συνδεθούν με τις έμφυλες και ταξικές ιεραρχίες. Το οικονομικό ζήτημα παύει να αποτελεί ατομική αποτυχία και αναδεικνύεται ως σύμπτωμα ενός συστήματος που παράγει συστηματικά εξάρτηση.

Η έννοια του «οικονομικού φεμινισμού», όπως τη διατυπώνει, στηρίζεται σε μια πρακτική φιλοσοφία της αυτάρκειας. Ο τραπεζικός λογαριασμός, το κεφάλαιο έκτακτης ανάγκης, η γνώση των επενδύσεων, λειτουργούν ως υλικά θεμέλια της ελευθερίας. Η οικονομική σταθερότητα δεν προτείνεται ως αυτοσκοπός, αλλά ως προϋπόθεση αξιοπρέπειας. Στο επιχείρημά της, η δυνατότητα να εγκαταλείψει κανείς μια κακοποιητική σχέση ή μια εξουθενωτική εργασία προϋποθέτει χρηματική αυτονομία. Η επιλογή προκύπτει από την οικονομική δυνατότητα. Χωρίς αυτήν, η ηθική και η πολιτική χειραφέτηση παραμένουν ρητορικές εξαγγελίες...

Ενδιαφέρουσα παραμένει η απόσταση που επιχειρεί να κρατήσει από μιαν άκριτη αποθέωση του καπιταλισμού. Δηλώνει ρητά ότι η προσέγγισή της δεν ταυτίζεται με ένα αφήγημα «εγώ τα κατάφερα, άρα μπορείς κι εσύ». Αναγνωρίζει τις δομικές ανισότητες: ρατσισμό, ομοφοβία, κοινωνικές αποκλείσεις, απουσία πρόσβασης σε υγειονομική φροντίδα, ανισότητες αμοιβών. Παρ’ όλα αυτά, η στρατηγική της εστιάζει στην ενδυνάμωση εντός του υπάρχοντος συστήματος. Η μεταρρύθμιση προηγείται της ριζικής ανατροπής. Η ατομική σταθεροποίηση λειτουργεί ως βάση για συλλογική διεκδίκηση.

Η μεταφορά του τραπεζιού, που επανέρχεται τόσο στην εισαγωγή όσο και στον επίλογο, αποκαλύπτει τον πυρήνα της ηθικής της πρότασης. Αντί για υψηλότερους φράχτες, μεγαλύτερο τραπέζι. Αντί για

περιχαράκωση της επιτυχίας, μοίρασμα της αφθονίας. Η οικονομική ασφάλεια παρουσιάζεται ως πράξη φροντίδας, όχι ως συσσώρευση ισχύος. Η εικόνα του τραπεζιού συνδέει την ιδιωτική ευμάρεια με τη συλλογική συμμετοχή. Η αφθονία αποκτά αξία όταν γίνεται κοινό βίωμα.

Ωστόσο, η επιχειρηματολογία της δεν παύει να κινείται σε μια λεπτή ισορροπία. Από τη μία πλευρά, καταγγέλλει το πατριαρχικό σύστημα που παράγει οικονομική ανισότητα. Από την άλλη, προτείνει εργαλεία ατομικής προσαρμογής σε αυτό. Η ένταση αυτή δεν αναιρεί τη συνοχή του βιβλίου, αντιθέτως, την καθιστά χαρακτηριστικό της σύγχρονης φιλελεύθερης φεμινιστικής σκέψης. Η μεταρρύθμιση μέσα από την οικονομική παιδεία προβάλλεται ως ρεαλιστική διαδρομή, ιδίως σε ένα περιβάλλον όπου η ριζική αναδιάρθρωση των θεσμών μοιάζει μακρινή.

Η αφήγηση διατηρεί εξομολογητικό τόνο χωρίς να διολισθαίνει σε αυτοαναφορική αλαζονεία. Η προσωπική ιστορία λειτουργεί ως παράδειγμα, όχι ως μνημείο. Οι αναφορές σε γυναίκες που άλλαξαν τη ζωή τους μέσα από την οικονομική ανεξαρτησία, προσδίδουν απτό χαρακτήρα στο επιχείρημα. Η Dunlap επιδιώκει να καταστήσει ορατό ένα δίκτυο εμπειριών που διαψεύδουν την ιδέα ότι η οικονομική γνώση αποτελεί προνόμιο των λίγων.

Το βιβλίο αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μιαν εποχή κατά την οποία η επισφάλεια εμφανίζεται ως κανονικότητα. Η νέα γενιά εργαζομένων συναντά ασταθείς συμβάσεις, υπερχρέωση, στεγαστική ανασφάλεια. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η οικονομική εκπαίδευση αναδεικνύεται ως μορφή πολιτικής πράξης. Η διαχείριση του προσωπικού κεφαλαίου μετατρέπεται σε εργαλείο αντίστασης απέναντι σε μιαν αγορά που συχνά απαιτεί σιωπή και ανοχή.

Το κείμενο της Dunlap διακρίνεται από σαφήνεια και προγραμματική συνέπεια. Η ρητορική της αποφεύγει ακαδημαϊκές περιπλοκές, προτιμά τη χειροπιαστή γλώσσα των επιλογών: αποταμίευση, επένδυση, διαπραγμάτευση μισθού, αποχώρηση από τοξικά περιβάλλοντα. Η απλότητα αυτή ενισχύει την προσβασιμότητα του έργου. Παράλληλα, η επιμονή στη συλλογική διάσταση του οικονομικού φεμινισμού προσδίδει ιδεολογικό βάθος στο πόνημά της.

Στο τέλος, η πρόσκληση «Καλώς ήρθατε στο τραπέζι μου» δεν συνιστά απλή μεταφορά φιλοξενίας. Εκφράζει μια αντίληψη περί οικονομικής δικαιοσύνης που ξεκινά από την αυτοπροστασία και καταλήγει στη συλλογική αναδιανομή ευκαιριών. Η οικονομική σταθερότητα παρουσιάζεται ως προϋπόθεση αξιοπρεπούς συμμετοχής στον δημόσιο βίο. Η προσωπική ανεξαρτησία λειτουργεί ως θεμέλιο πολιτικής αυτοσυνείδησης.

Το βιβλίο, επεκτείνεται σε έναν οδηγό χρηματοοικονομικών συμβουλών και αποτελεί παρέμβαση στη συζήτηση για την έμφυλη ανισότητα, μετατοπίζοντας το επίκεντρο από το συμβολικό στο υλικό. Η ελευθερία αποκτά λογιστικό υπόβαθρο. Η αυτονομία αποκτά αριθμητική διάσταση. Μέσα από αυτή τη σύνδεση ανάμεσα στο συναίσθημα και στον τραπεζικό λογαριασμό, η Dunlap προτείνει μια μορφή φεμινισμού που μετρά την αξιοπρέπεια σε δυνατότητες επιλογής.