Ηλικία, επιθυμία, πραγματικότητα
Miranda July, «Στα τέσσερα», μτφρ.: Νατάσα Σιδέρη, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ. 464
Το μυθιστόρημα προσεγγίζει τη μέση ηλικία έξω από το σχήμα της τυπικής «κρίσης». Παρακολουθεί μια γυναίκα που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο φάσεις της ζωής της και προσπαθεί να κατανοήσει τις αλλαγές που συντελούνται μέσα της. Η συγγραφέας εστιάζει στη διαδικασία αυτής της μετάβασης, εξετάζοντας πώς επαναπροσδιορίζονται η επιθυμία, η αίσθηση της απώλειας και η ανάγκη για αυτογνωσία, στοιχεία που συνυπάρχουν και διαμορφώνουν τη νέα της εμπειρία.
Η αφηγήτρια, μια διάσημη καλλιτέχνιδα 45 χρονών, ανακοινώνει με σχεδόν κωμική απλότητα ότι θα ταξιδέψει από Λος Άντζελες προς Νέα Υόρκη και με ένα σημείωμα τριών γραμμών αφήνει τον σύζυγο και το παιδί της για να πάρει μια διαφορετική διαδρομή, ωθούμενη από κάτι που μοιάζει με αυθορμητισμό και κάτι που είναι βαθιά εσωτερική ανάγκη.
Ακόμη και η αρχική ιδέα της φυγής ως αναζήτησης του εαυτού της, αποδεικνύεται παραπλανητική. Η ηρωίδα δεν απομακρύνεται πραγματικά από τη ζωή της, αλλά καταλήγει σε ένα μοτέλ κοντά στο σπίτι της, όπου ξεκινά μια σχέση που λειτουργεί ταυτόχρονα σε ερωτικό, πνευματικό και υπαρξιακό επίπεδο. Ο ίδιος ο τίτλος, Στα τέσσερα λειτουργεί ως λογοπαίγνιο για τον τρόπο με τον οποίο η ηρωίδα αναδιπλώνεται, «ξαναμαθαίνει» το σώμα της και την ελευθερία της ενώ ταυτόχρονα δείχνει και μια στάση που θυμίζει ζωώδη εγρήγορση.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του μυθιστορήματος είναι η απερίφραστη, σχεδόν σωματική γραφή του σεξ και της επιθυμίας ως μέσου αναγνωστικής εμπειρίας που απευθύνεται τόσο στο σώμα όσο και στο συναίσθημα του αναγνώστη. Εδώ η σεξουαλικότητα παρουσιάζεται ως εμπειρία του σώματος και όχι ως αφηγηματικό μοτίβο. Υπάρχει η παράδοση του σώματος, οι στιγμές του σώματος που δεν είναι πάντα εύηχες, πάντα όμορφες, πάντα «ερωτικές» με την τυπική έννοια, είναι όμως προσωπικές, φορτισμένες, αληθινές στην εμπειρία τους.
Το ύφος του βιβλίου είναι άμεσο και χωρίς ωραιοποιήσεις. Η αφήγηση δεν περιορίζεται στην περιγραφή της ηρωίδας, αλλά θέτει υπό εξέταση τις καθιερωμένες αντιλήψεις γύρω από το σεξ, τη μεσήλικη ζωή και την επιθυμία. Καθιστά ορατές τις στιγμές όπου η ηρωίδα νιώθει το σώμα της ως κάτι άλλο από εργαλείο τεκνοποίησης ή κοινωνικής επίδειξης.
Η γραφή της July κινείται σε μια περιοχή καθημερινού παράλογου, χωρίς να χρησιμοποιεί αφηρημένα σχήματα παρά μόνο την αίσθηση που προκύπτει από τη βιωμένη εμπειρία. Η αφήγηση παρακολουθεί τη διαρκή εσωτερική ταλάντευση της ηρωίδας ανάμεσα στη φυγή και την παραμονή, στην ανάγκη για αυτογνωσία και στη δυσκολία αποκοπής από το κοινωνικό πλαίσιο που τη συγκροτεί. Αυτές οι αντικρουόμενες κινήσεις συνυπάρχουν και καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τόσο τον εαυτό της όσο και τη θέση της μέσα στη ζωή που έχει ήδη διαμορφώσει.
Σ’ αυτό το παιχνίδι με την πραγματικότητα, όπου το «σοβαρό» και το «κωμικό» είναι αλληλένδετα, αναδεικνύεται μια εσωτερική ρήξη και η ανασύνθεση της ίδιας της υποκειμενικότητας. Η αφήγηση υπονομεύει την ιδέα ότι η αλλαγή συντελείται με ένα ταξίδι γεωγραφικό. Αντιθέτως, η μετατόπιση που προτείνεται εδώ είναι ψυχική, σωματική και εμπειρική. Κάθε σελίδα φαίνεται να λέει: αυτό που αλλάζει είναι το πώς βλέπεις τον εαυτό σου όταν δεν περιμένεις να σε κοιτάξουν. Σε αντίθεση με πολλά μυθιστορήματα που αντιμετωπίζουν την ωριμότητα ως απώλεια, η July την βλέπει, είναι η αλήθεια δίχως καμιά ρομαντική απόκλιση, ως δυναμικό πεδίο επαναπροσδιορισμού.
Η ηρωίδα παρατηρεί και επανερμηνεύει την ίδια της την επιθυμία, ως βούληση και ταυτόχρονα ως ενεργή εμπειρία που τη φέρνει πιο κοντά στον εαυτό της. Το βιβλίο δείχνει ότι η επιθυμία δεν εξασθενεί αναγκαστικά με την ηλικία· και ότι αυτό που συχνά περιορίζεται είναι η κοινωνική αναγνώρισή της. Η ανάκτησή της παρουσιάζεται ως μια διαδικασία προσωπική, αλλά και ευρύτερα σημαίνουσα, που αφορά τον τρόπο με τον οποίο το άτομο επανατοποθετείται μέσα στον κόσμο.
Το χιούμορ της συγγραφέως στηρίζεται στην παρατήρηση της κοινωνικής ακαμψίας και στις αντιφάσεις της εσωτερικής ζωής. Η αφήγηση συνδυάζει ειρωνεία, αυτοπαρατήρηση και συναισθηματική ένταση με ρυθμό που παραπέμπει σε κινηματογραφική γραφή, στοιχείο που λειτουργεί υπέρ της αμεσότητας του κειμένου. Το ύφος είναι προκλητικό, στοχαστικό και ευαίσθητο, συγκροτώντας μια φωνή που ξεχωρίζει στο πεδίο της σύγχρονης αμερικανικής πεζογραφίας.
Το Στα τέσσερα επιχειρεί να κινηθεί πέρα από τα καθιερωμένα πλαίσια του ρομαντικού μυθιστορήματος, της αυτοβιογραφικής εξομολόγησης ή του λογοτεχνικού φεμινισμού. Σε πρώτη ανάγνωση, μπορεί να εκληφθεί ως μια ιστορία επιθυμίας και προσωπικής αφύπνισης, με έντονη έμφαση στο βίωμα. Ωστόσο, η αφήγηση δείχνει να στοχεύει σε κάτι ευρύτερο: στη χαρτογράφηση της σύγχρονης εμπειρίας του εαυτού, των σχέσεων, της σεξουαλικότητας και της ηλικίας, χωρίς να προσφέρει έτοιμες ερμηνείες ή σαφή συμπεράσματα.
Το μυθιστόρημα διατηρεί μια σταθερή ένταση που καλεί τον αναγνώστη σε προσεκτική ανάγνωση και προσωπική στάθμιση, περισσότερο ως πεδίο προβληματισμού παρά ως κείμενο που επιδιώκει να επιβεβαιώσει εκ των προτέρων τη σημασία του.
Ο Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης είναι συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας
