Αννίτα Π. Παναρέτου, Ο Μιχάλης Ακύλας και οι οκτώ πρώτοι, «Το φως τ’ αρπάζει όποιος μπορεί», Πρόλογος-Επίλογος Χάγκεν Φλάισερ, εκδ. Εστία, σελ. 304
Ο Μιχάλης Ακύλας έμεινε για δεκαετίες έξω από τον κεντρικό αφηγηματικό κορμό της ελληνικής μνήμης. Έμεινε έξω επειδή η μεταπολεμική Ελλάδα, και ιδιαίτερα ο χώρος της Αριστεράς που ανέλαβε σε μεγάλο βαθμό τη διαχείριση της μνήμης της Κατοχής, προτίμησε μορφές που μπορούσαν να ενταχθούν ομαλά σε πολιτικά σχήματα, σε επετειακές αφηγήσεις, σε ένα σύστημα ηρώων με σαφείς ρόλους και καθαρές ιδεολογικές γραμμές. Όσοι δεν ταίριαζαν σε αυτό το σχήμα, όσοι δεν μετατρέπονταν σε βολικά σύμβολα, έμειναν στο περιθώριο, όπως ο Ακύλας και πολύ άλλοι.
Το βιβλίο της Αννίτας Π. Παναρέτου επιχειρεί να καλύψει αυτό το κενό με συνεπή και ενδελεχή ιστορική έρευνα και τεκμηρίωση, πέρα από ηρωικές κατασκευασμένες μυθοπλασίες, με επίμονη επιστροφή στις πηγές, με προσεκτική ανάλυση των κενών, με διαρκή επίγνωση ότι η ιστορία της Κατοχής είναι ένα ασυνεχές αφήγημα, ένα πεδίο θραυσμάτων. Ο Ακύλας αναδύεται μέσα από φωτογραφίες, υπηρεσιακά έγγραφα, λογοτεχνικά κείμενα, μαρτυρίες που γράφτηκαν χρόνια αργότερα, αναφορές που συχνά δεν συμφωνούν μεταξύ τους. Η συγγραφέας αφήνει όλα αυτά τα στοιχεία να συνυπάρχουν δείχνοντας πώς συγκροτείται μια ιστορική έρευνα όταν το υλικό είναι άνισο και αποσπασματικό.
Η ίδια η έρευνα γίνεται μέρος της αφήγησης. Ο αναγνώστης παρακολουθεί τη διαδρομή της αναζήτησης, τις καθυστερήσεις, τις αποτυχίες, τις τυχαίες ανακαλύψεις, τη σημασία μικρών λεπτομερειών που αποκτούν βάρος μόνο όταν ενταχθούν στο σωστό πλαίσιο. Το βιβλίο δείχνει πώς λειτουργεί η ιστορική καταγραφή όταν δεν υπάρχει έτοιμος φάκελος, όταν τα αρχεία ανοίγουν αργά, όταν η δημόσια μνήμη έχει ήδη επιλέξει τι θα κρατήσει και τι θα αφήσει να ξεθωριάσει...
Η Κατοχή παρουσιάζεται ως καθημερινή εμπειρία φόβου, ελέγχου και αβεβαιότητας. Η εκτέλεση του Ακύλα είναι μέρος ενός συστήματος κατοχικής βίας που βασιζόταν στον παραδειγματισμό και στην αδυναμία άμεσης πληροφόρησης. Οι ειδήσεις καθυστερούσαν, οι πληροφορίες αλλοιώνονταν, η λογοκρισία παρήγαγε κενά. Μετά την Απελευθέρωση, αυτά τα κενά δεν καλύφθηκαν. Η χώρα μπήκε γρήγορα σε μια νέα σύγκρουση, με άλλες προτεραιότητες και άλλες υπαρξιακές ανάγκες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η χρήση της λογοτεχνίας ως ιστορικού υλικού. Ο Ακύλας εμφανίζεται σε ποιήματα, σε αφηγήσεις, σε έμμεσες μνήμες, σε ένα πολύτιμο αρχειακό υλικό που αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος συνεχίζει να υπάρχει μέσα από τη γραφή των άλλων, πώς η μνήμη του διασώζεται σε αρχεία όπως και σε αισθητικές καταγραφές.
Ο Μιχάλης Ακύλας επιστρέφει μέσα από αυτή την έρευνα ως μορφή σύνθετη που απέχει από συστηματικές ευκολίες και έτοιμα σχήματα. Και μαζί του επιστρέφει ένα ερώτημα που αφορά συνολικά τον τρόπο με τον οποίο οργανώθηκε η συλλογική μνήμη στην Ελλάδα: ποιοι αναδείχθηκαν, ποιοι έμειναν στο περιθώριο και ποια κριτήρια καθόρισαν αυτές τις επιλογές. Σε αυτό το πλαίσιο, το βιβλίο της Παναρέτου μας προσφέρει τη δυνατότητα και μας ωθεί να ξανασκεφτούμε τη σχέση ιστορίας, μνήμης και πολιτικής χωρίς τις κομματικές επεμβάσεις των έτοιμων απαντήσεων και των συνθηματολογικών ετυμηγοριών.
Αυτός είναι ένας από τους λόγος για τον οποίο το βιβλίο αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στις μέρες μας. Εκτός από την αποκατάσταση ενός προσώπου, είναι μια ισχυρή υπόμνηση ότι η ιστορία γίνεται φτωχότερη κάθε φορά που περιορίζεται σε ό,τι εξυπηρετεί την ιδεολογική ακαμψία και πλουσιότερη κάθε φορά που αντέχει την πολυπλοκότητα.
* Ο Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης είναι συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας
