Προτάσεις για όσα διαβάζονται σήμερα
Το βλέμμα στο ράφι

Προτάσεις για όσα διαβάζονται σήμερα

Η πειθαρχία της φθοράς

Jenny Erpenbeck, Σκύβαλα, μετάφραση: Αλέξανδρος Κυπριώτης, Εκδόσεις Καστανιώτη, 160 σελ.

Η συλλογή Σκύβαλα της Jenny Erpenbeck διαβάζεται καλύτερα αν την προσεγγίσει κανείς σαν μια ενιαία άσκηση πειθαρχίας πάνω στη φθορά. Η Erpenbeck σε αυτή τη συλλογή διηγημάτων επικεντρώνει το ενδιαφέρον της πάνω στα κατάλοιπα της ζωής, δηλαδή σε σχέσεις που έχουν ήδη υποχωρήσει, σε οικογενειακούς δεσμούς που επιβιώνουν περισσότερο ως βάρος παρά ως στήριγμα, σε μνήμες που δεν προσφέρονται για συμφιλίωση. Έτσι μοιάζει σαν να έχει αποφασίσει εκ των πρότερων τι θέλει να αφαιρέσει και όχι τι θέλει να προσθέσει.

Το ενδιαφέρον της αποστρέφεται από την εξέλιξη των γεγονότων και εστιάζει στη στιγμή όπου αυτά έχουν ήδη κατασταλάξει και επιβιώνουν μόνο ως αποτύπωμα. Αυτή η επιλογή χαρίζει στη συλλογή συνοχή, αυστηρό ρυθμό και μια καθαρότητα. Τα πρόσωπα μένουν ανερμήνευτα δίχως να ψυχογραφούνται με αναλυτικούς όρους και απλά κινούνται μέσα σε έναν κόσμο όπου η φθορά του χρόνου είναι ήδη ορατή.

Η αφήγηση παρατηρεί, καταγράφει και στέκεται σε λεπτομέρειες που παρακάμπτουν την συγκίνηση κι αυτή η λογοτεχνική ματιά αποτελεί και το όριο της συλλογής. Σε ορισμένα σημεία, η συγγραφική συνείδηση είναι τόσο παρούσα ώστε προηγείται των χαρακτήρων της. Οι ήρωες λειτουργούν περισσότερο ως φορείς μιας εμπειρίας παρά ως απρόβλεπτες αφηγηματικές υπάρξεις. Ο αναγνώστης αισθάνεται ότι το νόημα έχει ήδη αποφασιστεί πριν το πρόσωπο προλάβει να αποκτήσει πλήρη αφηγηματική αυτονομία.

Η επαναφορά των ίδιων θεματικών αξόνων -απώλεια, μνήμη, οικογενειακή αποσύνθεση, χρόνος που διαβρώνει αθόρυβα- ενισχύει την αίσθηση ενιαίου έργου, αλλά μειώνει τη αυτοτέλεια ορισμένων διηγημάτων. Η συλλογή κερδίζει ως σύνολο και λιγότερο ως σειρά αυτόνομων εμπειριών. Η σχέση της γραφής με την Ιστορία και το κοινωνικό πλαίσιο παραμένει υπόγεια. Η Erpenbeck ενδιαφέρεται για το αποτύπωμα και λιγότερο για την ανάλυση, για το πώς η Ιστορία περνά

μέσα από τα σώματα και τις οικογενειακές μνήμες χωρίς να κατονομάζεται. Αυτό προσδίδει στα κείμενα διαχρονικότητα, αλλά ταυτόχρονα τα κρατά σε μια ζώνη εσωστρέφειας, μακριά από την ανοιχτή σύγκρουση με το συλλογικό. Η Ιστορία λειτουργεί ως βάρος και όχι ως πεδίο ερμηνείας. Λειτουργεί ως εμπειρία που έχει ήδη εγκατασταθεί στη ζωή των προσώπων και καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο κινούνται, θυμούνται, σωπαίνουν.

Αν κανείς επιμείνει λίγο περισσότερο στο εσωτερικό της συλλογής, γίνεται σαφές ότι τα Σκύβαλα ελάχιστα ενδιαφέρονται για τη δραματουργία της αποκάλυψης. Αντίθετα εστιάζουν στη διάρκεια της συνύπαρξης με ό,τι έχει ήδη παγιωθεί. Οι ιστορίες παραμένουν μέσα σε μια ζώνη παρατήρησης, όπου το νόημα συσσωρεύεται χωρίς να εκφέρεται.

Η Erpenbeck γράφει σαν να έχει αποδεχθεί ότι η ανθρώπινη εμπειρία δεν καταλήγει σε συμπεράσματα. Κάθε διήγημα προσθέτει ένα ακόμη στρώμα φθοράς, χωρίς η συγγραφέας να επιχειρεί να το εξηγήσει ή να το νομιμοποιήσει. Σε αυτό το επίπεδο, η γλώσσα λειτουργεί ως εργαλείο μέτρησης παρά ως μέσο έκφρασης. Οι προτάσεις είναι λιτές και κινούνται με έναν ρυθμό που θυμίζει περισσότερο καταγραφή παρά αφήγηση. Η συγγραφέας εμπιστεύεται τη δύναμη της ακρίβειας περισσότερο από τη δύναμη της συναισθηματικής φόρτισης. Έτσι, τα κείμενα λειτουργούν εκ των υστέρων ενεργοποιώντας τη μνήμη του αναγνώστη με καθυστέρηση.

Τα πρόσωπα των διηγημάτων υπάρχουν μέσα σε συνθήκες που τα υπερβαίνουν, χωρίς να συγκρούονται ανοιχτά μαζί τους. Η ζωή παρουσιάζεται ως κάτι που συμβαίνει παρά την βούληση του ατόμου, και όχι ως πεδίο διαρκούς δράσης. Αυτή η στάση απομακρύνει το βιβλίο από κάθε μορφή ψυχοκεντρικής ανάλυσης και το φέρνει πιο κοντά σε μια σχεδόν υλική αντίληψη της ύπαρξης, όπου οι άνθρωποι, όπως και τα αντικείμενα, φθείρονται, μετακινούνται, εγκαταλείπονται.

Τελικά, τα Σκύβαλα επιμένουν στη λιγότερο θεαματική πλευρά της λογοτεχνίας: στη φθορά που μένει ανεξήγητη, στην αδικαίωτη μνήμη, στη ζωή που συνεχίζεται χωρίς αφηγηματική λύτρωση. Η αξία τους βρίσκεται στη συνέπεια με την οποία υπηρετούν αυτή τη σιωπηλή, αυστηρή θεώρηση του ανθρώπινου χρόνου.

*Ο Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης είναι συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας