Ισίδωρος Ζουργός, Χάλκινα κατώφλια, Εκδ. Πατάκη, 482 σελ
Ένα βιβλίο-κατώφλι με την κυριολεκτική και τη μεταφορική σημασία, ένα πέρασμα από τον ομηρικό μύθο στην ανθρώπινη εμπειρία, από το κλέος στη φθορά, από την επική βεβαιότητα στην υπαρξιακή αμφιβολία. Ένα μυθιστόρημα που επιχειρεί να μετακινήσει ελαφρώς από τη θέση τους την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, προκειμένου να φανεί τι κρυβόταν μέχρι τώρα πίσω από το φως τους.
Ο Ζουργός εγκαταλείπει συνειδητά τον ασφαλή χώρο της αναγνωρίσιμης ιστορικής αφήγησης και δουλεύει με τον μύθο ως ελεύθερο υλικό. Παρακάμπτει την ιερότητα του κειμένου και επικεντρώνεται στο πεδίο της ερμηνείας του. Το βλέμμα του στρέφεται στους δούλους, στους περιθωριακούς, στους ανθρώπους που υπήρξαν παρόντες στα γεγονότα αλλά απόντες από τη μνήμη. Στη μετατόπιση του κέντρου βάρους από τους φορείς της εξουσίας σε εκείνους που τη βιώνουν, εντοπίζεται και η πολιτική, με την ευρεία έννοια, χειρονομία του βιβλίου.
Ο ήρωας παρουσιάζεται από τις πρώτες κιόλας σελίδες ως μια προβληματική και δυνητικά επικίνδυνη παρουσία για το περιβάλλον του. Η ιδιαιτερότητά του ερμηνεύεται ως κατάρα, ως απειλή για τη συλλογική τάξη, και τον καθιστά ευάλωτο στον αποκλεισμό και στην εξόντωση. Ο Ζουργός αποσυνδέει ρητά αυτή την ιδιαιτερότητα από κάθε μεταφυσική ή ψυχολογική διάσταση. Σε έναν κόσμο όπου η συλλογική δεισιδαιμονία λειτουργεί ως μηχανισμός κοινωνικής πειθαρχίας, η διαφορετικότητα γίνεται επικίνδυνη.
Η διαδρομή του ήρωα από τις όχθες του Αξιού στην Τροία, κι από εκεί στο στρατόπεδο των Αχαιών, χαράσσει έναν άξονα μετακινήσεων που υπερβαίνει τα στενά όρια του ομηρικού πολέμου. Ο Λύκαστος (όνομα που του αποδίδεται αργότερα, όχι τυχαία) εγγράφεται στη ζώνη του ορίου, ανάμεσα σε πολιτισμούς, θεότητες και μορφές εξουσίας. Δεν ανήκει πλήρως πουθενά, και ακριβώς γι’ αυτό βλέπει καθαρότερα. Η θέση του δίπλα στον Οδυσσέα, ως δούλου και συμβούλου, του προσφέρει εγγύτητα στο κέντρο των αποφάσεων χωρίς ποτέ να του επιτρέπει ταύτιση με αυτό.
Εδώ ο Ζουργός πετυχαίνει κάτι ουσιώδες, αποσυνδέοντας τη γνώση από την εξουσία. Ο Λύκαστος παρατηρεί, γνωρίζει, κατανοεί και μένει σιωπηλός. Η εγγύτητά του στους «ευκλεείς» τον εκθέτει σε κινδύνους. Και αυτή ακριβώς η έκθεση είναι που διαβρώνει τον επικό μύθο από μέσα. Η μεγαλοπρέπεια του έπους διυλίζεται μέσα από την εμπειρία του δούλου, μια οπτική ανατριχιαστικά ξένη προς τον κόσμο του έπους, όπου η αξία ταυτίζεται με τη βία και το κλέος.
Ο πόλεμος στα Χάλκινα κατώφλια λειτουργεί συγκρουσιακά προς τα έπη και το έθος της εποχής. Αντί για πεδίο ηρωισμού, παρουσιάζεται ως συνθήκη καθολικής φθοράς. Σώματα, έρωτες, πίστεις και πολιτισμοί συνθλίβονται στον ίδιο μηχανισμό. Ο Λύκαστος, όσο περνά από το χέρι του, αρνείται να μετατραπεί σε φορέα βίας. Η στάση του είναι επίμονα αντιηρωική και πεισματικά αρνητική να παραδοθεί πλήρως στη λογική της κτηνωδίας. Έτσι, το πολεμικό έπος υπερβαίνεται εκ των έσω και μετασχηματίζεται σε αντιπολεμικό μυθιστόρημα μέσω της συστηματικής αποσάθρωσης κάθε αφηγηματικού άλλοθι της βίας.
Τα Χάλκινα κατώφλια στέκονται απέναντι και ταυτόχρονα δίπλα στον Ομηρικό κόσμο, χωρίς να αμφισβητούν το έπος ως πολιτισμικό επίτευγμα ούτε να το αντιμετωπίζουν αναδρομικά ως ένοχο. Εξ άλλου πρόκειται για έναν κόσμο που συνέβαλε καθοριστικά στη γέννηση ενός πολιτισμού διαρκούς αμφιβολίας, αμφισβήτησης και αυτογνωσίας. Αυτό που επιχειρεί να επισημάνει ο συγγραφέας, είναι η αντιστροφή της καθιερωμένης ερμηνείας: ότι η εμπειρία του πολέμου δεν παράγει μόνο μορφή και νόημα, αλλά και απώλεια, εξάντληση και συντριβή της ανθρώπινης εμπειρίας.
Η μετάβαση από το πολεμικό έπος στο αντιπολεμικό μυθιστόρημα επιτυγχάνεται ως ιστορική συνέχεια, ως στιγμή όπου ένας ώριμος πολιτισμός μπορεί να κοιτάξει το ιδρυτικό του κείμενο χωρίς να το αποδομήσει, αλλά χωρίς και να το επαναλάβει αναγνωρίζοντας ότι η σύγκρουση ανήκει στη φύση του ανθρώπου, ενώ η ειρήνη παραμένει πάντοτε μια εύθραυστη, επίμονη προσδοκία.
