Το 2026, η ρωσική οικονομία βρίσκεται σε ένα σημείο καμπής. Κάποιοι αναλυτές την χαρακτηρίζουν ως ζώνη στασιμότητας και κάποιοι άλλοι, ως ζώνη αργής αποσύνθεσης. Σε ένα όμως συμφωνούν από κοινού. Ότι η εικόνα της ανθεκτικότητας που προωθούσε το Κρεμλίνο τα προηγούμενα έτη, έχει αρχίσει να ραγίζει κάτω από το βάρος του κόστους του παρατεταμένου πολέμου, της πτώσης των εσόδων από τις εξαγωγές υδρογονανθράκων και των δομικών προβλημάτων της ρωσικής οικονομίας.
Η ρωσική οικονομία, μετά από μια τεχνητή άνθηση το 2024 λόγω των αυξημένων δαπανών της πολεμικής βιομηχανίας, το 2025 αναπτύχθηκε κατά μόλις 0,8%. Η «στρατιωτική οικονομική πολιτική» που εφαρμόζει η Μόσχα αυξάνει το ΑΕΠ μέσω της παραγωγής τανκς και πυραύλων, αλλά αυτός ο πλούτος δεν επιστρέφει ούτε στην πραγματική οικονομία, ούτε στην κοινωνία.
Είναι μια παραγωγή χωρίς αξία χρήσης για την οικονομία, αφού ένας πύραυλος που εκτοξεύεται είναι ένα «κεφάλαιο» που καταστρέφεται οριστικά, χωρίς να παράγει μελλοντικά έσοδα και κέρδη. Για το 2026, οι προβλέψεις είναι ακόμα πιο δυσοίωνες, με την ανάπτυξη να κινείται οριακά πάνω από το μηδέν. Η οικονομία λειτουργεί πλέον στα όριά της, με τον πληθωρισμό να παραμένει ο αόρατος εχθρός της ρωσικής κοινωνίας, καθώς κινείται σε ετήσια βάση με 6,45%.
Η Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας προχώρησε στην έκτη διαδοχική μείωση του βασικού επιτοκίου, στο 15,5%, ώστε να προσφέρει μια ανάσα στην ανάπτυξη με την ελπίδα ότι ο πληθωρισμός θα υποχωρήσει στο 4,5% έως το τέλος του έτους. Ένας στόχος που στα μάτια των αναλυτών μοιάζει ουτοπικός.
Τα έσοδα από τις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου, που παραδοσιακά αποτελούν τον βασικό αιμοδότη του ρωσικού κράτους, κατέγραψαν μείωση της τάξης του 24% το 2025. Και τον Ιανουάριο του 2026, τα ενεργειακά έσοδα περιορίστηκαν στα 393 δισ. ρούβλια που αντιστοιχούν σε $5,1 δισ., το χαμηλότερο επίπεδο από την εποχή της πανδημίας το 2020.
Η πτώση οφείλεται στην υποχώρηση της τιμής του ρωσικού αργού πετρελαίου Urals στα $36 με $40 το βαρέλι, στον περιορισμό των εξαγωγών προς την Ινδία και στο αυξημένο κόστος μεταφοράς και ασφάλισης των σκιώδους στόλου που μεταφέρει παράνομα το ρωσικό πετρέλαιο. Σχετικό άρθρο: «Η Ρωσία ξεπουλάει όσο - όσο το πετρέλαιό της στην Κίνα»
Εικόνα αποσύνθεσης δείχνει το ρωσικό εθνικό ταμείο πλούτου, το οποίο υφίσταται μια ιστορικά δραματική συρρίκνωση. Έτσι τα $113 δισ. σε ρευστά διαθέσιμα του Ιανουαρίου του 2022, έχουν υποχωρήσει στα $52 δισ. τον Ιανουάριο του 2026. Οι οικονομικοί αναλυτές προειδοποιούν ότι αν η τιμή του πετρελαίου Urals παραμείνει σε αυτά τα χαμηλά επίπεδα, το ταμείο ενδέχεται να εξαντληθεί μέσα στο 2026.
Βέβαια, τα συνολικά αποθεματικά της Ρωσίας ανέρχονται σε περίπου $750 δισ. αν συμπεριληφθούν και οι ποσότητες του «παγωμένου χρυσού» και των κινεζικών γιουάν. Αλλά η πρόσβαση σε πραγματικά ρευστό συνάλλαγμα είναι ήδη εξαιρετικά περιορισμένη.
Ταυτόχρονα το κόστος του πολέμου στην Ουκρανία σύμφωνα με έκθεση της γερμανικής υπηρεσίας πληροφοριών BND, αγγίζει το 10% του ρωσικού ΑΕΠ ή το 50% του συνολικού κρατικού προϋπολογισμού. Σε απόλυτους αριθμούς, το άμεσο κόστος του πολέμου από εξοπλισμούς, μισθούς και αποζημιώσεις έχει υπερβεί τα $450-500 δισ. από την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία.
Μέσα σε αυτό το ζοφερό οικονομικό σκηνικό δεν είναι μικρός ο αριθμός των hedge funds που «σορτάρουν» ρωσικά περιουσιακά στοιχεία, στοιχηματίζοντας όχι μόνο στην επιδείνωση της ρωσικής οικονομίας, αλλά και στο ενδεχόμενο της μη εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους της.
Έτσι τα hedge funds μέσω προθεσμιακών συμβολαίων (futures και options), NFD (Non Deliverable Forwards) αλλά εξωχρηματιστηριακών παραγώγων OTC, ποντάρουν στην περαιτέρω υποτίμηση του ρουβλίου έναντι του αμερικανικού δολαρίου, στο συναλλαγματικό δίδυμο USD/RUB. Μέσα στο τελευταίο δωδεκάμηνο το ρούβλι έχει υποχωρήσει κατά 16% έναντι του δολαρίου.
Παράλληλα μέσω των γνωστών σε όλους μας, από την προ δεκαπενταετίας οικονομική περιπέτεια της χώρας μας, CDSs (Credit Default Swaps / ασφάλιστρα κινδύνου) επενδύουν στην αδυναμία της Ρωσίας να αποπληρώσει τα τοκοχρεολύσια του εξωτερικού δανεισμού της. Για παράδειγμα, το CDS 5 ετών (Russia 5Y CDS) διαπραγματεύεται κοντά στις 13.775 bps (μονάδες βάσης), από 2.000 bps που ήταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, με απόδοση της τάξης του +588%.
Παρ’ όλο που απαγορεύεται σε ξένους επενδυτές να λαμβάνουν θέσεις στο Χρηματιστήριο της Μόσχας, τα funds σορτάρουν τον δείκτη ΜΟΕΧ, μετοχές όπως της Rosneft, της Novatek και της Lukoil, μέσω CFDs (Contracts for Difference) καθώς και εταιρικά ομολογιακά δάνεια μέσω χρηματιστηριακών πλατφορμών που έχουν έδρα στην Τουρκία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Με αυτόν τον τρόπο επενδύουν στην πτώση των ρωσικών μετοχών, χωρίς να χρειάζεται να ανοίξουν τραπεζικό και χρηματιστηριακό λογαριασμό στη Ρωσία και χωρίς να αναλαμβάνουν τον συστημικό κίνδυνο συμμετοχής σε ένα διεθνώς απομονωμένο Χρηματιστήριο.
Αν μάλιστα συνυπολογίσουμε ότι η χρήση των CFDs συνοδεύεται από ισχυρές μοχλεύσεις, δηλαδή πολλαπλασιαστές των κεφαλαίων που έχουν επενδυθεί, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι πολλαπλασιάζεται αντίστοιχα τόσο η δύναμη των πωλητών, όσο και τα κέρδη τους. Για παράδειγμα, η πτώση της μετοχής της Rosneft κατά -32% μέσα στο τελευταίο δωδεκάμηνο, μπορεί να αποφέρει στα hedge funds, κέρδη της τάξης του +160% και 320% και σε ακραίες περιπτώσεις ακόμα και του 750%.
