Πόσο πολλή μόδα μπορεί να καταναλώσει κανείς;
Shutterstock
Shutterstock

Πόσο πολλή μόδα μπορεί να καταναλώσει κανείς;

Η μόδα σήμερα μοιάζει με αδιάκοπη ροή εικόνων, σχεδόν πανομοιότυπων εικόνων. Η υπερπαραγωγή έχει δημιουργήσει μια παράδοξη ομοιομορφία. Τα ρούχα αλλάζουν χρώμα, μήκος, λεπτομέρεια, αλλά μοιάζουν τόσο πολύ μεταξύ τους. Το ίδιο οversized σακάκι, το ίδιο slip φόρεμα, το ίδιο «ήσυχο» παλτό σε ελαφρώς διαφορετική απόχρωση. Η παγκοσμιοποίηση των brands και η ταχύτητα της εικόνας οδηγούν σε μια αισθητική συγχώνευση. Από το Μιλάνο έως την Αθήνα, οι βιτρίνες αφηγούνται παρόμοιες ιστορίες. 

Δεν είναι μια άποψη στον «αέρα». Το ομολογούν και ανησυχούν γι’ αυτό δυο «μεγάλα μυαλά» της μόδας. Η 77χρονη Μιούτσια Πράντα και ο 58χρονος Ραφ Σίμονς, οι οποίοι έχουν αφιερώσει τον επαγγελματικό τους βίο στην υψηλή ραπτική και έχουν αλλάξει τον τρόπο, με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ηλικία, την ομορφιά, το εκλεπτυσμένο ντύσιμο. Οι δυο τους συνδιαμορφώνουν τη δημιουργική ταυτότητα του οίκου Prada, ο οποίος ιδρύθηκε το 1913 στο Μιλάνο, από τον παππού της Μιούτσια, Μάριο Πράντα. 

Η βιομηχανία της υψηλής ραπτικής, οδηγός της μόδας, άντεξε την πανδημία και τις διαδοχικές αναταράξεις. Σε μια περίοδο αβεβαιότητας και αποσταθεροποίησης, η υψηλή ραπτική δεν λειτούργησε μόνο ως βιομηχανία πολυτελείας, αλλά ως πολιτισμικός μηχανισμός νοηματοδότησης και επέζησε κατευθύνοντας αισθητικά και το prêt-a-porter. 

Το τοπίο αλλάζει. Ο Τζιόρτζιο Αρμάνι και ο Βαλεντίνο Γκαραβάνι έφυγαν, σχετικά πρόσφατα, από τη ζωή και ο οίκος Versace μπήκε από τον περασμένο Δεκέμβριο κάτω από την ομπρέλα του ομίλου Πράντα, αντί του ποσού του 1,4 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Μερικά από τα ισχυρότερα brands στον κόσμο καθοδηγούνται σήμερα από μια νέα γενιά σχεδιαστών που τώρα αρχίζει να βρίσκει τον βηματισμό της. Και όμως, οκτώ φορές τον χρόνο η Μιούτσια Πράντα και ο Ραφ Σίμονς προσπαθούν να δώσουν νόημα στη μόδα που μπορεί να είναι ταυτόχρονα εξόφθαλμα επιφανειακή και βαθιά ουσιαστική. 

Οι οίκοι μόδας δεν είναι ρομαντικά ατελιέ αποκομμένα από την πραγματικότητα, είναι ισχυρές βιομηχανίες με μετόχους, εργαζόμενους, εργοστάσια, αλυσίδες εφοδιασμού. Οφείλουν να επιβιώσουν και επιβίωση σημαίνει πωλήσεις. Η δημιουργικότητα συνυπάρχει με τους ισολογισμούς. Πίσω από κάθε πασαρέλα υπάρχει μια στρατηγική. Αρώματα, τσάντες, sneakers, κοσμήματα, capsule συλλογές, συνεργασίες. Το όραμα του σχεδιαστή μεταφράζεται σε προϊόν. Και το προϊόν πρέπει να βρει αγοραστή. Η μόδα δεν είναι μόνο τέχνη-είναι και εμπόρευμα.

«Ο κόσμος της μόδας επικρίνεται επειδή όλα μοιάζουν ίδια» λέει η Μιούτσια Πράντα στο «The Cut», «κάνει κάποιος κάτι καινούριο και μέσα σε δύο μήνες όλοι παρουσιάζουν το ίδιο. Όλοι προσπαθούν απεγνωσμένα να πουλήσουν, γιατί οι εταιρείες είναι μεγάλες και η ευθύνη απέναντι στους εργαζομένους τους είναι τεράστια». 

Ο Ραφ Σίμονς συμφωνεί. «Η δημιουργικότητα, γενικότερα, έχει μετατραπεί σε μεγάλη επιχείρηση. Οφείλουμε να το παραδεχτούμε. Και οι μεγάλες επιχειρήσεις δεν συμβαδίζουν πάντα τόσο εύκολα με τις ιδέες. Όταν μεγάλωνα, ήθελα να είμαι διαφορετικός. Σήμερα όλοι θέλουν να είναι ίδιοι, κι έτσι διαμορφώνεται μια ομαδική συμπεριφορά που πιστεύω ότι δεν είναι η φύση της πραγματικής μόδας».

Ωστόσο, εδώ βρίσκεται και το δίλημμα. Πώς ισορροπεί κανείς ανάμεσα στη δημιουργική ταυτότητα και στην εμπορική ανάγκη; Όταν όλοι πρέπει να πουλήσουν, υπάρχει ο κίνδυνος της ομοιομορφίας, του «ασφαλούς» σχεδίου που δεν ρισκάρει.

Η Πράντα είναι απογοητευμένη, δεν είναι και η καλύτερη στιγμή να είσαι δημιουργικός. «Πρέπει να αποφασίσεις πού θέλεις να σταθείς. Έτσι, εγώ αποφάσισα να ακολουθήσω τις αρχές μου και ό,τι γίνει, ας γίνει. Η πολυπλοκότητα έχει αξία. Προσπαθείς να μην είσαι κοινότοπος, αλλά ταυτόχρονα επιδιώκεις να είσαι άμεσος και απλός. Όμως σε ποιο σημείο το απλό μετατρέπεται σε απλοϊκό και σε εύκολο;».

Η υπερκατανάλωση δεν είναι μόνο ζήτημα αισθητικής, είναι και ψυχολογικό ζήτημα. Αυτό το περίφημο «ψωνίζω, άρα υπάρχω» με το οποίο γίνεται προσπάθεια να συμπληρωθούν κενά. Η διαρκής αίσθηση ότι «κάτι καινούριο χρειάζομαι» καλλιεργεί μια ανικανοποίητη επιθυμία. Η ντουλάπα γεμίζει, το προσωπικό ύφος αδειάζει μαζί με το πορτοφόλι και ρούχα ξεχνιούνται και κρέμονται με τα καρτελάκια στις ντουλάπες. Και το μάτι, που βαριέται εύκολα, δεν χορταίνει ποτέ.

Ένας από τους λόγους που η βιομηχανία της μόδας έχει γίνει αυτό που είναι σήμερα, εξηγεί ο βελγικής καταγωγής, σχεδιαστής Ράφ Σίμονς, είναι ότι θέλει να ευχαριστήσει τους πάντες και παράγει υπερβολικά πολλά. Πάρα πολλή μόδα. Πάρα πολλά προϊόντα. Πάρα πολλές παρουσιάσεις. Πάρα πολλές κυκλοφορίες. Ο κίνδυνος είναι η μόδα να πάψει να είναι επιθυμητή. Είναι στη φύση του ανθρώπου, σε ό,τι έχεις εύκολη πρόσβαση, παύεις να το ποθείς. Ό,τι προσφέρεται απλόχερα και αδιάκοπα χάνει τη γοητεία του.

Υπάρχει και κάτι ακόμα. Μπροστά στο φόβο τη ατομικότητας οι άνθρωποι επιλέγουν τη «στολή». Ο τρόπος που ντύνεται κάποιος είναι αντανάκλαση του τρόπου που σκέφτεται. 

«Αγαπώ το «μαζί». Αγαπώ την κοινότητα. Αγαπώ την οικογένεια. Αγαπώ τους φίλους», λέει ο Σίμονς, «Όμως η ατομικότητα και η ατομική έκφραση; Αν οι άνθρωποι φοβούνται να εκφράσουν τη μοναδικότητά τους- μέσα από τα λόγια τους, μέσα από τον τρόπο που ντύνονται ή όπως αλλιώς -τότε αυτό είναι…».

Απογοητευτικό. 

Αλλά, η Μιούτσια Πράντα αισθάνεται πιο ευτυχισμένη, επειδή διαπιστώνει πως η μόδα παραμένει σημαντική για τους ανθρώπους. Η σημασία της μόδας έχει νόημα μόνο όταν όλα πηγαίνουν καλά. Γιατί αν έχεις κάποιον δικό σου άνθρωπο στο νοσοκομείο, κάποιος είναι βαριά άρρωστος ή πεθαίνει, τότε η μόδα παύει να έχει σημασία-ποιος νοιάζεται για τη μόδα; 

«Η μόδα ανήκει στις καλές στιγμές της ζωής».

Ακόμα και όταν δηλώνουμε ότι δεν μας ενδιαφέρει η μόδα, έχουμε κάνει ήδη μια επιλογή ένδυσης. Κι αυτή η επιλογή λέει κάτι. Ίσως το ερώτημα δεν είναι «πόση μόδα», αλλά «ποια μόδα». Λιγότερα κομμάτια με ουσία και διάρκεια, ρούχα που δεν κραυγάζουν, δίχως τεράστια λόγκο, ρούχα που αφηγούνται τη δική μας ιστορία, όχι εκείνη ενός αλγόριθμου. Η αληθινή κομψότητα επιμένει σιωπηλά, πέρα από σεζόν και hashtags. Σε ένα κόσμο υπερπληθώρας η πράξη της επιλεκτικότητας γίνεται σχεδόν επαναστατική. Και ίσως εκεί, στην άρνηση της υπερβολής, να κρύβεται η πιο σύγχρονη μορφή στιλ.