8ος χρόνος, ημέρα 2438η
Τρίτη, 5 Ιουλίου 2022

Ο εφιάλτης της νύχτας

Ο εφιάλτης της νύχτας

Ανθρώπινος και πολυπρισματικός ο συγγραφέας, με εφιαλτικούς μονόλογους, έντονη ανατρεπτική δράση, ψυχολογία βάθους, αναμετράται με τα μεγάλα ζητήματα της ύπαρξης και αναφέρεται εν εκτάσει και σε βάθος, στον βιασμό των γυναικών. Θύτες και θύματα, σε μεγεθυντικό φακό. Ο εχθρός ενίοτε βρίσκεται δίπλα μας.

Βαγγέλης Γιαννίσης «Ίνκουμπουκ», εκδ. Διόπτρα, σελ. 400

Ο επιθεωρητής Άντερς Οικονομίδης γεννήθηκε στο τρένο από το Έρεμπο προς τη Στοκχόλμη, όπου και τον συνάντησε ο συγγραφέας του Βαγγέλης Γιαννίσης, οποίος μοίραζε τη ζωή του μεταξύ Ελλάδας, Σουηδίας και ΗΠΑ, τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας κι από τότε έγιναν αχώριστοι: έτσι γράφτηκαν «Το μίσος», «Το κάστρο», «Η σκιά» «Αμαρόκ» και «Ο χορός των νεκρών». Στη «Γυναίκα του Ίνσταλ» και στο «Λεωφόρος Αλεξάνδρας 173» δεν συνεργάστηκαν, ο συγγραφέας βάδισε μόνος, αλλά φέτος στον «Ίνκουμπουκ» ο επιθεωρητής Άντερς Οικονομίδης επιστρέφει, σε υποθέσεις που θα του βάλουν δύσκολα την ίδια εποχή που του βάζει δύσκολα και η ίδια η ζωή.

Στο καινούργιο του αστυνομικό μυθιστόρημα ο Βαγγέλης Γιαννίδης, επικαλούμενος την βαθιά σκιά του Ίκουμπους, - ο συγγραφέας αρέσκεται στα μυθικά στοιχειά, τέρατα, στις παλιές ιστορίες -, προσπαθεί να βρει άκρη σε μια σειρά από βιασμούς. Μέσα στη νύχτα, με τον βιαστή να φορά μπαλακλάβα και χρησιμοποιώντας κόμπο-χειροπέδη, να υπόσχεται ότι θα τα πούνε ξανά.

Ο εραστής του ονείρου, για την ακρίβεια ο δαίμονας του εφιάλτη, «Ίνκουμπους (λατ. incubus, πληθυντικός incubi), συνήθως γνωστός μαζί με την θηλυκή του έκφανση, σούκουμπους, είναι αρσενικός δαίμονας που επισκέπτεται τις γυναίκες ενόσω κοιμούνται και προχωρεί σε σεξουαλική επαφή μαζί τους.

Σύμφωνα με το σύγγραμμα Malleus Maleficarum του 1486, ο ίνκουμπους χρησιμοποιεί το σπέρμα των ανδρών που απομύζησαν οι σούκουμπους από τους άνδρες που σαγήνευσαν, για να αφήσει εγκύους τις γυναίκες που αποπλανεί αυτός. Έτσι εξηγούνταν οι γεννήσεις παιδιών - δαιμόνων, καθώς υπήρχε η αντίληψη ότι οι δαίμονες δεν μπορούσαν να αναπαραχθούν. Ο μάγος Μέρλιν, κατά το θρύλο, ήταν παιδί ενός ίνκουμπους και μιας πριγκίπισσας.»

Ωστόσο, έστω κι έτσι, με τις μυθολογικές προεκτάσεις του, ο συγγραφέας θέτει επί τάπητος το μεγάλο ζήτημα του βιασμού. Εξετάζοντας από κάθε άποψη, ψυχολογική, κοινωνική, την ψυχοσύνθεση του θύματος και του βιαστή:

«Αυτό το άτομο δεν ενδιαφέρεται για το πρόσωπο ή την ηλικία των θυμάτων του. Δεν ενδιαφέρεται για το ποιες είμαστε. Μας βλέπει σαν πράγματα, σαν άψυχα αντικείμενα. Πιθανότητα, δεν τον ενδιαφέρει ούτε το σεξ ως πράξη. Το μόνο που θέλει είναι να μας ταπεινώσει, να μας κάνει να νοιώσουμε άσχημα με τον εαυτό μας, ώστε να νοιώσει εκείνος καλά με τον δικό του. Να νιώσει δυνατός. Και τα καταφέρνει. Διάβασα στο διαδίκτυο ότι πολλές που βρέθηκαν στη θέση μας αναφέρονται στον εαυτό τους ως επιζήσαντες. Εγώ δεν νοιώθω ότι επέζησα. Πέρασα σχεδόν τρεις μήνες έχοντας χάσει κάθε αγάπη για τη ζωή και κάθε ίχνος αυτοεκτίμησης.»

Τους επιτίθεται εν ύπνω και τις καταπλακώνει σα μόρα. Ο άγνωστος μασκοφόρος, όμως, και μετά τον βιασμό, συνεχίζει να τις βασανίζει, γράφει γράμματα, υπόσχεται να ξαναγυρίσει, τηλεφωνεί ξανά και ξανά.

Έτσι, όταν μια νεαρή φοιτήτρια, η Λινέα Μολίνς, καταγγέλλει στην αστυνομία τον βιασμό της μέσα στο ίδιο της το σπίτι από έναν άγνωστο μασκοφόρο, στον επικεφαλής του Τμήματος Εγκλημάτων της αστυνομικής διεύθυνσης του Έρεμπρο Άντερς Οικονομίδη δημιουργείται αμέσως κακό προαίσθημα: οι προσεκτικές κινήσεις του δράστη και ο χειρουργικός τρόπος με τον οποίο έφερε εις πέρας την επίθεση μαρτυρούν προσχεδιασμό και εμπειρία.

Και δυο ημέρες αργότερα, η διεθνούς φήμης σεφ Κάισα Έκεμπλαντ διαβάζοντας έντρομη στις εφημερίδες την είδηση του βιασμού της Λινέα, θα επιβεβαιώσει τους φόβους του. Σημαντική παρεκτροπή, βέβαια, ότι ο δαίμονας της νύχτας, έχει βιάσει και τους δυο, την Κάισα και τον σύζυγό της.

Στην πορεία, και σε έναν ευρύ γεωγραφικό χάρτη της περιοχής, ανατρέχοντας στα αρχεία, ο επιθεωρητής Άντερς, η επιθεωρήτρια Άριελ Ριβέρα και ο αρχιφύλακας Σεμπάστιαν Χολμ, θα διαπιστώσουν και άλλον, κι άλλον βιασμό.

Την ίδια εποχή που ένα παιδί στο πάρκο βρίσκει ένα μάτι κι αργότερα μέσα από μια λίμνη ανασύρουν τα κομμάτια αγνώστου ανδρός.

Ο Βαγγέλης Γιαννίσης, μεταφραστής ήδη πολλών αστυνομικών βιβλίων, αλλά και δημιουργός αστυνομικών θρίλερ που διαθέτουν μαεστρία, εμπειρία και τον απαραίτητο κοσμοπολιτισμό, στήνει ένα πολυκεντρικό άκρως ενδιαφέρον νουάρ μυθιστόρημα, θέτοντας τον τύπον των ήλων σε μια μεγάλη πληγή των ημερών: αυτή της γυναικείας κακοποίησης.

Ανθρώπινος και πολυπρισματικός ο επιθεωρητής Άντερς αγγίζει τις ζωές και τις ψυχές των θυτών και των θυμάτων, ζώντας ταυτοχρόνως και τον προσωπικό του Γολγοθά. Αποδεικνύοντας ότι οι πληγές του παρελθόντος έχουν εφ’ όρου ζωής διάρκεια, με ρεαλισμό αλλά και ποίηση ταυτόχρονα, αποκαλύπτει ότι όλα συνδέονται σαν φράκταλ και ότι ο μέγας άγνωστος είναι ακριβώς ο διπλανός.

Ατμοσφαιρικές περιγραφές, ποιητικοί, εφιαλτικοί μονόλογοι, αναμέτρηση με τα μεγάλα ζητήματα της ζωής, αρρώστια, έρωτα, θάνατο, ξεδιπλώνει μια πολυσχιδή ιστορία διατηρώντας αμείωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον μέχρι την τελευταία στιγμή.

Με μεγάλες δόσεις Ελλάδας, ο Βαγγέλης Γιαννίσης ωστόσο γνωρίζει καλά την Σουηδική κοινωνία και τους δικούς της δαίμονες και, όσον αφορά το αστυνομικό μυθιστόρημα, για μια ακόμα φορά, αποδεικνύει πως ξέρει να παίζει σωστά.

Στο «Ίνκουμπους» είσαι αυτό που λέει ο τίτλος, είσαι ο αναγνώστης – επισκέπτης στο φονικό πάρτι ενός διαταραγμένου δαίμονα που τρέφεται από τον πανικό και τις φοβίες των θυμάτων του, ενός φουλαρισμένου με βάναυσες ενορμήσεις κακοποιητή, του οποίου η δράση θα σου προσφέρει μια ευκρινέστατη ματιά γύρω από το πώς καλλιεργείται και εκτονώνεται στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες η τόσο επίκαιρη στις μέρες μας σεξουαλική βία κατά των γυναικών.

Και τι πρέπει να κάνεις για να μην παρασυρθείς στο διάβα του; Να μπεις σε ανεξερεύνητα δωμάτια, να λύσεις γρίφους, να εξετάσεις το μυστήριο μέσα από διαφορετικά πρίσματα προκειμένου να ξεκλειδώσεις τους κώδικες ενός από τα πιο παρανοϊκά μυαλά που έχει κληθεί να αντιμετωπίσει στην έως τώρα σταδιοδρομία του ο σειριακός πρωταγωνιστής του Βαγγέλη Γιαννίση, αρχιεπιθεωρητής του Τμήματος Εγκλημάτων του Έρεμπρο, Άντερς Οικονομίδης.

Η νεαρή φοιτήτρια Λινέα Μόλινς βρίσκει το σθένος να καταγγείλει στην αστυνομία το περιστατικό του βιασμού της. Το πώς ένας άγνωστος καμουφλαρισμένος με μπαλακλάβα την ξύπνησε μέσα στο ίδιο της το σπίτι, την έδεσε πισθάγκωνα και τη βίασε κρατώντας ερμητικά κλειστό το στόμα της με το γαντοφορεμένο του χέρι, προτού την αφήσει έρμαιο των τραυμάτων της με την υπόσχεση «θα επιστρέψω». Το αστυνομικό δελτίο που κάνει το γύρο των ειδησεογραφικών μέσων κάνει μια ακόμη γυναίκα να ανακαλέσει τη φρίκη που βίωσε νωρίτερα στα χέρια του δικού της εισβολέα. Η Κάισα Έκεμπλαντ, τοπική σελέμπριτι σεφ και κάτοχος του μοναδικού εστιατορίου με αστέρι Μισελέν στο Έρεμπρο, έχει επίσης βιαστεί στο διαμέρισμά της από μαυροντυμένο δράστη με κουκούλα και λευκή μάσκα, ο οποίος επικοινώνησε αργότερα μαζί της. Το συμβάν διαδραματίστηκε τρεις μήνες πριν, είναι οι ομοιότητες ανάμεσα στα δύο δράματα και στη μεθοδολογία του βιαστή ωστόσο τα στοιχεία εκείνα που εξωθούν την Κάισα να αποκαλύψει το μυστικό της στον Άντερς Οικονομίδη και την ομάδα των ερευνητών του.

«Έχει βιάσει και σκοτώσει στο παρελθόν», αναλογίζεται ο Οικονομίδης. Και κάνει πλέον αποστολή του το να αποκαλύψει το μέγεθος της ζημιάς που έχει προκαλέσει ο δράστης και να τον ξεσκεπάσει, προτού τα χνάρια του απρόβλεπτου Ίνκουμπους χαθούν στο σκοτάδι. Ό,τι ακολουθεί είναι η ιχνηλάτηση μιας γραμμής αίματος που ξεκινά από το 1989 και φτάνει έως τις μέρες μας, μαζί και ένα καταπληκτικό ταξίδι στις καθηλωτικότερες σελίδες αγωνίας που θα διαβάσετε φέτος.

Ο Άντερς Οικονομίδης του «Ίνκουμπους» ωριμάζει όμορφα. Καταβεβλημένος από τις χημειοθεραπείες της συζύγου του, αντιμαχόμενος διαρκώς τον εθισμό του στο τσιγάρο και με το «Stayin’ Alive» των Bee Gees στο ringtone του κινητού του να υπενθυμίζει με φλεγματικό χιούμορ τη ριψοκίνδυνη φύση της δουλειάς του, είναι για μια ακόμη

Εξίσου όμορφα ωριμάζει και ο δημιουργός του, Βαγγέλης Γιαννίσης, ο οποίος από το «Μίσος» του 2014, καθώς και τα μπεστ σέλερ που ακολούθησαν, («Ο χορός των νεκρών», «Το κάστρο», «Η σκιά», «Η γυναίκα του Ίσνταλ», «Αμαρόκ»), αλλά και το αυτόνομο true crime «Λεωφόρος Αλεξάνδρας 173», δεν έχει να πάψει να καταθέτει αστυνομική λογοτεχνία που ρουφιέται ως το μεδούλι, με ολοένα καλύτερο τρόπο, ζωηρότερους χαρακτήρες, βαθύτερους κοινωνικούς προβληματισμούς και πλοκή που υπόσχεται να γεμίσει τις ώρες της σχόλης σου με απερίσπαστο και απολαυστικό διάβασμα.