Ο διασυρμός της γυναίκας που πήγε στη συναυλία των Coldplay και την τσάκωσε η kiss cam

Ο διασυρμός της γυναίκας που πήγε στη συναυλία των Coldplay και την τσάκωσε η kiss cam

Το Jumbotron, αυτή η μαρτυριάρα γιγαντοοθόνη, συνέλαβε την Κριστίν Κάμποτ αγκαλιά με το αφεντικό της στη συναυλία των Coldplay στις 15 Ιουλίου. Και οι δύο με συζύγους και παιδιά. Και η εικόνα έγινε viral, έκανε τον γύρο του κόσμου. Εκείνος αποτραβήχτηκε ακαριαία. Χαμόγελα ντροπής και αμηχανίας και από τους δύο. Μόνο στο TikTok οι θεάσεις του βίντεο ξεπέρασαν τα εκατό εκατομμύρια μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα. Η Κάμποτ έπρεπε να διαχειριστεί μια τεράστια κρίση και να φροντίσει τους ανθρώπους, τους οποίους ένιωσε ότι πλήγωσε. Προτεραιότητα της ήταν τα παιδιά της, μετά η δουλειά της στην Astronomer, αλλά και ο δεύτερος σύζυγος της, Άντριου Κάμποτ, με τον οποίο βρισκόταν σε διάσταση και τακτοποιούσαν τις λεπτομέρειες του διαζυγίου τους.

Αυτό που σοκάρει είναι η ευκολία της αποκάλυψης, του ξεμπροστιάσματος, όπως και ότι το βάρος του «εξευτελισμού» και του doxxing πλάκωσε σα βράχος την Κάμποτ. Και ο Άντριου Μπάιρον, ο παραιτηθείς CEO της Astronomer, άκουσε τα εξ αμάξης αλλά εκείνη ήταν το θύμα της μανίας του όχλου των κοινωνικών δικτύων. Από την άλλη, το να απαθανατίζεις μια προσωπική στιγμή συνιστά για πολλούς παραβίαση της ιδιωτικότητας. Πιθανόν οι άνω των πενήντα ετών, με «εξωσχολικές δραστηριότητες», δεν έχουν συνειδητοποιήσει τη δύναμη των καμερών, σηκώνεις ένα κινητό και τσουπ.

Η 53χρονη Κάμποτ, η οποία αν και παρέμεινε αρχικά στην εταιρία που δούλευε, παραιτήθηκε το περασμένο καλοκαίρι «συναινετικά». Στην αρχή πίστευε ότι η σιωπή είναι χρυσός, αλλά τελικά δεν ήταν. Και μίλησε πρόσφατα στους New York Times, όπως και νωρίτερα στη Νew York Post για την «προσωπική της καταστροφή». Η δήλωση της είναι πανομοιότυπη, μιας και προσέλαβε επαγγελματία για τη διαχείριση του τσουνάμι που τη χτύπησε.

«Πήρα μια κακή απόφαση, ήπια μερικά High Noons, χόρεψα και συμπεριφέρθηκα ακατάλληλα με το αφεντικό μου. Και δεν είναι αμελητέο. Ανέλαβα την ευθύνη και θυσίασα την καριέρα μου γι’ αυτό. Αυτό ήταν το τίμημα που επέλεξα να πληρώσω Θέλω τα παιδιά μου να ξέρουν ότι μπορείς να κάνεις λάθη και μπορεί πράγματι να τα κάνεις θάλασσα. Αλλά δεν χρειάζεται να δέχεσαι απειλές θανάτου γι’ αυτά».

Οι γάμοι είναι περίπλοκοι, όπως και οι χωρισμοί. Και ποιος μπορεί πραγματικά να εντοπίσει με ακρίβεια τη στιγμή που αρχίζει ή τελειώνει ένας έρωτας; Αν δύο άνθρωποι στον ίδιο επαγγελματικό χώρο έλκονται και τρέφουν εκτίμηση ο ένας για τον άλλον, σε ποιο ακριβώς σημείο οφείλουν να γνωστοποιήσουν τη σχέση τους προς τα πάνω στην ιεραρχία; Ακόμη κι αν δύο άτομα, που συναινούν, εμπλέκονται σε κάτι «παράνομο», κρυφό ή δυνητικά ικανό να πληγώσει άλλους, οφείλουν να σύρονται στη διεθνή δημόσια σφαίρα σαν να άξιζαν τον διασυρμό και τον δημόσιο βασανισμό;

Στα διαδικτυακά σχόλια την έχουν αποκαλέσει πόρνη, ότι διαλύει οικογένειες, ότι είναι χρυσοθήρας, η γκόμενα του αφεντικού - οι συνηθισμένες ταμπέλες που χρησιμοποιούνται για να ντροπιάσουν τις γυναίκες. Η εμφάνισή της έχει αναλυθεί διεξοδικά, συγκεκριμένα μέρη του σώματός της έχουν αξιολογηθεί και κρίθηκαν ανεπαρκώς όμορφα. Μερικοί από τους πιο διάσημους ανθρώπους στον κόσμο, όπως η Γούπι Γκόλντμπεργκ και η Γκουίνεθ Πάλτροου, έχουν χρησιμοποιήσει τον εξευτελισμό της ως υλικό. 

Καθηγητής του Γέιλ είπε, πάνω-κάτω στο ABC ότι καλά να πάθουν διότι νόμιζαν ότι θα τη γλιτώσουν, επειδή ο ένας ήταν CEO και η άλλη μεγαλοστέλεχος της διεύθυνσης προσωπικού. Ιδιαίτερα επώδυνη ήταν η σιωπή των φίλων και συναδέλφων της. Εκείνη ήταν δακτυλοδεικτούμενη και απομονωμένη.

Η Κάμποτ άρχισε να σκέφτεται το ερώτημα που βρισκόταν στον πυρήνα όλων αυτών: Γιατί το βίντεο εξαπλώθηκε με τέτοια μανιασμένη ένταση;

Η Μπρουκ Ντάφι, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο Cornell, της οποίας η έρευνα επικεντρώνεται στην κουλτούρα του διαδικτύου, συνέκρινε στους ΝΥΤ την εμπειρία της Κάμποτ με την παράδοση του κουτσομπολιού γύρω από τις διασημότητες. 

Σκάνδαλα απιστίας και αποτυχημένες πλαστικές επεμβάσεις «μας παγιδεύουν στο να αναλύουμε τις γυναίκες» με τρόπους που λειτουργούν ως υποκατάστατα για μεγαλύτερες διαμάχες-και θυμό- σχετικά με τα προνόμια και τις ανισότητες, και σχετικά με το τι επιτρέπεται σε μια γυναίκα να κάνει. 

Αυτό που συνέβη στην Κάμποτ θύμισε επίσης στη Ντάφι το κυνήγι των μαγισσών. Και ο Μπάιρον κυνηγήθηκε επίσης από παπαράτσι και κατασπαράχτηκε στα σχόλια, αλλά πού έπεσε τελικά η κριτική; 

«Έπεσε πάνω στη γυναίκα».

Ίσως το πραγματικό ερώτημα δεν είναι τι επιτρέπεται να κάνει μια γυναίκα, αλλά γιατί κάποιοι συνεχίζουν να πιστεύουν ότι έχουν το δικαίωμα να το καθορίζουν.