7ος χρόνος, ημέρα 2226η
Κυριακή, 5 Δεκεμβρίου 2021

Μια αποκαλυπτική συνέντευξη του ζωγράφου Διαμαντή Διαμαντόπουλου στον Λευτέρη Παπαδόπουλο

Μια αποκαλυπτική συνέντευξη του ζωγράφου Διαμαντή Διαμαντόπουλου στον Λευτέρη Παπαδόπουλο

Επιμέλεια Γιώργος Μυλωνάς

Ανυπεράσπιστος, ανίκανος για συμβιβασμούς κάθε λογής, ο Διαμαντής Διαμαντόπουλος (1914-1995) είναι από τα μεγάλα αινίγματα της νεότερης καλλιτεχνικής ζωής του τόπου. Έζησε δίπλα μας αποτραβηγμένος, μα το έργο που άφησε έπρεπε να κατέχει περίοπτη θέση μέσα στην ευρωπαϊκή ζωγραφική.

Η περίπτωσή του απασχόλησε από τη διδακτορική του διατριβή τον Καθηγητή Μάνο Στεφανίδη, ο οποίος παρέχει σήμερα μία βελτιωμένη, παλιότερη μελέτη για τον Διαμαντόπουλο και την γενικότερη αισθητική της γενιάς του '30. Στο πόνημά του μεταφέρει μία εξομολογητική συνέντευξη του ζωγράφου στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, η οποία δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Τα Νέα», το Μάιο του 1978. Εκεί, ο τσακισμένος δημιουργός καταγράφει την αγωνία του για να περισώσει την ακεραιότητά του, αρετή που την πλήρωσε πολύ ακριβά.

ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ: Είμαι εδώ κύριε Διαμαντόπουλε όχι τόσο σαν δημοσιογράφος, όσο σαν άνθρωπος, που αισθάνεται υποχρέωση να υπερασπισθεί έναν άλλο άνθρωπο που βάναυσα αδικήθηκε. Γι? αυτό έχω ένα είδος πικρίας, καθώς σκέφτομαι ότι πέρασα από πολλά εμπόδια, εμπόδια που βάλατε εσείς, μέχρις ότου φτάσουμε σε τούτη τη συνομιλία.

ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ: Έχω δοκιμαστεί τόσο πολύ, αδίκως, από το 1949 κι εδώ, αλλά και πιο πριν, ώστε, ειλικρινώς μιλώ, απεχθάνομαι τη δημοσιότητα που έχει διαστρέψει τελείως τα πράγματα. Και αν τώρα αποφασίζω να βγω λίγο στη δημοσιότητα, το κάνω γιατί φοβάμαι ότι στο τέλος, θα χαθεί όλο το έργο μου. Ένα άλλο πράγμα που θέλω να πω είναι ότι δεν διεκδικώ τίποτε απ? αυτά που έχουν απολαύσει οι σύγχρονοί μου Έλληνες ζωγράφοι. Έγραψε η Ακρόπολη, έγραψε ο Μαμάκης, όπως έγραψε τώρα στα 1978 ο Ελεύθερος Κόσμος, με αφορμή την αναδρομική έκθεσή μου στην Εθνική Πινακοθήκη.

ΠΑΠ: Τι έγραψε ο Μαμάκης;

ΔΙΑΜ: Με παρέστησε σαν απατεώνα σχετικά με κάποια σκηνογραφία στη Λαϊκή Σκηνή του Καρόλου Κουν το 1934.

ΠΑΠ: Είπατε ότι έχετε δοκιμαστεί πολύ, ιδίως από το 1949 κι εδώ. Και ξέρω ότι από τότε ως το 1975, είκοσι έξι ολόκληρα χρόνια, εξαφανιστήκατε από το προσκήνιο. Θα ήθελα να μου πείτε τους λόγους γι? αυτή την εξαφάνιση. Κύριε Διαμαντόπουλε, ας τα πούμε όλα, τώρα: Τι άλλο έγινε εναντίον σας, το 1949, εκτός από αυτή την ιστορία με τα σκηνικά;

ΔΙΑΜ: Το 1949 έκανα μία έκθεση στο «Ρόμβο» με εκατόν ένα έργα ζωγραφικής, γλυπτικής και κεραμικά. Τότε μου έγινε μία τρομερή, μια ανήθικη επίθεση, όπως μου ?λεγε κάποτε και η κόρη του Παρθένη για τον πόλεμο που κήρυξαν στον πατέρα της. Γράψανε ότι είχα επηρεαστεί από έναν άλλο ζωγράφο κι έβαλα ψεύτικες χρονολογίες στα έργα μου για να αποδείξω ότι δεν έχω επηρεαστεί! Έγιναν πάρα πολλά, κύριε! Φτάσανε στο σημείο να πούνε ότι είχα αλλάξει τις χρονολογίες των έργων μου. Δηλαδή με κατηγόρησαν, ότι είχα επηρεασθεί από έναν άλλο ζωγράφο κι έβαλα ψεύτικες χρονολογίες στα έργα μου, για να αποδείξω ότι δεν έχω επηρεασθεί!


ΠΑΠ: Ποιοι σας τα έκαναν αυτά, κύριε Διαμαντόπουλε;

ΔΙΑΜ: Δε θέλω να σας πω… Γράψτε «το κατεστημένο εκείνης της εποχής». Σε τελευταία όμως ανάλυση η εκδίωξή μου από το 1949 ως το 1974, οφείλεται, στο γεγονός, ότι, κατά την περίοδο αυτή, όσοι είχαν συμμετάσχει ειλικρινά στην αντίσταση επί Κατοχής, βρίσκονταν σε μειονεκτική κοινωνική θέση κι είναι αδύνατο να βρουν το δίκιο τους.

ΠΑΠ: Σύμφωνοι. Κι αυτά τα 26 χρόνια, που είχατε εξαφανιστεί, τίποτα δεν ειπώθηκε, τίποτα δεν γράφτηκε για σας;

ΔΙΑΜ: Σχεδόν τίποτα… Η Βακαλό, μόνο, το 1965, έγραψε κάτι για μένα στα ΝΕΑ, ο Φασιανός, επίσης στα ΝΕΑ την ίδια χρονιά και ο Κώστας Νίτσος στο Θέατρο το 1974.

ΠΑΠ: Για όλους τους άλλους δεν υπήρχατε; Και πώς ζήσατε όλ? αυτά τα χρόνια;

ΔΙΑΜ: Με τον μισθό μου. Ήμουνα δάσκαλος στα Τεχνικά. Ζούσα με ένα χιλιάρικο το μήνα!

ΠΑΠ: Αυτά τα 26 χρόνια, δεν ήρθε κανείς από τους ζωγράφους, κυρίως, να σας πει μία κουβέντα;

ΔΙΑΜ: Κανείς δεν ήρθε. Μόνο ο Μίλτος ο Σαχτούρης, ο ποιητής.

ΠΑΠ: Αναρωτιέμαι τούτο: εφόσον δεν είχατε χρήματα και περνούσατε δύσκολα, γιατί δεν πουλούσατε πίνακές σας;

ΔΙΑΜ: Έχω πουλήσει μερικά έργα μου, πολύ παλιά. Ένα στην Ήβη Καβαλλιεράτου, 300 δρχ., μου φαίνεται. Στην Κατοχή, επίσης, πούλησα ένα έργο μου στον Εμπειρίκο, και μου ?δωσε ένα παλιό παντελόνι, ένα ζευγάρι παλιά παπούτσια και μισή οκά μακαρόνια. Ο Μαυροΐδης αγόρασε ένα έργο μου, το 1969, για 3.000 δρχ. Τέλος, άφησα τέσσερα έργα στον Μπαχαριάν, της «Ώρας», γα να τα πουλήσει και να βγάλει τα έξοδά του, γιατί έκανε πολλά έξοδα, στην έκθεση που μου οργάνωσε το 1975. Α, ναι… Και ο Κουτσίνας αγόρασε ένα μεγάλο έργο μου, το Γαλάζιο Πουκάμισο, γα 500 δρχ., και άλλα σε μικρότερες τιμές.

ΠΑΠ: Τώρα γιατί δεν πουλάτε πίνακές σας; Ξέρω ότι στην αγορά υπάρχει μεγάλη δίψα για Διαμαντόπουλο, και τα έργα σας είναι πολύ ακριβά.

ΔΙΑΜ: Δεν θέλω, κύριε! Ξέρετε όταν ένα άνθρωπος νοιώσει από ένα πράγμα μεγάλο πόνο, μεγάλη προσβολή, συνδέει αυτή την προσβολή με τις εκθέσεις, τις πωλήσεις, όλ? αυτά. Εμένα, με προσέβαλαν πολύ. Έτσι, σιχάθηκα και τις εκθέσεις και τις πωλήσεις. Τη ζωγραφική, βέβαια, δεν τη σιχάθηκα. Και γι? αυτό ζωγράφιζα πάντα – και μετά την προσβολή.

ΠΑΠ: Μιλάτε για την επίθεση του κατεστημένου που άρχισε το 1949;

ΔΙΑΜ: Ναι. Μόνο που δεν άρχισε το 1949, αλλά πολύ πιο πριν. Ξέρετε, αυτοί οι άνθρωποι εφαρμόζουν το εξής σύστημα: επειδή φοβούνται μήπως πεις τίποτε που θα τους βλάψει, σε χτυπάνε από πριν και σε εξουδετερώνουν. Έχουν, βέβαια, και τον αντιδραστικό Τύπο με το μέρος τους και τα καταφέρνουν. Εμένα πάντως με ενοχλεί και να με αντιπαραθέτουν ακόμα με αυτούς τους ανθρώπους, έστω σαν διδάξαντα και επηρεάσαντα.

ΠΑΠ: Κύριε Διαμαντόπουλε, ξέρω ότι στη διάρκεια της δικτατορίας, ενώ δεν είχατε δεκάρα, ενώ πεινούσατε, σας πρότειναν να σας κάνουν έκθεση και να σας δώσουν και το βραβείο του ενός εκατομμυρίου. Τι ακριβώς συνέβη μ? αυτή την ιστορία;

ΔΙΑΜ: Μου προτάθηκε αυτό το πράγμα από ένα πολύ φιλικό μου πρόσωπο. Μου πρότειναν, επίσης, μια έκθεση στην Ουάσινγκτον, στην οποία θα παρίσταντο και οι πρεσβευτές κ.λπ. Εκεί, στην Ουάσιγκτον, θα έδινα και διαλέξεις. Αρνήθηκα, όμως, και το εκατομμύριο κι όλα τα άλλα. Και τώρα, που ακούω να μου μιλάτε γι? αυτά τα πράγματα, μου σηκώνεται η τρίχα…

ΠΑΠ: Ας μιλήσουμε, αν θέλετε, για ζωγραφική. Και επειδή εγώ δεν είμαι ειδικός, θα ?θελα να μου πείτε, είναι αλήθεια ότι εσείς κάνατε κυβιστικά έργα πριν απ? όλους τους Έλληνες ζωγράφους και χωρίς να ?χετε ιδέα για τη δουλειά του Μπρακ και του Πικάσο;

ΔΙΑΜ: Προσέξτε. Είναι αλήθεια, ότι όταν άρχισα να κάνω κυβιστικά έργα στην Ελλάδα αυτά τα πράγματα δεν είχαν φτάσει ακόμα εδώ πέρα. Αργότερα άρχισαν να φτάνουν. Τέτοια έργα, έχω δημοσιεύσει στη Διάπλαση των Παίδων το 1929 και στην Πρωτοπορία το 1930.

Ένας που καταλαβαίνει και μπορεί να δει τα πράγματα ιστορικά, θα διαπιστώσει, ότι αυτά τα κυβιστικά έργα που έκανα εγώ, δεν μοιάζουν με κανενός κυβιστού του Παρισιού. Και, κατά ένα πολύ παράδοξο τρόπο, διάφορα σχέδια που έχω δημοσιεύσει στη Διάπλαση των Παίδων το 1929, έχουν σχέσεις, ως προς τη χρησιμοποίηση των καμπυλών, με μεταγενέστερες μορφές κυβισμού του Πικάσο. Φαντάζομαι, ότι αυτά τα έργα, τα δικά μου και τα ανάλογα του Πικάσο, έγιναν την ίδια εποχή.

ΠΑΠ: Δουλεύατε από παιδί;

ΔΙΑΜ: Βεβαίως. Πεινούσαμε σας λέω! Η χειρότερη δουλειά ήταν στο μαγαζί ενός συγγενούς μου, εμπόρου υφασμάτων, στην οδό Περικλέους. Όλο το καλοκαίρι, θυμάμαι, κουβάλαγα στον ώμο, τα τόπια το ύφασμα, απάνω ψηλά, ανεβαίνοντας μια στριφτή εσωτερική σκάλα. Και με συνεχή γκρίνια του αφεντικού. Έτσι τελείωσα το Γυμνάσιο.

ΠΑΠ: Με τη ζωγραφική πότε καταπιαστήκατε;

ΔΙΑΜ: Ζωγράφιζα από παιδί αλλά συγχρόνως με ενδιέφεραν τα Μαθηματικά, η Φυσική, η Φιλοσοφία. Επειδή, όμως, η ζωγραφική ήταν η βάση, αι τα άλλα δεν μπορούσα να τα παρακολουθήσω, δεν είχα τα μέσα για Πανεπιστήμια κ.λπ. τα άφησα. Ξέρετε, σκέφτομαι μαθηματικά. Έχω γράψει ένα βιβλίο που ξεκινάει βέβαια, από τη ζωγραφική αλλά φτάνει στη φυσική, στα μαθηματικά, στη βιολογία και τη φιλοσοφία. Για όλ? αυτά έχω πληροφορίες χωρίς να είμαι ειδικευμένος επιστήμονας.


ΠΑΠ: Και η Σχολή Καλών Τεχνών;

ΔΙΑΜ: Τελείωσα το Γυμνάσιο, για να πάρω ένα χαρτί να μπορέσω να δουλέψω σε μια δουλειά, όχι χειρωνακτική. Κι εκείνη την εποχή μου ?κανε εντύπωση η μητέρα μου, που βέβαια, δεν ήταν σε θέση να κρίνει, αν εγώ θα μπορούσα να κάνω κάτι στη ζωγραφική κι ωστόσο μου είπε: «Παιδί μου να πας εκεί». Και πήγα στη Σχολή Καλών Τεχνών. Δάσκαλό μου είχα τον Παρθένη ο οποίος ήξερε πάρα πολλά πράγματα. Δηλαδή για την Ελλάδα ήταν φαινόμενο. Μου φαίνεται όμως ότι σαν παιδαγωγός δεν ήταν καλός. Ζητούσε να κάνεις αυτό που ήθελε εκείνος. Σε πίεζε! Εγώ τσακωνόμουνα συνεχώς μαζί του κι όλο έλεγα να φύγω. Πάντως όμως νομίζω ότι έμαθα αρκετά πράγματα από τον Παρθένη.

ΠΑΠ: Δουλεύατε την εποχή των σπουδών σας;

ΔΙΑΜ: Πάντοτε δούλευα! Τότε έρχονταν ο Ζόναρ που είχε το ζαχαροπλαστείο και του ?κανα ετικέτες για πίπερμαν και σοκολατάκια, και είχε ενθουσιασθεί! Ύστερα, δούλεψα σε μια ετικετοποιία, την «Ανατολή», στην πλατεία Κλαυθμώνος. Έκανα και βαρύτερες δουλειές. Σκηνογραφίες. Αλλά εκτέλεση, που είναι χαμαλίκι. Θυμάμαι, ότι κουβαλούσα νερό από το υπόγειο του Δημαρχείου ως την ταράτσα του Δημοτικού Θεάτρου.

ΠΑΠ: Και η ζωγραφική;

ΔΙΑΜ: Παρά τις ταλαιπωρίες μου, ζωγράφιζα πάντοτε. Το 1937 πήγα στρατιώτης υπηρέτησα τέσσερα χρόνια και το 1942, έκανα άλλη μία έκθεση. Πρέπει να πω, ότι σαν στρατιώτης, ζωγράφισα πάρα πολλά πράγματα. Στο μεταξύ είχα διορισθεί δάσκαλος των Τεχνικών και υπηρέτησα στην επαρχία.

ΠΑΠ: Η πρώτη σας έκθεση, πότε έγινε; Και τι απήχηση είχε;

ΔΙΑΜ: Το 1931, στο «Άσυλο Τέχνης» του Βέλμου, στην οδό Νικοδήμου. Διαπραγματεύτηκα τότε με τον Στρατή Δούκα, που εκπροσωπούσε τη οικογένεια του Βέλμου, ο οποίος είχε πεθάνει. Μου λέει, λοιπόν, ο Δούκας: «Θα δώσεις 800 δρχ. και θα γίνει η έκθεση». «Αδύνατον!» του κάνω. «Που θα βρω αυτά τα χρήματα». «Θα πουλήσεις». «Κι αν δεν πουλήσω;» «Αν δεν πουλήσεις δεν θα δώσεις δραχμή!».

ΠΑΠ: Και τι έγινε;

ΔΙΑΜ: Στα εγκαίνια ήταν ερημιά μεγάλη. Είχε έρθει όμως ο Άγγελος Τερζάκης ο οποίος είπε: «Τα έργα είναι μοντέρνα αλλά και ρωμέικα». Δεν ξέρω, ωστόσο, αν αυτό το είπε συμβατικά ή από κατανόηση. Αργότερα ήρθε ο Πικιώνης, κι έφερε μαζί του έναν μηχανικό Μανωλάκη. Αυτός ο Μανωλάκης πήρε το ωραιότερο έργο μου, τα «Τετράδια», μου έδωσε 800 δρχ. κι έτσι, πλήρωσα την αίθουσα.

ΠΑΠ: Υπάρχουν τώρα τα «Τετράδια»;

ΔΙΑΜ: Όχι. Μου είπαν ότι χάθηκε αυτό το έργο.

ΠΑΠ: Και η απήχηση από την έκθεση

ΔΙΑΜ: Σε ορισμένους κύκλους, ήταν πολύ μεγάλη. Δηλαδή, στον Φώτο Γιοφύλλη, στον Πικιώνη, στον Γιόχαν Ρωμανό, στον Λουκόπουλο.

ΠΑΠ: Θα θέλατε να γυρίσουμε στη σημερινή εποχή; Και να μου πείτε, αίφνης, γιατί ο Γεφτουσένκο όπως έμαθα ενδιαφέρθηκε πολύ για τη δουλειά σας;

ΔΙΑΜ: Ο Γεφτουσένκο, είδε ένα έργο μου στην Πινακοθήκη του Δήμου Νικαίας. Μου ζήτησαν, αποκεί, ένα έργο και τους το χάρισα. Κατόπιν πήγε στην Εθνική Πινακοθήκη και είδε άλλα τρία έργα μου. Τώρα, γιατί ενδιαφέρθηκε, είναι θέμα που θα ?πρεπε να μας το πει ο ίδιος.

ΠΑΠ: Χαρίζετε συχνά πίνακές σας;

ΔΙΑΜ: Έχω χαρίσει πάρα πολλούς. Και το 1964, νομίζω, έχω δώσει ένα έργο για την Κύπρο.

ΠΑΠ: Θα επανέλθω σ? ένα προηγούμενο ερώτημά μου: Δεν πρόκειται να πουλήσετε έργα σας;

ΔΙΑΜ: Στην αρχή, θα πρέπει να πω, ότι δεν θέλω να νομίσει ο κόσμος ότι έφτασα, σαν ζωγράφος, εκεί που θέλω. Δεν έφτασα εκεί που θέλω! Αλλά τα έργα μου στο σημείο που έφτασα, θέλω να μείνουν. Διαπίστωσα, ότι όταν πουλιώνται τα έργα τέχνης, χάνονται. Γι? αυτό δεν πρόκειται να τα πουλήσω. Ύστερα είναι η αηδία, από την επαφή με πρόσωπα σαν κι αυτό που σας ανέφερα με το πενηντάρι. Και τέλος, είναι το γεγονός ότι δεν έχω ανάγκη από χρήματα! Συνήθισα να ζω έτσι… Στο μεταξύ, η σύνταξή μου, έχει γίνει σήμερα 9.000 δρχ. Για μένα οι 9.000 δρχ. είναι πολλά λεφτά.

ΠΑΠ: Και τα έργα σας, αφού δεν θα τα πουλήσετε, τι θα τα κάνετε;

ΔΙΑΜ: Θα ήθελα να εκτεθούν έξω αυτά τα έργα. Σε μεγάλα κέντρα. Γίνεται μία προσπάθεια για μία έκθεση μεγάλη στο εξωτερικό. Γιατί, βέβαια, με ένα δύο έργα, το πράγμα είναι εύκολο. Αλλά, με ένα δύο έργα, είναι αδύνατον να καταλάβεις το έργο ενός ζωγράφου. Για να μπεις στο νόημα πρέπει να δεις τουλάχιστον 100 έργα. Τελευταία ο Παπαστάμος πήγε δύο έργα μου στη Γιουγκοσλαβία, στη διεθνή έκθεση, τα οποία, όπως γράφει, είχαν τρομερή επιτυχία.

ΠΑΠ: Έχω μάθει, ότι και ο Φακέτι ζήτησε να οργανώσει έκθεσή σας στο Παρίσι.

ΔΙΑΜ: Ναι. Μεσολάβησε ο Φασιανός. Καλό παιδί ο Φασιανός! Και μου κάνει εντύπωση, αυτός ο σεβασμός των νέων, ιδίως των Παρισινών, του Φασιανού, του Πατσόπουλου του γλύπτη. Αλλά και οι δικοί μας οι νέοι ζωγράφοι, φέρονται σωστά, ίσως γιατί μπορούν να ζουν από τη ζωγραφική τους. Να βλέπατε μετι συγκίνηση μου μιλούσαν, τώρα που τους έφερε ο Τέτσης στην έκθεσή μου.

ΠΑΠ: Με τον Φακέτι, τι απέγινε;

ΔΙΑΜ: Η έκθεση ματαιώθηκε εξ? υπαιτιότητός μου. Ήταν το 1971, είχα φύγει από το σπίτι μου και μ? έψαχναν χωρίς να με βρίσκουν, γιατί δεν είχα αφήσει ίχνη.

ΠΑΠ: Και τους πίνακες που έχετε στα χέρια σας, αφού δεν πρόκειται να τους πουλήσετε, τι θα τους κάνετε;

ΔΙΑΜ: Το έργο μου το θεωρώ σαν κοινωνικό καθήκον, τέλος πάντων, και θέλω να κατακυρωθεί σ? ένα κέντρο, να μείνει. Χωρίς το όνομά μου έστω, αλλά να μείνει το έργο! Να πάει έξω και μετά να γυρίσει στην Ελλάδα. Εγώ αγαπάω τον ελληνικό λαό, είμαι ένα κομμάτι του.

Στέκεται για λίγο συλλογισμένος. Ύστερα με κοιτάζει με τα λυπημένα του μάτια και για τέλος της κουβέντας μας μου λέει:

ΔΙΑΜ: Πάντως, οπωσδήποτε δεν πρόκειται να πουλήσω κανένα έργο! Γιατί, εκτός απ? όλα τ? άλλα, δεν είναι δυνατόν εγώ να φτιάχνω έργα για να στολίζουν τα σπίτια εφοπλιστών! Κι έτσι όπως έχουν γίνει τα πράγματα, ένας ζωγράφος που τα έργα του πουλιούνται εκατό και διακόσιες χιλιάδες δραχμές και παραπάνω, τελικά, με την παρέμβαση του γκαλερίστα, ζωγραφίζει μόνο για τους εφοπλιστές. Πράγμα απαράδεκτο και φοβερό!

Και τα μάτια του πια είναι οργισμένα.

Η συνέντευξη του Διαμαντή Διαμαντόπουλου δημοσιεύθηκε στα «ΝΕΑ» σε δύο μέρη, στις 4 και 5 Μαΐου του 1978. Αναδημοσιεύουμε τα αποσπάσματα που παραθέτει ο Μάνος Στεφανίδης στο πολύτιμο βιβλίο του με τίτλο Το δράμα του σώματος. Διαμαντής Διαμαντόπουλος Αισθητική και Ιδεολογία μιας εποχής από τις εκδόσεις University Studio Press. Τον ευχαριστούμε θερμά για την παραχώρηση του κειμένου. Τα δύο έργα που δημοσιεύουμε είναι από την επερχόμενη δημοπρασία του οίκου «Βέργος», στις 21 Οκτωβρίου.