Μεγάλες εκθέσεις στην αυγή του χρόνου

Μεγάλες εκθέσεις στην αυγή του χρόνου

Αν υπάρχει μια καλή στιγμή για να ταξιδέψει κανείς με αφορμή την τέχνη, αυτή είναι μετά τις γιορτές. Όταν οι ατέλειωτες ουρές μπροστά στα μουσεία έχουν υποχωρήσει, οι αίθουσες ανασαίνουν ξανά και η εμπειρία της θέασης αποκτά τον χρόνο που πρέπει. Μακριά από τα στίφη των τουριστών, λοιπόν, σε αυτή τη «νεκρή» και γι’ αυτό τόσο γόνιμη περίοδο, τα μνημεία και τα μουσεία της Ευρώπης προσφέρουν στον φιλότεχνο την πολυτέλεια να απολαύσει ανέτως τέχνη, χωρίς να βαρυγκωμά και να σπρώχνεται.

Στο κοσμαγάπητο Λονδίνο, τα βλέμματα είναι στραμμένα στο κοινό αφιέρωμα της Tate στους δύο κορυφαίους τοπιογράφους, J.M.W. Turner (1775–1851) και John Constable (1776–1837), 250 χρόνια από τη γέννησή τους. Πρόκειται για έκθεση που δεν αφορά μόνο την ιστορία της τοπιογραφίας αλλά τη στιγμή που η φύση παύει να είναι απλώς σκηνικό.

Ο Τέρνερ και ο Κόνσταμπλ μετατρέπουν το τοπίο σε πεδίο έρευνας, όπου το φως, η ατμόσφαιρα και η εμπειρία του βλέμματος αναμετρώνται με τη δυνατότητα της ζωγραφικής να συλλάβει τον κόσμο. Σήμερα, αυτή η συνάντηση διαβάζεται ως υπενθύμιση μιας κρίσιμης τομής: εκεί όπου η αναπαράσταση αρχίζει να υποχωρεί μπροστά στην αίσθηση και η ζωγραφική ανοίγει τον δρόμο προς τη νεωτερικότητα.

Μια έκθεση που δεν κοιτά το παρελθόν με νοσταλγία, αλλά το ενεργοποιεί ως ερώτημα για το πώς βλέπουμε και τι ζητάμε ακόμη από την τέχνη στην ψηφιακή εποχή. Όσοι προγραμματίσετε ταξίδι στο τέλος του Ιανουαρίου, λάβετε υπόψη ότι 21-25/1 τρέχει η London Art Fair, η μεγάλη παρουσίαση σύγχρονης και μοντέρνας τέχνης με περισσότερες από 120 γκαλερί διεθνώς.

Το αφιέρωμα που εγκαινιάζει τη χρονιά στη Fondation Beyeler, στη Βασιλεία, συγκεντρώνει έργα-κλειδιά του Πολ Σεζάν από μεγάλες ευρωπαϊκές και αμερικανικές συλλογές, δίνοντας έμφαση όχι μόνο στα εμβληματικά τοπία και τις νεκρές φύσεις, αλλά και σε λιγότερο προβεβλημένα έργα εργαστηριακού χαρακτήρα. Η καινοτομία της έκθεσης έγκειται στον τρόπο παρουσίασης: οι ενότητες οργανώνονται γύρω από τη διαδικασία και τη σκέψη του ζωγράφου, όχι γύρω από χρονολογικές «βεβαιότητες», φωτίζοντας τις διορθώσεις, τις επαναλήψεις και τις αμφιταλαντεύσεις του βλέμματος.

Ένα από τα πιο γνωστά πορτραίτα της γυναίκας του Σεζάν

Όπως σημειώνουν οι επιμελητές στα εισαγωγικά τους κείμενα, η φιλοδοξία τους δεν είναι μια ακόμη αναδρομική, αλλά η ανάγνωση του Σεζάν ως εργαστηρίου της νεωτερικότητας: να φανεί πώς μέσα από την επίμονη πάλη με τη μορφή, ο ζωγράφος θεμελίωσε έναν νέο τρόπο κατανόησης της εικόνας, όχι ως παράστασης του κόσμου, αλλά ως πράξης σκέψης που εξακολουθεί να μας αφορά. Από 25 Ιανουαρίου έως 25 Μαΐου 2026.

Αφίσα της έκθεσης για τον Σεζάν

Η μεγάλη έκθεση του 93χρονου Γκέρχαρντ Ρίχτερ στο Παρίσι έχει ιδιαίτερη βαρύτητα γιατί είναι επιμελημένη από τον ίδιο, σε μια σπάνια στιγμή ανακεφαλαίωσης εν ζωή. Στεγάζεται στο εμβληματικό κτίριο της Fondation Louis Vuitton, σχεδιασμένο από τον Frank Gehry, όπου οι μνημειακοί σε διάσταση χώροι και η διαφάνεια προβάλλουν ιδανικά το έργο του πιο σημαντικού στις μέρες μας Γερμανού.

Ο Ρίχτερ έχει «βάλει τα άπαντα», από τον φωτογραφικό ρεαλισμό έως την ακραία αφαίρεση, και αυτό το βάρος είναι συνειδητό: δεν προτείνεται μια ευανάγνωστη αφήγηση, αλλά η κοινή πορεία δύο γλωσσών, εκεί όπου η εικόνα άλλοτε πιστοποιεί και άλλοτε αναιρεί την ίδια της τη βεβαιότητα. Στο τέλος, «αποχαιρετά» τον επισκέπτη με τα stripes που θυμίζουν τα Scrap του αείμνηστου Γιάννη Μιχαηλίδη. Αυτή η φαινομενικά ψυχρή ακολουθία χρωμάτων λειτουργεί ως μετρονόμος του βλέμματος, μια άσκηση στην καθαρή ζωγραφική εμπειρία.

Ο Ρίχτερ μπροστά στο τελευταίο έργο της έκθεσης 

Προσωπικά, στάθηκα στο παράθυρο που δημιούργησε ως κατασκευή ορίου. Το φως δεν λειτουργεί ως εφέ αλλά ως πρόβλημα που οργανώνει τη σκιά και, μαζί της, τον χρόνο της εικόνας. Η ζωγραφική δεν αφηγείται κάτι έξω από αυτήν, μα επιμένει στον ίδιο της τον μηχανισμό, δείχνοντας πώς η εικόνα σκέφτεται τον εαυτό της. Η πεμπτουσία της ιστορίας της τέχνης σε ένα και μόνο έργο. Έως 2/3/2026.

Έργο του Γκέρχαρντ Ρίχτερ @Γιώργος Μυλωνάς

Και μια πρόταση που θα ήθελα να δούμε και στη χώρα μας. Στο Castel Nuovo, το επιβλητικό κάστρο που δεσπόζει στο λιμάνι της Νάπολης, ο Jim Dine (1935) κινείται με μια σπάνια αίσθηση του μέτρου. Τα γλυπτά του Αμερικανού, του πιο «ψαγμένου» από τους διεθνείς εκπροσώπους της pop art, λειτουργούν ως σύγχρονες παρεμβάσεις που μοιάζουν να έχουν προϋπάρξει, να έχουν ανασυρθεί από τα «έγκατα» του ίδιου του μνημείου.

Το Castel Nuovo @Γιώργος Μυλωνάς

Ο Dine διαχειρίζεται τον ιστορικό χώρο ως συνομιλητή, σε ένα συγκλονιστικό έργο που διαμόρφωσε in situ. Οι μορφές του προβάλλουν στα μάτια του επισκέπτη συμπαγείς με μια υλικότητα που θυμίζει μάρμαρο από εργαστήριο ή μνημειακά σπαράγματα, χωρίς ν’ ανταγωνίζονται την αρχιτεκτονική· στέκονται με σεβασμό απέναντί της, αφήνοντας τον χρόνο να λειτουργήσει ως κοινό έδαφος. Δεν υπάρχει δηλαδή η ευκολία της «σύγχρονης αντίστιξης» που συνήθως βρίσκουμε σε αντίστοιχες εκθέσεις. Υπάρχει, αντιθέτως, μια αίσθηση συνοχής, εκείνο το αληθινό, ας μου επιτραπεί ο όρος δέος που εσχάτως φορέθηκε και στα μέρη μας, το οποίο γεννιέται όταν η τέχνη είναι μεγάλη όχι σε μέγεθος, αλλά σε ουσία.

In situ εγκαταστάσεις του Dine @Γιώργος Μυλωνάς

Στο Castel Nuovo, το λεγόμενο Νέο Κάστρο, ο Dine «σχολιάζει» την Ιστορία, την αφήνει να αναπνεύσει ανάμεσα στα έργα του, και μέσα από αυτή τη συνύπαρξη, υπενθυμίζει πως το πραγματικά σύγχρονο δεν είναι πάντα το ογκώδες, ούτε το ψηφιακό. Έως 10/2/2026.