Γεννημένος στον Πειραιά το 1932, ο Μανόλης Βλάχος κράτησε σε όλη του τη ζωή κάτι από τη διαύγεια του θαλασσινού ορίζοντα που τόσο αγάπησε ως μελετητής. Δεν είναι τυχαίο ότι το όνομά του συνδέθηκε όσο λίγων με τη θαλασσογραφία, με τον Βολανάκη, με την ίδια την ιδέα της θάλασσας ως εικόνας και ιστορίας.
Ανήκε σε μια γενιά που χρειάστηκε να ανοίξει δρόμους εκεί όπου δεν υπήρχαν. Η διδακτορική του διατριβή για τον Κωνσταντίνο Βολανάκη που υποστήριξε το 1973, ήταν η πρώτη στην ιστορία της ελληνικής πανεπιστημιακής κοινότητας αφιερωμένη στη νεότερη τέχνη – μια τομή που σήμερα μοιάζει αυτονόητη, τότε όμως δεν ήταν.
Με σπουδές στη Σορβόννη και βαθιά γνώση της ευρωπαϊκής αλλά και της ισλαμικής τέχνης (σπούδασε αραβικά, τουρκικά), ο Βλάχος έφερε μαζί του έναν αέρα ευρύτητας, μια αίσθηση ότι η ελληνική τέχνη δεν είναι κλειστή υπόθεση, αλλά μέρος ενός μεγαλύτερου κόσμου που δεν γνωρίζει χρονικά στεγανά.
Ο Μανόλης Βλάχος
Για τους φοιτητές του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου δίδαξε την Ιστορία της Ευρωπαϊκής Τέχνης, υπήρξε δάσκαλος με ακρίβεια και μέτρο. Δεν εντυπωσίαζε με ρητορείες, αλλά προτιμούσε να δείχνει πώς ένα έργο ζωγραφικής μπορεί να γίνει πεδίο σκέψης. Τα βιβλία του – από τη Γένεση της νεώτερης ελληνικής ζωγραφικής έως τη μονογραφία για τον Βολανάκη – παραμένουν σημεία αναφοράς. Συγκέντρωσαν γνώση και συνέβαλαν στο να αποκτήσει η νεότερη ελληνική τέχνη τη δική της ιστορία, με σαφήνεια και ευθύνη.
Ο Καθηγητής ανήκε στην κατηγορία ανθρώπων που δεν επιδίωξαν τη δημόσια προβολή, αλλά άφησαν πίσω τους κάτι πιο ουσιαστικό: μια παρουσία βοηθητική στους καλλιτέχνες που πίστευε. Όπως η θάλασσα που μελέτησε τόσο, το ύφος του του δεν επιβαλλόταν, δεν κάλυπτε, αλλά μοιραζόταν τον ορίζοντα του δημιουργού.
Το εξώφυλλο της μελέτης του Μανόλη Βλάχου
Η οικογένειά του ζητεί, αντί στεφάνων, να γίνουν δωρεές στη Φιλανθρωπική Αδελφότητα Κυριών Πειραιώς «Ο Καλός Σαμαρείτης».
Κεντρική φωτ.: Κ. Βολανάκης, «Ο Λιμήν του Πειραιώς», ΔημοτικήΠινακοθήκη Πειραιά
