Ο σταυρός δεν ήταν από πάντα το υπέρτατο σύμβολο του Χριστιανισμού. Έχει εντοπιστεί πολλές φορές ως (άκακο) διακοσμητικό σχέδιο σε καλλιτεχνικά έργα διάφορων αρχαίων λαών. Κάποια στιγμή, άρχισε να χρησιμοποιείται και ως μέσο τιμωρίας.
Συγκεκριμένα, από τον 6ο αιώνα π.Χ. και μετά όλο και περισσότεροι εγκληματίες πέθαιναν στον σταυρό. Η λεγόμενη «σταύρωση», όπως ονομάστηκε, ήταν μια βαριά μορφή θανατικής ποινής, την οποία εφάρμοσαν με τη σειρά οι Πέρσες, οι Σελευκίδες (βασιλική δυναστεία της Ελληνιστικής περιόδου), οι Καρχηδόνιοι και οι Ρωμαίοι.
Αυτοί που συνήθως τιμωρούνταν με αυτό τον τρόπο, ήταν λιποτάκτες, δολοφόνοι, προδότες και άλλων ειδών κακοποιοί. Έχουν υπάρξει επίσης και φορές που διάφοροι ηγέτες ανά τα χρόνια, προχώρησαν σε μαζικές σταυρώσεις. Εκατοντάδες άνθρωποι που συμμετείχαν σε εξεγέρσεις ή επαναστάσεις, σταυρώνονταν στη σειρά ο ένας μετά τον άλλον.
Η σταύρωση ήταν μια βάναυση ποινή. Ο κατάδικος δενόταν ή καρφωνόταν πάνω στον ξύλινο συνήθως σταυρό. Όταν ο σταυρός ορθωνόταν από τους φρουρούς, ο εσταυρωμένος κρεμόταν ουσιαστικά για ώρες, μέχρι να ξεψυχήσει λόγω ασφυξίας ή σήψης.
Κάποιοι πέθαιναν μέσα σε λίγο χρόνο, ενώ άλλοι υπέφεραν για μέρες. Υπήρχαν μάλιστα και περιπτώσεις, που οι εσταυρωμένοι μπορούσαν να μιλήσουν και να αντέξουν (όσο γινόταν) τον πόνο. Κάποιοι από αυτούς, είχαν πάρε δώσε με τους φρουρούς. Στην καλύτερη, τους δωροδοκούσαν και οι φρουροί τους άφηναν ελεύθερους.
Την ποινή της σταύρωσης εφάρμοσαν περισσότερο οι Ρωμαίοι. Αυτοί ήταν που επινόησαν ολόκληρη την διαδικασία που γνωρίζουμε μέχρι σήμερα. Ο κατάδικος, αρχικά περνούσε από βασανιστήρια και συγκεκριμένα από μαστίγωμα. Αναγκαζόταν να μεταφέρει ο ίδιος τον σταυρό στο σημείο όπου θα τιμωρούνταν (συνήθως μετέφερε το οριζόντιο κομμάτι ξύλου, καθώς ο κάθετος πάσσαλος είχε τοποθετηθεί από πριν στο σημείο της σταύρωσης). Αφού έφτανε εκεί, οι φρουροί τον έδεναν ή τον κάρφωναν στον σταυρό, τον οποίο στην συνέχεια ύψωναν.
Η γνωστότερη σταύρωση στην Ιστορία, είναι η σταύρωση του Ιησού Χριστού. Ο Χριστός κυνηγούνταν ήδη. Αφού τον συνέλαβαν, στάλθηκε στον αρχιερέα Καϊάφα, ο οποίος προσπάθησε να βρει μια καλή κατηγορία για να τον στείλει στον σταυρό. Τον ρώτησε αν ήταν ο Υιός του Θεού και ο Βασιλιάς των Ιουδαίων. Ο Χριστός απάντησε καταφατικά. Αυτό ήταν αρκετό για τον ιερέα.
Έπειτα τον ανέλαβε ο Πόντιος Πιλάτος, ο Ρωμαίος διοικητής της περιοχής, ο οποίος αρχικά δεν είχε κάτι να προσάψει στον Ιησού. Αφού, όμως, ο Ιησούς παρουσιάστηκε και στον Ηρώδη Αντίπα, τον ηγεμόνα της Ιουδαίας, αποφασίστηκε ότι είχε διαπράξει βλασφημία και εσχάτη προδοσία προς την ρωμαϊκή εξουσία με βάση τους ισχυρισμούς του.
Ο Πόντιος Πιλάτος, επιχείρησε κάτι τελευταίο, προκειμένου να είναι σίγουρος ότι έπαιρνε την σωστή απόφαση. Ένας άλλος εγκληματίας που είχε καταδικαστεί όπως ο Ιησούς, ο Βαραββάς, παρουσιάστηκε μαζί του ενώπιον του λαού. Ο Πόντιος Πιλάτος, λοιπόν, άφησε τον κόσμο να αποφασίσει ποιος θα αφηνόταν ελεύθερος. Ο κόσμος επέλεξε τον Βαραββά. Τα υπόλοιπα τα γνωρίζετε…
Ο σταυρός, από απλό γεωμετρικό σχέδιο και διακοσμητικό στοιχείο, έγινε όργανο της ρωμαϊκής επιβολής της τάξης και τελικά, το νούμερο ένα σύμβολο της χριστιανικής πίστης. Από τότε, σταυροί κατακλύζουν την τέχνη. Γίνονται εικόνες, υλικά σύμβολα, φυλαχτά, αποτροπαϊκά αντικείμενα και κρέμονται από τους λαιμούς χιλιάδων ανθρώπων εδώ και αιώνες…
Βιβλιογραφία:
Μηχανή του Χρόνου - Θανατική ποινή σταύρωσης
