Σύνοδος Κορυφής: Οι ισορροπίες της Αθήνας, οι κόκκινες γραμμές και η πρόταση Μητσοτάκη
(ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ/ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ/EUROKINISSI)
(ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ/ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ/EUROKINISSI)

Σύνοδος Κορυφής: Οι ισορροπίες της Αθήνας, οι κόκκινες γραμμές και η πρόταση Μητσοτάκη

Η αποκλιμάκωση των τελευταίων ωρών στις τεταμένες ευρωατλαντικές σχέσεις, προκαλεί μεν ανακούφιση στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, σε καμία περίπτωση, ωστόσο δε σημαίνει λήξη συναγερμού για την Ε.Ε, που πλέον συνειδητοποιεί ότι οι συνθήκες που αποτελούσαν «θέσφατο» επί 70 χρόνια, έχουν αλλάξει. 

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνική κυβέρνηση κλήθηκε να κινηθεί όλο το διάστημα της κρίσης, σε μια γραμμή ισορροπίας, από τη μια πλευρά η ευρωπαϊκή της υπόσταση, ως χώρα-μέλος της Ένωσης, από την άλλη η στρατηγική σχέση της Αθήνας με την Ουάσιγκτον. Μια διπλή σχέση, στην οποία αυτή τη φορά δεν χρειάστηκε να... διαλέξει, ωστόσο ουδείς μπορεί να αποκλείσει την ανάγκη δύσκολων επιλογών στο άμεσο μέλλον.

Το στίγμα των ελληνικών θέσεων, που θέτουν ως πυξίδα την ευρωπαϊκή ταυτότητα της χώρας, χωρίς, όμως, να θέτουν υπό καμία αμφισβήτηση τη σημασία των ελληνοαμερικανικών σχέσεων και την επιδίωξη ενίσχυσής τους, ουσιαστικά είχε προαναγγείλει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, πριν ακόμη μεταβεί στις Βρυξέλλες. Το βασικό, όμως, κριτήριο αυτής της επιλογής είναι για την Αθήνα, ο σεβασμός του Διεθνούς Δικαίου, «θεμέλιος λίθος» της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Μετά το τέλος της χθεσινής Συνόδου Κορυφής, ο κ. Μητσοτάκης επανέλαβε τη θέση της ελληνικής κυβέρνησης ότι παρά τις αναταράξεις, οι ευρωατλαντικές σχέσεις πρέπει να διατηρηθούν σε λειτουργικό επίπεδο, συμπληρώνοντας χαρακτηριστικά, «χωρίς να υπάρχουν συμπεριφορές οι οποίες θα μπορούν να οδηγήσουν σε εξελίξεις οι οποίες δεν θα μπορούν να διορθωθούν στη συνέχεια».

Η αποδραματοποίηση της χθεσινής συνεδρίασης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, μετά τις δηλώσεις Τραμπ στο Νταβός ότι δεν πρόκειται να κάνει χρήση στρατιωτικών μέσων για την προσάρτηση της Γροιλανδίας, αλλά και ότι δεν θα προχωρήσει τελικά στην επιβολή επιπλέον δασμών στις 8 ευρωπαϊκές χώρες, που αντιτάχθηκαν στα σχέδιά του, δεν αλλάζει επί της ουσίας το γεγονός ότι ΗΠΑ και Ε.Ε αντιλαμβάνονται διαφορετικά την ασφάλεια της Αρκτικής. Ο Ντόναλντ Τραμπ επιμένει στην πρόθεση προσάρτησης -αν όχι του συνόλου- τουλάχιστον συγκεκριμένων περιοχών του παγωμένου νησιού, μέσω δημιουργίας στρατιωτικών αμερικανικών βάσεων, αποτελεί το σχέδιο Β, που τώρα προκρίνει ο Αμερικανός πρόεδρος και παρουσιάζει, μάλιστα, ως συμφωνία - πλαίσιο που έχει ήδη κάνει με τον γραμματέα του ΝΑΤΟ, χωρίς να προκύπτει από οπουδήποτε ότι ο κ. Ρούτε είχε την εξουσιοδότηση της Δανίας ή της Ε.Ε να διαπραγματευτεί επί κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Η αποσαφήνιση των αμερικανικών προθέσεων είναι, όπως φαίνεται, το «κλειδί» για την επόμενη ημέρα. «Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους», είπε ο πρωθυπουργός. Ο ίδιος επέμεινε στους άξονες των ελληνικών θέσεων, υπογραμμίζοντας ότι «η Ελλάδα είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι μία χώρα η οποία αυτή τη στιγμή είναι μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, δεσμεύεται από το πλαίσιο της πολυμέρειας και του Διεθνούς Δικαίου που έχει καθορίσει τις διεθνείς σχέσεις εδώ και 70 και πλέον χρόνια», επισημαίνοντας ότι επιδίωξη της Αθήνας είναι «οι όποιες αναταράξεις να είναι πρόσκαιρες και να προσπαθούμε να βρίσκουμε λύσεις οι οποίες θα είναι προς το συμφέρον όλων».

Αναγνωρίζοντας ότι η προστασία της Αρκτικής είναι «μία κρίσιμη προτεραιότητα για το ΝΑΤΟ, για την ασφάλεια της Ευρώπης, για την ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών», ο κ. Μητσοτάκης τόνισε ότι πρέπει να βρεθεί τρόπος συνεργασίας με τις ΗΠΑ, στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, «έτσι ώστε να μπορέσουμε να αποτρέψουμε τυχόν επιρροή της Κίνας ή της Ρωσίας», όπως είπε χαρακτηριστικά.

«Οι κόκκινες γραμμές είναι πάρα πολύ ξεκάθαρες. Δεν τίθεται ζήτημα αμφισβήτησης της εδαφικής ακεραιότητας και της κυριαρχίας της Γροιλανδίας και τελικά μόνο η Γροιλανδία και το Βασίλειο της Δανίας μπορούν να αποφασίσουν για την τύχη της Γροιλανδίας», υπογράμμισε ο πρωθυπουργός. Δίνοντας το παρασκήνιο της συνεδρίασης, σε συνέντευξή του στο δίκτυο Euronews, ο κ. Μητσοτάκης αποκάλυψε ότι από αυτή τη θέση υπήρχε μια εξαίρεση, η Ουγγαρία, «όπως συνήθως συμβαίνει τον τελευταίο χρόνο», όπως είπε με νόημα.

Ως προς τη λύση, που η Ευρώπη προτείνει και η Ελλάδα επίσης συντάσσεται, αυτή αφορά στη διερεύνηση των δυνατοτήτων που υπάρχουν μέσα από το ΝΑΤΟ και μέσα από την υφιστάμενη διμερή συμφωνία ΗΠΑ - Δανίας από το 1951, ώστε να αντιμετωπιστεί το ζήτημα ασφάλειας, που τίθεται για την περιοχή της Αρκτικής, στο πλαίσιο πάντα της προστασίας και της διασφάλισης της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Δανίας και της Γροιλανδίας.

Καταθέτοντας μια συμβιβαστική πρόταση στο τραπέζι των Ευρωπαίων ηγετών, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επεδίωξε να βρει τη «χρυσή τομή» και στο θέμα, που προέκυψε, μετά την πρόσκληση Τραμπ σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες -μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα- να συμμετάσχουν στο Συμβούλιο Ειρήνης, που συγκροτεί.

Με εξαίρεση την Ουγγαρία και τη Βουλγαρία, ουδείς άλλος απεδέχθη την πρόσκληση, καθώς τα όρια που της έθεσε ο Αμερικανός Πρόεδρος την καθιστούσαν ουσιαστικά «ανταγωνιστική» προς τον ΟΗΕ. «Το Συμβούλιο της Ειρήνης έτσι όπως είναι διατυπωμένο όχι μόνο η Ελλάδα αλλά σχεδόν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες έχουμε δυσκολία να συμμετέχουμε», είπε ο κ. Μητσοτάκης, έχοντας υπογραμμίσει ότι οι προθέσεις Τραμπ ξεπερνούσαν την απόφαση 2803 του Συμβουλίου Ασφαλείας, η οποία νομιμοποίησε το Συμβούλιο αυτό, καθώς αυτή προέβλεπε αυτό να λειτουργεί «μόνο ως προσωρινή διοίκηση της Γάζας προκειμένου να υλοποιηθούν τα επόμενα στάδια του ειρηνευτικού σχεδίου, όπως αυτό έχει συμφωνηθεί».

Η Ελλάδα πρότεινε οι 13 ευρωπαϊκές χώρες που δεν έχουν ανταποκριθεί, να προσυπογράψουν για το Συμβούλιο αυτό, αλλά μόνο για το θέμα της Γάζας και για όση χρονική περίοδο χρειαστεί. «Νομίζω ότι και η κα Kaja Kallas αλλά και πολλές άλλες χώρες βρήκαν αρκετά ενδιαφέρουσα την ιδέα να διερευνήσουμε αν όχι την ανοιχτή συμμετοχή μας, γιατί αυτό νομικά μπορεί να είναι δύσκολο, αλλά την με κάποιο τρόπο ανάληψη ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών έτσι ώστε αυτό το Συμβούλιο Ειρήνης να επανέλθει στον αρχικό του προορισμό», επεσήμανε ο κ. Μητσοτάκης.

Μέσα σε αυτό το ταραγμένο διεθνές περιβάλλον, για την Ευρώπη και τους Ευρωπαίους ηγέτες, γίνεται πλέον μονόδρομος η αυτονομία της Ένωσης. «Η ανάγκη η Ευρώπη να επενδύσει στη στρατηγική της αυτονομία έχει γίνει πια κοινός τόπος», σημείωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, υπενθυμίζοντας ότι ο ίδιος υπήρξε ένας από τους πρώτους ο οποίος υπεραμύνθηκε αυτής της προσέγγισης. «Η Ελλάδα ήταν πάντα επισπεύδουσα σε αυτήν τη λογική: περισσότερη αμυντική συνεργασία, περισσότεροι πόροι για την άμυνα. Αλλά η στρατηγική αυτονομία περνάει και μέσα από την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας», επεσήμανε τονίζοντας ότι η γνώμη της Ευρώπης θα μετράει «όσο πιο ισχυροί είμαστε». 

«Πρέπει να περάσουμε από την ισχύ των αξιών μας, στην αξία της ισχύος μας. Αυτό είναι κάτι το οποίο αφορά και την πατρίδα μας την Ελλάδα, αλλά αφορά συνολικά και την Ευρωπαϊκή Ένωση», κατέληξε ο πρωθυπουργός, δίνοντας ουσιαστικά τον κεντρικό άξονα στον οποίο καλείται πλέον η Ευρώπη να βαδίσει.