Το πρόβλημα του ελληνικού πανεπιστημίου: Διαφωνώ με τον Α. Συρίγο
Εκπαίδευση

Το πρόβλημα του ελληνικού πανεπιστημίου: Διαφωνώ με τον Α. Συρίγο

Υπάρχουν κάποιες γνωριμίες -όπως και κάποιες εμπειρίες- που φτάνεις να θεωρείς σαν δώρο της ζωής. Κάπως έτσι βλέπω τη σχέση μου με τον Άγγελο Συρίγο.

Είναι άνθρωπος σπάνιος, άτομο υψηλής νοημοσύνης, φίλος υπερπολύτιμος, πραγματικά δε αξιοζήλευτος για την υπέροχη και πολύ δεμένη οικογένεια που έχει δημιουργήσει, ίσως το σημαντικότερο επίτευγμα κάποιου…

Ακόμη και αν δεν επικροτώ κάποιες –κατανοητές ωστόσο για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας και δημοσίων σχέσεων- επαφές του… Ακόμη και αν διαφοροποιούμαι από αυτόν σε ορισμένες πολιτικές τοποθετήσεις του σχετιζόμενες με τα ελληνοτουρκικά… Τον εκτιμώ βαθιά, τον αγαπώ ειλικρινά, και τον ζηλεύω για το οικογενειακό του απόκτημα…

Διαφωνώ, ωστόσο, με την εκτίμησή του –η οποία απετέλεσε είδος κριτικής προς τις εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες του υπουργείου παιδείας, άρα και μορφή αυτοκριτικής- πως υπάρχει πρόβλημα χώρου στις αίθουσες των ελληνικών πανεπιστημίων. Και διαφωνώ όχι επειδή, ως εγράφη, ο υφυπουργός εκφράστηκε σαν «παρατηρητής», που διαπιστώνει το πρόβλημα, και όχι ως κατ’ αντικείμενο υπεύθυνος, που θα όφειλε να το αντιμετωπίσει και να το επιλύσει. Αλλά επειδή τέτοιο πρόβλημα δεν υπάρχει. Ίσως, μάλιστα, είναι το μόνο πρόβλημα που δεν υπάρχει στο ελληνικό πανεπιστήμιο! 

Ειδικότερα και πιο συγκεκριμένα:

Η τριτοβάθμια εκπαίδευση στη χώρα μας έχει πρόβλημα αναξιοκρατικής, σε αρκετές περιπτώσεις, στελέχωσης και κακής επιλογής διδασκόντων, βολέματος των «εντός» εις βάρος των συχνά καλύτερων «εκτός», καθώς και ύπαρξης πολλών φοιτητών ανίκανων, λόγω έλλειψης γνωστικού  υπόβαθρου, ικανοτήτων, κινήτρων και ζήλου, να ανταποκριθούν στοιχειωδώς και να βελτιωθούν υποτυπωδώς. Κυρίως, δε, μαστίζεται από την αριστερίστικη δικτατορία του μπάχαλου και την αχαλίνωτη τρομοκρατία του «προοδευτισμού»…

Πρόβλημα χωριτικότητας των πανεπιστημιακών αιθουσών, αντίθετα, υπάρχει μόνο σε ελάχιστες σχολές, μόνο στο πρώτο έτος τους και μόνο στις τρεις-τέσσερες πρώτες εβδομάδες της διδακτικής χρονιάς. Μέχρι ότου η μάζα των φοιτητών, που βρίσκονται εκεί λόγω οικογενειακής ή κοινωνικής πίεσης, διαπιστώσουν πως το γνωστικό αντικείμενο, που συχνά επέλεξαν άνευ ουσιαστικού προσανατολισμού και στην ουσία τυχαία, δεν τους έλκει ή/και δεν μπορούν να ανταποκριθούν (ενώ νιώθουν μεγαλύτερη έλξη για τους περί το πανεπιστήμιο καφενέδες και την ταβλοπαιξία αντί της μελέτης).

Δημιουργία τεράστιων αιθουσών και αμφιθεάτρων για τις ελάχιστες αυτές εβδομάδες δεν θα ήταν, επομένως,  μόνο ανορθολογική, αλλά στη συνέχεια θα αποδεικνυόταν και δυσλειτουργική: «Αποικισμένες» από ελάχιστους φοιτητές όλο τον υπόλοιπο χρόνο, οι περί ου ο λόγος αίθουσες θα θύμιζαν αραιωμένες οδοντοστοιχίες υπερηλίκων της προ της εφεύρεσης των οδοντικών εμφυτευμάτων εποχής. Στην πραγματικότητα θα εμπόδιζαν την επικοινωνία διδάσκοντος-διδασκομένων, με τα «ορεινά» τους να θυμίζουν μάλλον ξενοδοχείο ύπνου κακοκοιμισμένων τη νύχτα «σπουδαστών»…

Δεν χρειάζεται, επομένως, ντουβάρια –κατά την κνίτικη λογική- το ελληνικό πανεπιστήμιο. Ηλεκτρονική διασύνδεση –που η αλήθεια είναι πλέον πως εν πολλοίς υπάρχει- με την παγκόσμια βιβλιογραφία χρειάζεται, αυστηρά επιλεγόμενους και κινητροδοτημένους φοιτητές επίσης, πρωτίστως δε έχει ανάγκη δάσκαλους με τις γνώσεις, την ευσυνειδησία, τον ζήλο, τη αφοσίωση και τη μεταδοτικότητα του Άγγελου Συρίγου… Έστω –εγώ θα έλεγα κατά προτίμηση- διδάσκοντες σε αίθουσες που δεν θυμίζουν Μαρακάνα ή Καμπ Νου… 

* Ο Θανάσης Διαμαντόπουλος είναι συγγραφέας του βιβλίου «Ο Εθνικός Διχασμός και η κορύφωσή του. Η ΔΙΚΗ ΤΩΝ 'ΕΞΙ'. Εξιλασμός ή δικαστικός φόνος;», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη