Λίγο μετά τη δολοφονία Φύσσα είχε κυκλοφορήσει ένα βιβλίο με τίτλο «Τα καθαρά χέρια της Χρυσής Αυγής». Ο συγγραφέας, Κωστής Παπαϊωάννου, προσπάθησε να εξηγήσει στο βιβλίο το υπόβαθρο της ορμητικής εφόδου της Χ.Α. στο επίκεντρο του δημόσιου βίου ως «εθνικού απολυμαντικού».
«Αυτή η προβολή του αιτήματος για καθαρότητα/κάθαρση δεν αποτελεί απλώς επικοινωνιακή επιλογή της Χ.Α. Δεν αποτελεί ούτε καν μόνο στρατηγική επιλογή, επιβεβλημένη από την ανάγκη ανταπόκρισης στη συγκυρία και αξιοποίησής της με σκοπό την αύξηση πολιτικού κεφαλαίου. Στο αίτημα αυτό συναρμόζεται η τακτική με την πολιτική… Ακόμα περισσότερο, η έννοια της καθαρότητας είναι δομικό στοιχείο κάθε εθνικοσοσιαλιστικού και φασιστικού προγράμματος », σημείωνε ο κ. Παπαϊωάννου.
Τη Δευτέρα το βράδυ, η κυρία Καρυστιανού, σε μια μακρά τηλεοπτική συνέντευξη, εμφάνισε την απροσχημάτιστη πολιτική φιλοδοξία της και τη στρατολόγησή της στο ευρύτερο σχέδιο «βρείτε κάποιον να απειλήσει τον Μητσοτάκη», ως υπέρτατο λαϊκό αίτημα για κάθαρση. «Ενωθήκαμε κάτω από ένα πολύ μεγάλο, βασανιστικό πρόβλημα… της διαφθοράς, της σήψης, της απαξίωσης…», υποστήριξε, διαβαίνοντας οριστικά τον Ρουβίκωνα της πολιτικής.
Η επίσημη είσοδος, προσομοιάζει σε ένα νέο «εθνικό απολυμαντικό», κατά την εύστοχη παρομοίωση του κ. Παπαϊωάννου για τη Χρυσή Αυγή. Η φιλοναζιστική δράκα κέρδιζε διακηρύσσοντας ότι η χώρα «δεν χρειάζεται αυτούς που είναι εκεί μέσα (σ.σ. στη Βουλή)», ότι ήταν καθήκον «μια φάλαγγα να σαρώσει στο πέρασμά της κάθε σάπιο» και πως η συμμορία των πολιτικών είναι υπεύθυνη για τη λεηλασία της χώρας. Ο Μιχαλολιάκος κόμπαζε για τον πανικό που προκαλούσε «στο πολιτικό και ληστρικό σύστημα και στη διεφθαρμένη πλουτοκρατία», ενώ διαβεβαίωνε ότι «η Χ.Α. είναι το κόμμα της αγάπης για όσους αγαπούν την Ελλάδα».
Μια δεκαπενταετία αργότερα, η Μαρία Καρυστιανού σχεδόν αντιγράφει: «Η ιδεολογία μας είναι ότι αγαπάμε τη χώρα, αγαπάμε τις ευπαθείς ομάδες, αγαπάμε τους πάντες… Το κύριο είναι ότι πρέπει να ξεκινήσουμε από την κάθαρση».
Στο κρυφό καταστατικό της Χρυσής Αυγής, που έγινε μέρος της δικογραφίας, υπήρχε το εξής παράρτημα: «Ο εθνικοσοσιαλιστής Αρχηγός δεν είναι ο εκλεκτός της ολιγαρχίας του πλούτου ή του κόμματος… Ο εθνικοσοσιαλιστής Αρχηγός δεν ίσταται πάνω ή δίπλα στον λαό, δεν βρίσκεται μέσα στον λαό· είναι ο ίδιος ο Λαός, που έχει συνειδητοποιήσει το ιστορικό του πεπρωμένο, είναι η ιστορική του ταυτότητα».
Ας δούμε πώς η κυρία Καρυστιανού περιγράφει τον αρχηγό του κόμματος της, που όπως ανακοίνωσε γοργά ετοιμάζεται. «Ο λαός θα δείξει τον ηγέτη, μέσα από όλες τις διαδικασίες, ακολουθώντας αυτό που λέει το μέσα του. Αυτοί που έχουν αγκαλιάσει το κίνημα θα δείξουν τον ηγέτη τους…».
Ας τολμήσουμε να στοιχηματίσουμε από τώρα ποιον θα αναδείξει Αρχηγό αυτό το «μέσα» του λαού. Αν δεν έβλεπε τον εαυτό της στον καθρέφτη όταν έλεγε πως πρέπει «να μην έχει βαρίδια, να έχει τόλμη, αποφασιστικότητα, θάρρος, αγάπη για την αλήθεια και γνώση για την ανάγκη της κοινωνίας», τότε ήδη γνωρίζει ποιος έχει επιλεγεί για να είναι ο εκλεκτός της βάσης, των μελών και των φίλων του νέου φορέα.
Η συνταγή του προσκλητηρίου δεξιά και αριστερά, στο όνομα του λαού, του αντισυστημισμού και της δήθεν τιμωρίας του παλιού συστήματος, κατέστη οικεία εδώ και χρόνια. Αν ο Ρουπακιάς δεν είχε σκοτώσει τον Παύλο Φύσσα, οι εκλεγμένοι μαύροι αρχάγγελοι της κάθαρσης θα απολάμβαναν μέχρι σήμερα τα προνόμια του σάπιου συστήματος στο οποίο, είχαν τρυπώσει και καλοκαθίσει με σημαία την κάθαρση.
Θα έδιναν μερικές χυδαίες παραστάσεις αντισυστημισμού και όλα καλά. Η κίνηση της κυρίας Καρυστιανού, πολιτικά, εκκινεί έναν πιο φινετσάτο κρυφοφασισμό. Εμφανιζόμενη ως πρωθιέρεια της κάθαρσης και της αλήθειας, υποχρεούται πρώτα απ’ όλα να αποσύρει τις σκιές που πέφτουν στο πρόσωπό της.
Μία από αυτές αφορά στη διαχείριση των χρημάτων από τις συναυλίες που διοργανώθηκαν προς συμπαράσταση των οικογενειών των θυμάτων. Λανθασμένα δείχνει να πιστεύει ακόμη ότι η χαίνουσα πληγή της απώλειας του παιδιού της αποτελεί ισχυρή ασπίδα και με ολίγη από λαϊκισμό θα διαχειρίζεται το σύστημα.
Το πού πήγαν τα χρήματα που έδωσε κόσμος από το υστέρημά του για να ενισχύσει όλες τις οικογένειες των θυμάτων, στο σιδηροδρομικό δυστύχημα, ίσως να μην είναι από τις πιο δύσκολες απαντήσεις που θα κληθεί μελλοντικά να δώσει ως αρχηγός ή ως υπαρχηγός.
Για τον πρώην ,πλέον ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, κ. Νικόλα Φαραντούρη, τίθενται επίσης δύσκολα ερωτήματα. Πώς έφτασε στο σημείο να αρνηθεί τον ΣΥΡΙΖΑ που θέλησε κάποτε να ηγηθεί, προκειμένου να μην αρνηθεί δημόσια και καθαρά τη συμπόρευση με την κ. Καρυστιανού αλλά και τη γερόντισσα με τις προφητείες, τον Νικολόπουλο, την αστρολόγο από το Χάρβαρντ και τη Μαρία Γρατσία που από τα ψηφοδέλτια της «Νίκης» του Νατσιού έγινε ο φύλακας-άγγελος της Μαρίας Καρυστιανού;
