Η Ευρώπη εισέρχεται σε μια καθοριστική στιγμή της ιστορίας της.
Γινόμαστε μάρτυρες της ανάδυσης ενός νέου γεωπολιτικού περιβάλλοντος. Οι αρχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε ο κόσμος μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, μεταβάλλονται ραγδαία.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να βασίζεται σε παραδοχές που ανήκουν σε μια άλλη εποχή. Για δεκαετίες, η Ευρωπαϊκή Ένωση οικοδόμησε τον παγκόσμιο ρόλο της κυρίως πάνω στην οικονομική ισχύ, τη ρυθμιστική της δύναμη και τη διπλωματία. Αυτή η προσέγγιση της «ήπιας ισχύος» μας υπηρέτησε καλά σε έναν πιο συνεργατικό κόσμο. Σήμερα όμως, η ήπια ισχύς από μόνη της δεν αρκεί. Η ειρήνη, η ασφάλεια και η ευημερία εξαρτώνται πλέον από την ανθεκτικότητα, την αξιοπιστία και την ικανότητα δράσης.
Πουθενά αυτό δεν είναι πιο εμφανές, παρά από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Η παράνομη εισβολή της Ρωσίας έχει διαλύσει μακροχρόνιες βεβαιότητες για την ασφάλεια στην Ευρώπη. Έχει αποκαλύψει κρίσιμα κενά στην αμυντική μας ετοιμότητα και στη γεωπολιτική μας θέση. Ενώ σωστά είμαστε ο μεγαλύτερος υποστηρικτής της Ουκρανίας – οικονομικά και στρατιωτικά, η Ευρώπη συχνά παραμένει στο περιθώριο των καθοριστικών γεωπολιτικών διαπραγματεύσεων. Αυτή η απόσταση μεταξύ συνεισφοράς και επιρροής δεν είναι βιώσιμη.
Ένα κρίσιμο βήμα για τη μείωση των εξαρτήσεων και την ενίσχυση της γεωπολιτικής μας ισχύος είναι η ενδυνάμωση της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Βιομηχανίας.
Σε μια περίοδο όπου οι αμυντικοί προϋπολογισμοί αυξάνονται μαζικά, η συνέχιση του σημερινού μοντέλου, σύμφωνα με το οποίο το 80% των αμυντικών δαπανών κατευθύνεται σε μη ευρωπαϊκούς προμηθευτές, θα ήταν στρατηγικά αυτοκτονική.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε πρόσφατα το πρόγραμμα επανεξοπλισμού της Ένωσης (ReArmEU) ύψους 800 δισ. ευρώ. Δυστυχώς, ο μοναδικός του στόχος φαίνεται να είναι η αύξηση των εθνικών αμυντικών δαπανών, χωρίς να αντιμετωπίζει τις διαχρονικές αδυναμίες της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας.
Γι’ αυτό, κατά τις διαπραγματεύσεις για το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Αμυντικής Βιομηχανίας (EDIP), στο οποίο ήμουν εισηγητής των Σοσιαλιστών στην Επιτροπή Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας, θέσαμε ως βασική μας προτεραιότητα τα κριτήρια Επιλεξιμότητας και την υιοθέτηση της Αρχής της Ευρωπαϊκής Προτίμησης, φτάνοντας μέχρι και στο σημείο να παγώσουμε (πάνω από τρείς φορές), τις διαπραγματεύσεις, όταν το Συμβούλιο δεν ήταν διατεθειμένο να μετακινηθεί προς τις θέσεις μας.
Διότι η συζήτηση για τους κανόνες επιλεξιμότητας δεν είναι τεχνική.
Είναι στρατηγική και βαθιά πολιτική.
Η ευρωπαϊκή προτίμηση δεν είναι προστατευτισμός· είναι κοινή λογική, βασισμένη στην απλή αρχή ότι τα χρήματα των Ευρωπαίων φορολογουμένων πρέπει πρωτίστως να υπηρετούν την ευρωπαϊκή ασφάλεια, την ευρωπαϊκή βιομηχανία, να δημιουργούν θέσεις εργασίας στην Ευρώπη, να ενισχύουν τη συνεργασία μεταξύ κρατών-μελών και να αυξάνουν τη βιομηχανική και τεχνολογική μας κυριαρχία.
Η ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής-βιομηχανικής ικανότητας δεν αφορά μόνο οπλικά συστήματα. Αφορά επίσης τη στρατιωτική κινητικότητα, τις εφοδιαστικές αλυσίδες, τις κρίσιμες πρώτες ύλες, τις ψηφιακές υποδομές και την τεχνολογική κυριαρχία. Αφορά την ικανότητα της Ευρώπης να προβλέπει, να απορροφά και να αντιμετωπίζει γεωπολιτικές κρίσεις.
Η στρατηγική αυτονομία δεν περιορίζεται μόνο στην άμυνα. Είναι ζωτικής σημασίας, η Ευρώπη να κλείσει το χάσμα καινοτομίας σε κρίσιμες τεχνολογίες, όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη, διατηρώντας παράλληλα το ισχυρό πλαίσιο προστασίας των Ευρωπαίων πολιτών.
Η ενεργειακή μετάβαση και η κλιματική κρίση δημιουργούν νέες γεωπολιτικές προκλήσεις, που σχετίζονται με τις αλυσίδες εφοδιασμού κρίσιμων πρώτων υλών, οι περισσότερες από τις οποίες ελέγχονται από λίγες χώρες – κυρίως την Κίνα.
Η ΕΕ οφείλει να δημιουργήσει νέες στρατηγικές εταιρικές σχέσεις για να εξασφαλίσει τις εφοδιαστικές της αλυσίδες. Πρέπει επίσης να βρει επιτέλους τρόπο να καταστεί ελκυστικός τόπος για τη βιομηχανική παραγωγή και επεξεργασία πρώτων υλών και καινοτόμων πράσινων προϊόντων, απέναντι στον αθέμιτο ανταγωνισμό τρίτων χωρών.
Ταυτόχρονα, πρέπει να είμαστε σαφείς στις κόκκινες γραμμές μας: η αύξηση των αμυντικών και βιομηχανικών επενδύσεων δεν μπορεί να γίνει εις βάρος της κοινωνικής συνοχής.
Δεν υπάρχει στρατηγική αυτονομία χωρίς κοινωνική ανθεκτικότητα, μείωση της φτώχειας και ενίσχυση της κοινωνικής και εδαφικής συνοχής. Θα ήταν κορυφαίο λάθος να ενισχύσουμε τις στρατιωτικές δυνατότητες της Ευρώπης αποδυναμώνοντας τα θεμέλια των κοινωνιών μας. Η άμυνα, η πράσινη μετάβαση, ο ψηφιακός μετασχηματισμός και η ανταγωνιστικότητα πρέπει να προχωρούν μαζί, χρηματοδοτούμενες από κοινά ευρωπαϊκά επενδυτικά εργαλεία και, όπου χρειάζεται, κοινό δανεισμό.
Η γεωπολιτική είναι και γεωγραφία.
Η Ευρώπη χρειάζεται σταθερούς και ευημερούντες γείτονες ως αξιόπιστους εταίρους. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο για την Ανατολική Ευρώπη, τη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή, περιοχές που χρειάζονται μεγάλες επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις για να πετύχουν βιώσιμη τοπική ανάπτυξη.
Κράτη-μέλη με ισχυρή παρουσία στη Μεσόγειο, όπως η Ελλάδα, πρέπει να είναι πρωτοπόροι αυτής της νέας στρατηγικής. Διασυνδέσεις ηλεκτρικής ενέργειας όπως «Ελλάδα–Κύπρος–Ισραήλ», «Ελλάδα–Αίγυπτος» και «Ιταλία–Τυνησία» είναι μια ελπιδοφόρα αρχή.
Το ίδιο ισχύει και για πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όπως το «Σύμφωνο για τη Μεσόγειο» και η «Πρωτοβουλία για τη Διαμεσογειακή Ενεργειακή και Καθαρή Τεχνολογία».
Γι’ αυτό η Ευρώπη πρέπει να ενισχύσει την παρουσία της στη Μεσόγειο — πολιτικά, διπλωματικά, οικονομικά και στρατηγικά. Η συνεργασία είναι απαραίτητη, αλλά το ίδιο και η σαφήνεια στις κόκκινες γραμμές μας, την κυριαρχία και το διεθνές δίκαιο, συμπεριλαμβανομένης της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS).
Βεβαίως, υπάρχει και ο «ελέφαντας στο δωμάτιο»: οι διατλαντικές σχέσεις.
Η νέα Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας των ΗΠΑ επιβεβαίωσε αυτό που πολλοί στην Ευρώπη ήδη αντιλαμβάνονταν: τα συμφέροντα ΕΕ και ΗΠΑ αποκλίνουν όλο και περισσότερο. Για τη διοίκηση Τραμπ, η εξωτερική πολιτική υπηρετεί πρωτίστως οικονομικά συμφέροντα. Οι δασμοί και οι εμπορικές συμφωνίες χρησιμοποιούνται ως διαπραγματευτικά όπλα, προκειμένου να ασκηθούν πιέσεις σε χώρες για την αλλαγή πολιτικής τους.
Πριν λίγους μήνες, κανείς δεν θα πίστευε τη σημερινή ρητορική των ΗΠΑ για τη Γροιλανδία.
Η κοινή δήλωση των ευρωπαίων ηγετών πριν από λίγες ημέρες υπενθύμισε ότι η κυριαρχία, η εδαφική ακεραιότητα και το διεθνές δίκαιο ισχύουν παντού. Και είναι σημαντικό να το επαναλαμβάνουμε αυτό από τη Λευκωσία, την τελευταία διαιρεμένη πρωτεύουσα της Ευρώπης, με το 37% του εδάφους της παράνομα κατεχόμενο για πάνω από 51 χρόνια.
Η μεγάλη πρόκληση για την Ευρώπη είναι να περάσει από την εκ των υστέρων αντίδραση και διαχείριση κρίσεων, σε προληπτική στρατηγική.
Από τον εθνικό κατακερματισμό, στην πραγματική ευρωπαϊκή συντονισμένη δράση.
Και πάνω απ’ όλα, να κατανοήσουμε ότι η Στρατηγική Αυτονομία δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι το μέσο για να προστατεύσουμε την ειρήνη, τη δημοκρατία, την κοινωνική δικαιοσύνη και τη δυνατότητα της Ευρώπης να διαμορφώνει το δικό της μέλλον.
* Ο Γ. Μανιάτης είναι καθηγητής, Ευρωβουλευτής και πρ. Υπουργός.
