Στο δημόσιο λόγο υπάρχει μια βαθιά ριζωμένη ιδέα: ότι οι λαοί επαναστατούν μόνοι τους. Ότι η ανατροπή ενός αυταρχικού καθεστώτος αποτελεί αποκλειστικά εσωτερική υπόθεση μιας κοινωνίας και ότι κάθε εξωτερική εμπλοκή είναι εξ ορισμού μορφή «παρέμβασης» ή «ιμπεριαλισμού». Η εικόνα αυτή έχει μεγάλη ηθική δύναμη. Συνδέεται άμεσα με την έννοια της εθνικής αυτοδιάθεσης και με το ρομαντικό ιδεώδες της λαϊκής εξέγερσης: ένας λαός που σηκώνεται αυθόρμητα και ανατρέπει την τυραννία.
Το πρόβλημα είναι ότι η ιστορία σπάνια λειτουργεί έτσι. Αν εξετάσει κανείς προσεκτικά τις μεγάλες επαναστάσεις των τελευταίων τριών αιώνων, θα διαπιστώσει ότι σχεδόν καμία δεν υπήρξε καθαρά «εσωτερική». Οι περισσότερες διαμορφώθηκαν μέσα σε ένα ευρύτερο διεθνές πλαίσιο ανταγωνισμών, συμμαχιών, ιδεολογικών ρευμάτων και γεωπολιτικών συγκρούσεων. Με άλλα λόγια, οι επαναστάσεις δεν είναι απλώς εκρήξεις αγανάκτησης ενός λαού που βαδίζει αγέρωχα στα ανάκτορα και αποκεφαλίζουν τον τύραννο. Είναι σύνθετες πολιτικές διαδικασίες που απαιτούν πόρους, οργάνωση, στρατιωτική ισχύ και διεθνή νομιμοποίηση.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Αμερικανική Επανάσταση. Στη συλλογική μνήμη, παρουσιάζεται ως ένας αγώνας αποικιακών πολιτειών που επαναστάτησαν εναντίον της βρετανικής φορολογικής καταπίεσης. Στην πραγματικότητα, όμως, η επιτυχία της επανάστασης οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη γαλλική παρέμβαση. Η Γαλλία παρείχε χρήματα, όπλα, στρατεύματα και, κυρίως, ναυτική υποστήριξη. Ο γαλλικός στόλος που απέκλεισε τους Βρετανούς του Κορνουάλις στο Γιόρκταουν το 1781 ήταν καθοριστικός για την τελική έκβαση του πολέμου.
Κάτι ανάλογο συνέβη και στην Ελληνική Επανάσταση του 1821. Παρά τον ηρωισμό των επαναστατών, η εξέγερση κινδύνευσε επανειλημμένα να καταρρεύσει. Η ηθική και πολιτική υποστήριξη των Άγγλων φιλελευθέρων και η στρατιωτική επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων -και ιδιαίτερα η ναυμαχία του Ναβαρίνου το 1827- άλλαξαν δραματικά την ισορροπία ισχύος και άνοιξαν τον δρόμο για τη δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.
Οι επαναστάσεις της Λατινικής Αμερικής προσφέρουν επίσης ένα πολλαπλό παράδειγμα. Η ανεξαρτησία χωρών όπως η Βενεζουέλα, η Κολομβία και η Αργεντινή δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς την αποδυνάμωση της Ισπανίας μετά την εισβολή του Ναπολέοντα το 1808. Ταυτόχρονα, πολλοί επαναστάτες ηγέτες έλαβαν οικονομική και στρατιωτική υποστήριξη από βρετανικούς κύκλους, ενώ χιλιάδες Βρετανοί εθελοντές πολέμησαν στα επαναστατικά στρατεύματα.
Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται και στον 20ό αιώνα. Η Ρωσική Επανάσταση του 1917 εκδηλώθηκε μέσα στο χάος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ η γερμανική κυβέρνηση διευκόλυνε την επιστροφή του Λένιν από την εξορία, ελπίζοντας ότι μια επαναστατική ανατροπή θα οδηγούσε τη Ρωσία σε αποχώρηση από τον πόλεμο - κάτι που πράγματι συνέβη - αλλά με τεράστιες απροσδόκητες συνέπειες αμέσως μετά· συνέπειες που δεν μπορούσαν να φαντασθούν).
Αργότερα, το επαναστατικό κίνημα στο Βιετνάμ μπόρεσε να διεξαγάγει έναν μακροχρόνιο πόλεμο χάρη στη στρατιωτική και οικονομική υποστήριξη της Σοβιετικής Ένωσης και της Κίνας. Η Κουβανική Επανάσταση, από την μεριά της, μπόρεσε να επιβιώσει μετά το 1959 κυρίως χάρη στη στήριξη της Σοβιετικής Ένωσης απέναντι στην οικονομική πίεση των Ηνωμένων Πολιτειών και τις αντεπαναστατικές στρατιωτικές ομάδες των Κουβανών προσφύγων που είχαν καταφύγει στην Αμερική.
Ακόμη και οι πιο πρόσφατες πολιτικές εξεγέρσεις έχουν σαφή διεθνή διάσταση. Οι λεγόμενες «χρωματιστές επαναστάσεις» στην Ανατολική Ευρώπη συνδέθηκαν με διεθνή δίκτυα πολιτικών οργανώσεων και χρηματοδότησης. Το ίδιο και η «Αραβική Άνοιξη». Μάλιστα, στη Λιβύη, η ανατροπή του καθεστώτος του Καντάφι πραγματοποιήθηκε μόνο μετά από στρατιωτική επέμβαση του ΝΑΤΟ.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: οι επαναστάσεις δεν συμβαίνουν σε κενό. Αναπτύσσονται μέσα σε ένα διεθνές σύστημα όπου οι μεγάλες δυνάμεις, οι ιδεολογίες, οι οικονομικές σχέσεις και οι γεωπολιτικές συγκρούσεις επηρεάζουν βαθιά την πορεία τους.
Αυτή η διαπίστωση αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν μεταφερθεί στη σύγχρονη συζήτηση γύρω από το Ιράν. Στον δημόσιο λόγο -ιδιαίτερα σε ορισμένους «αντιιμπεριαλιστικούς» και αριστερούς κύκλους - επαναλαμβάνεται συχνά το επιχείρημα ότι οποιαδήποτε πολιτική αλλαγή στη χώρα πρέπει να αποτελέσει αποκλειστικά εσωτερική υπόθεση του ιρανικού λαού. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, κάθε μορφή εξωτερικής εμπλοκής - διπλωματικής, οικονομικής ή στρατηγικής - θεωρείται εκ των προτέρων απαράδεκτη, καθώς αντιμετωπίζεται ως μορφή ιμπεριαλιστικής παρέμβασης. Το επιχείρημα αυτό αντλεί την ηθική του ισχύ από την αρχή της εθνικής αυτοδιάθεσης: οι λαοί πρέπει να καθορίζουν μόνοι τους την πολιτική τους μοίρα.
Ωστόσο, από κοινωνιολογική και ιστορική άποψη, η θέση αυτή είναι εξόχως προβληματική και μάλλον υποκριτική. Πρώτον, αγνοεί τη δομική ανισορροπία ισχύος που χαρακτηρίζει τις αυταρχικές πολιτικές τάξεις. Τα αυταρχικά καθεστώτα, και μάλιστα τα ολοκληρωτικά, όπως το Ιράν σήμερα, διαθέτουν συνήθως τεράστια πλεονεκτήματα έναντι των εσωτερικών αντιπολιτευτικών κινημάτων. Ελέγχουν τον στρατό, τις υπηρεσίες ασφαλείας, τα μέσα ενημέρωσης, τη δικαιοσύνη και συχνά τους βασικούς οικονομικούς πόρους της χώρας.
Επιπλέον, ελέγχουν την πρόσβαση στην πληροφορία, διαλύουν οργανωτικές κάθε δομή που επιχειρεί να στήσει η αντιπολίτευση, και απομονώνουν κοινωνικά κινήματα πριν αυτά αποκτήσουν κρίσιμη δυναμική. Σε τέτοιες συνθήκες, η ιδέα μιας καθαρά «αυθόρμητης» επανάστασης που προκύπτει αποκλειστικά από εσωτερικές κοινωνικές δυνάμεις ένα φανταστικό σενάριο που θα μπορούσε να έχει επιτυχή κατάληξη μόνον σε κάποια ταινία του Χόλιγουντ.
Ακόμη περισσότερο, οι μεγάλες επαναστάσεις της νεωτερικής εποχής (και η Ιρανική Επανάσταση του 1979 είναι μία από αυτές) δεν αποτελούν απλώς πολιτικές εξεγέρσεις αλλά συνδυασμούς αλλαγής καθεστώτος και διακήρυξης νέων κοσμολογικών, οντολογικών και πολιτικών οραμάτων.
Με άλλα λόγια, οι επαναστάσεις δεν είναι απλώς στιγμές κατάρρευσης ενός κράτους, αλλά στιγμές όπου διατυπώνεται ένα νέο και πλήρες πολιτισμικό πρόγραμμα για την κοινωνία.
Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι οι επαναστατικές διαδικασίες αναπτύσσονται σε συγκεκριμένα πολιτισμικά και ιστορικά συμφραζόμενα και προκύπτουν από τον συνδυασμό δομικών κρίσεων του παλαιού καθεστώτος και ιδεολογικών προγραμμάτων των επαναστατών.
Με άλλα λόγια, οι επαναστάσεις δεν εξηγούνται μόνο από οικονομικές ανισότητες ή κοινωνικές συγκρούσεις. Αυτοί οι παράγοντες συναντώνται σχεδόν παντού στον κόσμο σε μόνιμη βάση. Οι επαναστάσεις εμφανίζονται μόνο όταν αυτές οι υλικές κρίσεις συνδέονται με συγκεκριμένα πολιτισμικά οράματα και με πολιτικές συγκυρίες που επιτρέπουν τη μετατροπή της κοινωνικής δυσαρέσκειας σε επαναστατικό πρόγραμμα.
Αυτή η οπτική έχει ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση της Ισλαμικής Επανάστασης του 1979 στο Ιράν. Η επανάσταση αυτή δεν υπήρξε απλώς μια λαϊκή εξέγερση κατά ενός αυταρχικού καθεστώτος. Αποτελούσε ταυτόχρονα την έκφραση ενός ευρύτερου πολιτισμικού και ιδεολογικού προγράμματος που επιχειρούσε να επανακαθορίσει τη σχέση μεταξύ πολιτικής εξουσίας, θρησκείας και κοινωνικής τάξης. Όπως και άλλες μεγάλες επαναστάσεις της νεωτερικότητας, η ιρανική επανάσταση διακήρυξε ένα καθολικό όραμα κοινωνικής αναγέννησης και ηθικής ανασυγκρότησης.
Το καθεστώς που προέκυψε από αυτή τη διαδικασία δεν είναι απλώς ένα αυταρχικό κράτος. Πρόκειται για ένα ιδεολογικό κράτος με ισχυρούς θεσμούς πολιτικής κινητοποίησης και ελέγχου. Οι Φρουροί της Επανάστασης, οι παραστρατιωτικές οργανώσεις, τα εκτεταμένα δίκτυα ασφαλείας και η θεσμική σύνδεση της πολιτικής εξουσίας με τη θρησκευτική νομιμοποίηση δημιουργούν ένα σύστημα εξουσίας με μεγάλη ανθεκτικότητα. Το κράτος αυτό δεν βασίζεται μόνο στην καταστολή αλλά και σε ένα ισχυρό ιδεολογικό πρόγραμμα που παρουσιάζει το πολιτικό σύστημα ως φορέα ηθικής και θρησκευτικής αποστολής.
Ακριβώς για αυτόν τον λόγο, η πιθανότητα μιας βαθιάς πολιτικής μεταβολής στο Ιράν που θα προκύψει αποκλειστικά από εσωτερικές κοινωνικές δυνάμεις είναι απίθανη. Οι ιστορικές εμπειρίες των νεωτερικών επαναστάσεων δείχνουν ότι τα αυταρχικά καθεστώτα καταρρέουν συνήθως όταν συνδυάζονται δύο παράγοντες: η εσωτερική κοινωνική πίεση και μια ευρύτερη διεθνής συγκυρία που αποδυναμώνει το καθεστώς.
Η σχέση αυτή μεταξύ εσωτερικών και διεθνών δυναμικών αποτελεί σταθερό χαρακτηριστικό της νεωτερικής πολιτικής ιστορίας. Οι επαναστάσεις του 18ου αιώνα συνδέθηκαν με τον ανταγωνισμό των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Οι επαναστάσεις του 20ού αιώνα αναπτύχθηκαν μέσα στο πλαίσιο του παγκόσμιου ιδεολογικού ανταγωνισμού μεταξύ καπιταλισμού και κομμουνισμού. Στη σημερινή εποχή, οι πολιτικές κρίσεις διαμορφώνονται μέσα σε ένα ακόμη πιο πυκνό δίκτυο διεθνών οικονομικών, τεχνολογικών και γεωπολιτικών σχέσεων που συνδυάζουν έναν ρευστό πολυπολικό γεωπολιτικό ανταγωνισμό, παγκοσμιοποιημένα οικονομικά δίκτυα, και μία πρωτοφανή ποικιλία πολιτικών οραμάτων.
Το πραγματικό δίλημμα, επομένως, δεν είναι μεταξύ μιας «καθαρής» εσωτερικής επανάστασης και μιας εξωτερικής παρέμβασης. Στην πράξη, οι πολιτικές μεταβολές προκύπτουν σχεδόν πάντα από την αλληλεπίδραση εσωτερικών και διεθνών παραγόντων. Οι κοινωνικές εξεγέρσεις χρειάζονται συχνά διεθνείς ευκαιρίες, διεθνή δίκτυα και διεθνή περιβάλλοντα που επιτρέπουν την αποδυνάμωση των καθεστώτων.
Ο μύθος της απολύτως «εσωτερικής» επανάστασης μπορεί να είναι πολιτικά ελκυστικός, επειδή παρουσιάζει την ιστορία ως αποτέλεσμα καθαρής λαϊκής βούλησης. Ωστόσο, η ιστορική εμπειρία των νεωτερικών επαναστάσεων δείχνει κάτι διαφορετικό. Οι επαναστάσεις δεν είναι μόνο γεγονότα ενός λαού. Είναι ταυτόχρονα γεγονότα ενός διεθνούς συστήματος, μέσα στο οποίο συγκρούονται ιδέες, θεσμοί και γεωπολιτικές δυνάμεις.
Και ακριβώς γι’ αυτό, η κατανόηση της πιθανής πολιτικής εξέλιξης του Ιράν δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στις εσωτερικές κοινωνικές δυναμικές της χώρας. Πρέπει να ιδωθεί μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της παγκόσμιας πολιτικής και των ιστορικών μορφών που παίρνουν οι επαναστάσεις στη νεωτερική εποχή. Και μία από αυτές τις μορφές είναι η διεθνής (τουλάχιστον η φιλελεύθερη/Δυτική) αλληλεγγύη σε όσους, και κυρίως σε όσες, υποφέρουν από τον ολοκληρωτισμό των μουλάδων.
* Ο Μανούσος Μαραγκουδάκης είναι Καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Αιγαίου.
